Μπάλια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μπάλια
Balya Belediyesi.jpg
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
39°54′55″N 27°34′44″E / 39.915277777778°N 27.578888888889°E / 39.915277777778; 27.578888888889Συντεταγμένες: 39°54′55″N 27°34′44″E / 39.915277777778°N 27.578888888889°E / 39.915277777778; 27.578888888889
Χώρα Τουρκία

Η Μπάλια[1] ή Βάλια (τουρκικά: Balya), αναφερόμενη και ως Μπάλια Καραϊντίν ή Μπάλια Μαντέν (από το γαλλικό maden = μεταλλείο) και παλαιότερα ως η Περιχάραξις Μυσίας, είναι περιοχή, κωμόπολη και δήμος της Μικράς Ασίας και της σύγχρονης Τουρκίας και βρίσκεται ανάμεσα στις πόλεις, οι οποίες είναι γνωστές, με ελληνικές και τουρκικές ονομασίες, ως Αδριανού Θήραι ή Αδριανού Πύλαι ή Παλαιόκαστρον (τουρκικά: Balıkesir, Μπαλικεσίρ ή Μπαλίκεσιρ), Προύσα (τουρκικά: Bursa, Μπούρσα) και Κυδωνίες (τουρκικά: Ayvalık, Αϊβαλί) αντίστοιχα. Η Μπάλια υπάγεται διοικητικά στην Επαρχία Μπαλικεσίρ του Διαμερίσματος Μαρμαρά της Τουρκίας.

Το διαμέρισμα του Μαρμαρά (τουρκικά: Marmara Bölgesi), είναι το πιο πυκνοκατοικημένο γεωγραφικό διαμέρισμα της Τουρκίας, το οποίο περιλαμβάνει και τη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, την Κωνσταντινούπολη.

Η Μπάλια και η περιοχή της είναι γνωστή σήμερα για διάφορα προϊόντα με βάση το εξαιρετικό βούτυρό της. Ο πληθυσμός της περιοχής τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί αισθητά, σε σχέση με το παρελθόν, καθώς η βιομηχανία της υπέστη παλαιότερα αιφνίδια μείωση, με αποτέλεσμα, αν και υπάρχουν σήμερα διάφορα επενδυτικά σχέδια για την ίδρυση ορυχείων και εργοστασίων για τα επόμενα χρόνια, αρκετοί δημότες της να έχουν, ως τώρα, εγκαταλείψει την περιοχή αυτή.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή, συνολικής έκτασης 952 περίπου τετραγωνικών χιλιομέτρων, ο δήμος και η κωμόπολη της Μπάλιας βρίσκονται βορειοδυτικά του Μπαλικεσίρ. Η οδός Balıkesir-Çanakkale παρέχει τη βασική οδική πρόσβαση στην περιοχή αυτή. Η κωμόπολη βρίσκεται νότια της Πανόρμου (τουρκικά: Bandırma) και την αρχαία Κύζικο, πάνω σε κοιλάδα, η οποία περιβάλλεται από λόφους, ενώ τμήματά της είναι χτισμένα πάνω στους λόφους αυτούς, δίνοντάς της μια μοναδική αμφιθεατρική όψη. Η πόλη απέχει 52 περίπου χιλιόμετρα από το Μπαλικεσίρ, το κέντρο της επαρχίας Επαρχίας Μπαλικεσίρ, 170 περίπου χιλιόμετρα από το Τσανάκκαλε και 224 περίπου χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη. Η Μπάλια είναι ημιορεινή περιοχή, με ύψος, που κατά προσέγγιση κυμαίνεται μεταξύ 150 και 230 περίπου μέτρων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή της Μπάλιας υπάρχουν κοιτάσματα μολύβδου.
Κίτρινη σανδαράχη, από ορυχείο της Μπάλιας.

Η ιστορία της πόλης, της περιοχής και των γύρω ορυχείων της είναι μακρόχρονη. Από τις πρώτες ιστορικές περιόδους, έχει γίνει γνωστό ότι εξορύσσονταν διάφορα μέταλλα και ορυκτά, όπως ο άργυρος, ο ψευδάργυρος, η κίτρινη σανδαράχη και ο μόλυβδος και οι εργάτες των μεταλλείων αυτών δημιούργησαν και χρησιμοποιούσαν ως μόνιμο οικισμό την πόλη αυτή. Η διαμόρφωση της πόλης ιστορικά πραγματοποιήθηκε με την σταδιακή αύξηση της πυκνότητας του πληθυσμού και του αριθμού των νοικοκυριών των εργαζομένων, οι οποίοι προσέρχονταν από διάφορα άλλα μέρη, προκειμένου να εργαστούν στα ορυχεία της περιοχής.

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχαιότερος, κοντινός στη σύγχρονη πόλη, οικισμός έφερε την ονομασία Περιχάραξις και ανήκε στην περιοχή της Μυσίας. Τα μεταλλεία της περιοχής ήταν γνωστά από την αρχαιότητα και η εκμετάλλευσή τους άρχισε, κυρίως μετά το 133 π.Χ., από τους βασιλείς της Περγάμου.[1]

Βυζαντινή εποχή - Οθωμανική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχαίο όνομα του οικισμού Καραϊντίν, το οποίου συνεχίστηκε να ισχύει και κατά την βυζαντινή εποχή ήταν «Αργύρεια» (τουρκικά: Gümüş) και, προ του 1317, η Μπάλια ήταν γνωστή πιθανώς ως «Μεγάλα Αργύρεια» ή κατά τη διάρκεια της οθωμανικής εποχής ως «Κοτζά Γκιουμούς» (τουρκικά: "Kocagümüş", Koca+gümüş = μεγάλο+ασήμι) και ήταν χωριό του "Alidemirci Bucağı", το οποίο υπαγόταν στο Μπαλικεσίρ. Το 1310, αναφέρεται ότι δόθηκε επίσης προνόμιο εκμετάλλευσης των ορυχείων μολύβδου για την περιοχή γύρω από το χωριό "Kocagümüş". Η λειτουργία των ορυχείων συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της οθωμανικής εποχής. Σύμφωνα με μια εκδοχή η νεότερη ονομασία της πόλης και της περιοχής προερχόταν από το όνομα ενός Μπέη, με το όνομα Μπαλής Μπέης ("Bali Bey"), ο οποίος αναφέρεται ότι είχε έδρα στην περιοχή, περί το 1650, ωστόσο, σύμφωνα με τους νεότερους ερευνητές η άποψη αυτή δεν δείχνει να έχει ιστορική βάση. Η εκδοχή ότι η λέξη «μπάλια» αποτελεί προσαρμογή στα τουρκικά από την ελληνική λέξη «παλαιά» (Palya, Pálaia) δείχνει πιθανότερη.

19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη και τα μεταλλεία της αναφερόταν επίσης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα και ως Εργαστήρι ή Εργαστήριον ή Εργαστήρια (Ergasteri, Ergasterya, Ergasteria, Ergasteryon). Παρεμφερείς αναφορές υπάρχουν και για άλλες περιοχές με ορυχεία, όπως παραδείγματος χάρη, για τα μεταλλεία, του Λαυρίου (γνωστά και ως Εργαστήρια Λαυρίου).

Ανάμεσα στους κατοίκους της Μπάλιας, υπήρχαν εκτός από τους ορθόδοξους Έλληνες και τους μουσουλμάνους Τούρκους, αρκετοί Κούρδοι και Λαζοί και λίγοι Αρμένιοι (μέχρι το διωγμό του 1915). Η καταγωγή των περισσότερων ελληνορθοδόξων ήταν από τον Πόντο, οι οποίοι μετανάστευσαν, στις αρχές του 19ου αιώνα και κυρίως μετά το 1840, όταν ξεκίνησε η νεώτερη περίοδος λειτουργίας των μεταλλείων και ήταν ειδικοί-έμπειροι μεταλλωρύχοι, που γνώριζαν την τέχνη αυτή λόγω της προγενέστερης εργασίας τους στα μεταλλεία του Πόντου. Ελληνορθόδοξοι επίσης έποικοι που κατοίκησαν στην Μπάλια προέρχονταν επίσης από την Μυτιλήνη, την Πέργαμο και το Αϊβαλί. Στο μέρος αυτό είχαν φτάσει και κάποιοι έποικοι από την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα. Σύμφωνα με τον ερευνητή Δημήτριο Σταματόπουλο, «η γλώσσα των ελληνορθοδόξων ήταν η ελληνική και ομοίαζε με την ντοπιολαλιά της περιοχής του Αϊδινίου. Σχεδόν όλοι, όμως, γνώριζαν και τουρκικά».[1]

Τα μεταλλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετοχή της Société Anonyme Ottomane des Mines de Balia-Karaïdin, που εκδόθηκε στις 15 Ιουλίου 1920, σε δίγλωσσο κείμενο στα γαλλικά και τα οθωμανικά.

Αν και η εκμετάλλευση των μεταλλείων άρχισε το 1840, εντάθηκε κυρίως μετά το 1880, όταν την επιχείρηση ανέλαβε η εταιρεία που δραστηριοποιούνταν και στα Μεταλλεία του Λαυρίου. Το 1892 συγκροτήθηκε από Έλληνες κεφαλαιούχους η «Ανώνυμος Οθωμανική Εταιρεία» των μεταλλείων Μπάλια Καραϊντίν με σκοπό την εκμετάλλευση αργυρούχου μολύβδου και σκωρίας του Κοτζά Γκιουμούς, του μεταλλείου αργυρούχου μολύβδου και σκωρίας του χωριού Καραϊντίν, και ενός λιγνιτωρυχείου που βρισκόταν στη θέση Μανζιλιά. Το αρχαίο όνομα του οικισμού Καραϊντίν ήταν «Αργύρεια», ένδειξη ότι εκεί λειτουργούσε μεταλλείο κατά την Αρχαιότητα. Δίπλα στο μουσουλμανικό Καραϊντίν χτίστηκε και χριστιανικό χωριό με το ίδιο όνομα, όπου εγκαταστάθηκαν ελληνορθόδοξοι από τη Μυτιλήνη. Από το 1893 το δικαίωμα εκμετάλλευσης των μεταλλείων το απέκτησε η γαλλική εταιρεία «Société Anonyme Ottomane des Mines de Balia-Karaïdin», που είχε την έδρα της στην Κωνσταντινούπολη.[1]

Η εταιρεία διάνοιξε διάφορες/α σήραγγες-πηγάδια για την εξόρυξη μεταλλεύματος: Το πιο σημαντικό ήταν το πηγάδι στην τοποθεσία «Κοτζά Μαγαρά» (Kocamağara = μεγάλη σπηλιά), με βάθος 300 μέτρα. Άλλο πηγάδι, με βάθος επίσης 300 μέτρα και ανελκυστήρα, το οποίο βρισκόταν στην τοποθεσία «Βαγγελίστρα», ονομασία που προήλθε από την εκκλησία της κωμόπολης που ήταν αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Διανοίχτηκαν επίσης πηγάδια στις τοποθεσίες «Αγία Βαρβάρα», με βάθος 250 μέτρα, «Άγιος Γιάννης», με βάθος 150 μέτρα, «Αρί Μαγαρά», (=«Σπηλιά της Μέλισσας») δύο πηγάδια με βάθος 180 μέτρα ενώ τέλος ανατολικά της Μπάλιας διανοίχτηκε το πηγάδι με την ονομασία «Τερέζα», όνομα που πιθανώς προερχόταν από κάποια συγγενή του Γάλλου διευθυντή των μεταλλείων.[1]

Το μετάλλευμα μεταφερόταν μέσω σιδηροδρομικής γραμμής με βαγονέτα/βαγονάκια, ενώ για την ευκολότερη μεταφορά του κατασκευάσθηκαν από την εταιρεία γεφύρια στο ποτάμι Κοτζά ντερέ (Koca dere) και σε διάφορες χαράδρες. Η γραμμή είχε αφετηρία την Μπάλια, ενδιάμεση πρώτη στάση την τοποθεσία «Καντάρι», η οποία βρισκόταν πάνω από το οθωμανικό χωριό Οσμανλαρί (Osmanları), και τερματικό σταθμό το χωριό Βελανιδιά, από όπου το μετάλλευμα παραλάμβαναν βοϊδάμαξες μεταφέροντάς στο Άκτσάι, το επίνειο (=λιμάνι) του Αδραμυττίου, σε μια απόσταση 20 περίπου χιλιομέτρων από όπου και φορτωνόταν σε βαπόρια. Στο Άκτσάι υπήρχαν επίσης αρκετά καταστήματα με ελληνορθόδοξους ιδιοκτήτες, που ασχολούνταν με το εμπόριο του μεταλλεύματος, όπως και τα γραφεία της εταιρείας που εκμεταλλευόταν τα μεταλλεία.[1]

Στο κεντρικότερο σημείο της εκμετάλλευσης, δηλαδή την «Μεγάλη Σπηλιά» ή «Κοτζά Μαγαρά» (Kocamağara) βρίσκονταν τα εργοστάσια των μεταλλείων, τα γραφεία της εταιρείας, το νοσοκομείο, το πλυντήριο, οι φούρνοι, το ηλεκτρικό εργοστάσιο, τα μηχανουργεία και οι λέσχες των υπαλλήλων. Στο σημείο αυτό δημιουργήθηκε ουσιαστικά ένας νεώτερος συνοικισμός γύρω από τα μεταλλεία. Στην ακμή της λειτουργίας των μεταλλείων απασχολούνταν στην περιοχή της Μπάλιας περίπου 15.000 άτομα.[1]

Στα μεταλλεία, στις αρχές του 20ού αιώνα, εργάζονταν επίσης περίπου 200 εργαζόμενοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν από το Λαύριο, με ειδικότητες όπως ξυλοδέτες, επιστάτες κ.ά. Η επιχείρηση αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία της το 1922 λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής.[1]

20ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Μπάλια κατοικούνταν, σύμφωνα με διάφορες πηγές,[2][3][4] από περίπου 6.000 ελληνορθόδοξους και 2.000 μουσουλμάνους.[1] Σύμφωνα με άλλη στατιστική για την επαρχία Κυζίκου, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ξενοφάνης», η Μπάλια κατοικούνταν από 5.000 ελληνορθόδοξους, ενώ δεν αναφέρονται καθόλου σε αυτήν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι.[5] Με βάση επίσης τη στατιστική του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την ίδια περίπου χρονική περίοδο αναφέρεται ότι κατοικούσαν μόνιμα στην Μπάλια 2.500 «ομογενείς» ελληνορθόδοξοι και άλλοι 2.100 ελληνορθόδοξοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί για να εργαστούν στα μεταλλεία.[6]

Τον 20ό αιώνα, η Μπάλια ήταν επίσης έδρα δήμου και πρωτεύουσα καϊμακαμλικιού (kaymakamlık), το οποίο υπαγόταν στο μουτεσαριφλίκι (mutasarrıflık) του Μπαλούκεσερ του βιλαετιού (vilayet) της Προύσας. Η ελληνορθόδοξη κοινότητα είχε ως διοικητικό όργανο τη δημογεροντία, η οποία έλεγχε τις δραστηριότητες της σχολικής εφορείας και της εκκλησιαστικής επιτροπής.[1]

Το 1901, ο πρώτος θερμοηλεκτρικός σταθμός, τον οποίον κατασκεύασαν οι Γάλλοι παρήγαγε ηλεκτρισμό και για τα ορυχεία της Μπάλιας. Επίσης, η πλειοψηφία των μετοχών του σταθμού περιήλθε στον δήμο, διασφαλίζοντας έτσι τον ηλεκτροφωτισμό της πόλης. Μετά από τα ίδια τα ανάκτορα του σουλτάνου της οθωμανικής αυτοκρατορίας, στην Κωνσταντινούπολη, η πρώτη περιοχή που χρησιμοποίησε ηλεκτρική ενέργεια ήταν η Μπάλια.

Η Μπάλια υπαγόταν εκκλησιαστικά στην Μητρόπολη Κυζίκου με έδρα την Αρτάκη.[7] Φαίνεται ότι μετά το 1907 η Μπάλια έγινε έδρα του επισκόπου Μελιτουπόλεως, ο οποίος ήταν τιτουλάριος βοηθός επίσκοπος του μητροπολίτη Κυζίκου.[1]

Από τις 30 Ιουνίου 1920, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, η περιοχή της Μπάλιας αποτέλεσε τμήμα της ελληνικής περιφέρειας, ενώ στις 6 Σεπτεμβρίου 1922, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και τον ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου από την περιοχή η Μπάλια περιήλθε υπό την τουρκική διοίκηση. Οι σύγχρονοι κάτοικοι της περιοχής, του δήμου και της κωμόπολης, στην πλειοψηφία τους Τούρκοι στην εθνικότητα, εορτάζουν, κάθε χρόνο, την «Ημέρα Ελευθερίας της 6ης Σεπτεμβρίου».

Η Μπάλια ήταν μια πολύ ανεπτυγμένη επαρχία, κατά την εποχή, που τα μεταλλεία και τα εργοστάσια της δεν ήταν κλειστά. Την εποχή εκείνη, είχε αναφερθεί ακόμα και ως Μικρή Κωνσταντινούπολη.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ορυχείο μολύβδου της Βάλιας, το οποίο είχε οργανώσει και λειτουργούσε η γαλλική εταιρεία «Société Anonyme Ottomane des Mines de Balia-Karaïdin», κατά τον 19ο αιώνα, ήταν παλαιότερα ο κύριος οικονομικός πόρος της πόλης και της περιοχής, Η πρώτη απεργία, κατά την οθωμανική εποχή, έγινε σε αυτό το ορυχείο. Η παραγωγή του άρχισε να περιορίζεται, από τη δεκαετία του 1930, λόγω της μείωσης των αποθεμάτων και η λειτουργία του σταμάτησε οριστικά, κατά τη δεκαετία του 1940, με την άρση των υποτιμήσεων. Μετά από πολλά χρόνια, η εταιρεία Esan Madencilik, μια από τις εταιρείες του ομίλου Eczacıbaşı ξεκίνησε ξανά την παραγωγή ορυκτών μολύβδου και ψευδαργύρου, διεξάγοντας υπόγειες εξορυκτικές εργασίες. Στη διαδικασία της εκ νέου παραγωγής απασχολούνται σήμερα περίπου 750 άτομα ενώ υπάρχουν και σχέδια για περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγής στην περιοχή. Πάντως σήμερα η οικονομία της περιοχής βασίζεται κυρίως στη γεωργία. Δεδομένου ότι τα εδάφη δεν είναι ιδιαίτερα αποδοτικά/αποτελεσματικά, η παραγωγή περιορίζεται. Τα κύρια γεωργικά προϊόντα είναι το σιτάρι, το κριθάρι, το καλαμπόκι και οι ξηροί καρποί. Η καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρων, η αμπελοκαλλιέργεια, η κτηνοτροφία και η δασοκομία έχουν επίσης σημαντική θέση στην αγροτική και νομαδική αυτή οικονομία. Τα τελευταία χρόνια έχει βελτιωθεί επίσης η αμπελοκαλλιέργεια και παράγονται εξαιρετικά σταφύλια, για κρασιά Ilıca, κυρίως στους αμπελώνες του Çukurcak.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι της περιοχής της Μπάλιας, εκτός από αυτούς που κατοικούν στην πόλη, ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού αποτελείται από χωρικούς, που γενικά ορίζονται ως νομαδικός πληθυσμός.

Κτίρια-εκπαίδευση-υποδομές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πύργος με το παλαιό ρολόι στην Πλατεία Δημοκρατίας της Μπάλιας.
Ο κεντρικός δρόμος της Μπάλιας.

Εκτός από το Δημαρχείο της πόλης υπάρχουν διάφορα κτίρια, αρχιτεκτονικά έργα διαφόρων ιστορικών περιόδων, καθώς και υποδομές γύρω από το ορυχείο της, που διαμορφώθηκαν σταδιακά σε μια χρονική περίοδο περίπου 100 ετών, έργα κυρίως της γαλλικής εταιρείας εκμετάλλευσης του ορυχείου, καθώς και του κοντινού σε αυτού παλαιού νοσοκομείου. Στην πόλη υπάρχουν 2 δημοτικά σχολεία και ένα γυμνάσιο με πολλά προγράμματα, ενώ στην ευρύτερη περιοχή της Μπάλιας υπάρχουν 19 σχολεία με 1.866 μαθητές και 150 δασκάλους. Υπάρχει επίσης Κέντρο Υγείας το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της περιοχής.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι το κλίμα της πόλης είναι ξηρό και ζεστό, ενώ το χειμώνα είναι ψυχρό και βροχερό, καθώς το υψόμετρο της πόλης είναι γύρω στα 230 μέτρα. Ωστόσο, όσον αφορά το υψόμετρο και την τοποθεσία, τα καλοκαίρια δεν είναι πάντως τόσο ζεστά (όπως συμβαίνει στο μεσογειακό κλίμα) και το τοπικό κλίμα είναι εν μέρει ηπιότερο, από πλευράς θερμοκρασιών. Οι θερμότεροι μήνες του έτους είναι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος και οι πιο κρύοι μήνες είναι ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 Δημήτριος Σταματόπουλος, «Μπάλια», 27/11/2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία, από την ιστοσελίδα: www.ehw.gr του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού.
  2. Παντελής Μ. Κοντογιάννης, «Γεωγραφία της Μικράς Ασίας», Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων. Επιτροπεία Εθνικών Δημοσιευμάτων, Νο 11, Τύποις Π. Α. Πετράκου, Αθήνα 1921 και επανέκδοση: «Γεωγραφία της Μικράς Ασίας», Αθήνα 1995, ISBN 960-7133-40-4, ISBN 978-960-7133-40-3, σελ. 261.
  3. Αρχείο Προφορικής Παράδοσης Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, φάκ. Μ 18.
  4. Σία Αναγνωστοπούλου, «Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες: Από το μιλλέτ των ρωμιών στο ελληνικό έθνος», εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα", 1η έκδ., Αθήνα 1997, πίνακες, 2η έκδ., Αθήνα 1998 και «Μικρά Ασία 9ος αιώνας - 1919. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες: Από το μιλλέτ των ρωμιών στο ελληνικό έθνος», εκδόσεις "Πεδίο", Αθήνα 2013, ISBN 978-960-546-156-0.
  5. «Στατιστικός πίναξ της επαρχίας Κυζίκου», περιοδικό «Ξενοφάνης», τεύχος 3, 1905, σελ. 92-93.
  6. «Ημερολόγιον του έτους 1905», έκδοση: "Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα Εν Κωνσταντινουπόλει", Τύποις Αδελφών Γεράρδων, Εν Κωνσταντινουπόλει 1904, ενότητα: "Δ' Η Μητρόπολη Κυζίκου", No 27 Βάλλια, σελ. 182, από την ιστοσελίδα: http://medusa.libver.gr/jspui/handle/123456789/3819 της Ψηφιακής Βιβλιοθήκης της Βέροιας.
  7. Χαριτόπουλος Ευάγγελος, «Κυζίκου Μητρόπολις (Οθωμανική Περίοδος)», 15/9/2005, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία, από την ιστοσελίδα: www.ehw.gr του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Balya της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Balya της Τουρκικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).