Γκεντιμίνας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γκεντιμίνας
Giedymin.PNG
Απεικόνιση του Γκεντιμίνας σε έγγραφο του 1709
Μεγάλος Δούκας της Λιθουανίας
Περίοδος 1316-1341
Προκάτοχος Βιτένις
Διάδοχος Γιαουνούτις
Γέννηση 1275
Θάνατος Δεκέμβριος 1341
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το θέμα
δεδομέναπ  σ  ε )

Ο Γκεντιμίνας (π. 1275 - Δεκέμβριος 1341) ήταν Μεγάλος Δούκας της Λιθουανίας από το 1315 ή 1316[1][2] μέχρι τον θάνατό του. Του αποδίδεται η ίδρυση του μεγάλου δουκάτου της Λιθουανίας και η επέκταση της επικράτειάς του μέχρι το θάνατό του, από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα.[3][4] Επίσης, θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά άτομα στην πρώιμη Λιθουανική ιστορία, και υπεύθυνος για την ίδρυση του Βίλνιους, πρωτεύουσα της Λιθουανίας και εγκαθίδρυσε μια δυναστεία η οποία βασίλευσε σε άλλες Ευρωπαϊκές μοναρχίες, όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Βοημία.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκεντιμίνας γεννήθηκε περίπου το 1275.[5] Επειδή οι γραπτές πηγές αυτής της περιόδου είναι σπάνιες, η καταγωγή, τα πρώτα χρόνια και η άνοδος του Γκεντιμίνας στην εξουσία παραμένουν ασαφή και εξακολουθούν να αντικείμενο διαμάχης στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Διάφορες θεωρίες αναφέρουν ότι ο Γκεντιμίνας ήταν γιος, αδελφός, ξάδελφος ή ιπποκόμος του Μεγάλου Δούκα Βιτένις.[6] Για αρκετούς αιώνες υπήρχαν μόνο δύο εκδοχές για την προέλευσή του. Χρονικά γραμμένα αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του Γκεντιμίνας από τους Τεύτονες Ιππότες, εχθρούς της Λιθουανίας, υποστήριζαν ότι ο Γκεντιμίνας ήταν ιπποκόμος του Βιτένις.[7] Σύμφωνα με αυτά τα χρονικά, ο Γκεντιμίνας δολοφόνησε τον αφέντη του και αναρρήθηκε στον θρόνο. Μια άλλη εκδοχή, την οποία τα λιθουανικά χρονικά, επίσης γραμμένα χρόνια μετά τον θάνατο του Γκεντιμίνας, υποστηρίζουν ότι ο Γκεντιμίνας είναι γιος του Βιτένις. Όμως οι δύο άντρες είχαν σχεδόν την ίδια ηλικία, και ως εκ τούτου αυτή η συσχέτιση είναι απίθανη. Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν ότι πρόγονος του Γκεντιμίνας μπορεί να ήταν ο Σκαλμάντας. Το 1974 ο ιστορικός Γιέρζι Οχμάνσκι παρατήρησε ότι το Ζαντοσκίνα, ένα ποίημα του τέλους του 14ου αιώνα, περιέχει ένα στίχο στον οποίο οι δύο γιοι του Αλγκίρντας ονοματίζουν τους προγόνους τους. «Είμαστε δύο αδέλφια - γιοι του Αλγκίρντας και εγγονοί του Γκεντιμίνας και δισέγγονοι του Σκαλμάντας.» Αυτή η ανακάλυψη οδήγησε στην πεποίθηση ότι ο Σκαλμάντας ήταν ο πρόγονος των Γκεμινίδων. Ο Οχμάνσκι γράφει ότι το ποίημα παραβλέπει τη γενιά του Βιτβίντας και περνά στον άγνωστο πρόγονο. Ο Μπαρανάουσκας διαφωνεί, θεωρώντας ότι ο Σκαλμάντας είναι ο αδελφός του Βιτβίντας και όχι ο πατέρας του, και ότι ο Βιτένις και ο Γκεντιμίνας είναι ξαδέλφια.[7] Ο Γκεντιμίνας ανακηρύχθηκε Μέγας Δούκας το 1316, σε ηλικία 40 ετών, και βασίλευσε για 25 χρόνια.[8]

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κληρονόμησε μια αχανή έκταση, η οποία περιλάμβανε πέρα από τον πυρήνα της Λιθουανίας, τη Σαμογιτία, το Ναβαχρουντάκ, το Ποντάλιε, το Πόλοτσκ και το Μινσκ.[9] Όμως, αυτές οι κτήσεις περιβάλλονταν από τους Τεύτονες Ιππότες και το Λιβονικό Τάγμα, εχθρούς του δουκάτου.[1] Ο Γκεντιμίνας συμμάχησε με τους Τατάρους ενάντια στο Τευτονικό Τάγμα το 1319.[10]

Οι συνεχείς επιδρομές των Τευτόνων στη Λιθουανία με την πρόφαση του προσυλητισμού είχαν ενώσει τις λιθουανικές φυλές, αλλά ο Γκεντιμίας στόχευσε στην εγκαθίδρυση μιας δυναστείας με την οποία η Λιθουανία δεν θα ήταν απλώς ασφαλής αλλά και ισχυρή, και για αυτό το σκοπό άρχισε άμεσες διπλωματικές επαφές με την Αγία Έδρα. Στο τέλος του 1322, έστειλε γράμματα στον Πάπα Ιωάννη ΚΒ΄ ζητώντας την προστασία του έναντι των διώξεων των Ιπποτών,[11] ενημερώνοντάς τον για τα προνόμια που ήδη είχαν οι Δομινικανοί και Φραγκισκανοί στη Λιθουανία.[12] Ο Γκεντιμίνας επίσης ζήτησε να βαπτιστεί χριστιανός,[13] πράξη την οποία υποστήριξε ο Αρχιεπίσκοπος της Ρίγας Φρέντερικ Λόμπεστατ.[14] Μετά από αυτά τα γεγονότα, υπογράφηκε ειρήνη ανάμεσα στο Δουκάτο και το τάγμα της Λιβονίας τις 2 Οκτωβρίου 1323.[15]

Μετά τη θετική απάντηση από την Αγία Έδρα, ο Γκεντιμίνας εξέδωσε εγκυκλίους στις 25 Ιανουαρίου 1325 στις κύριες Χανσεατικές πόλεις, προσφέροντας ελεύθερη πρόσβαση στα εδάφη του για άντρες κάθε τάξης και επαγγέλματος, από ευγενείς και ιππότες μέχρι αγρότες.[11][16] Οι μετανάστες θα διάλεγαν τους οικισμούς τους και θα διοικούνταν από τους δικούς τους νόμους. Ιερείς και μοναχοί προσκλήθηκαν για να χτίσουν εκκλησίες στο Βίλνιους και το Ναβαχρουντάκ. Τον Οκτώβριο του 1323, αντιπρόσωποι του αρχιεπισκόπου της Ρίγα, του επισκόπου του Ντόρπατ, του βασιλιά της Δανίας, των Δομινικανών και φραγκισκανικών Ταγμάτων και του Μεγάλου Μαγίστρου των Τευτόνων, μαζεύτηκαν στο Βίλνιους, εν ονόματι ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου, για την επιβεβαίωση των προνομίων.[17]

Έτσι, η επιδρομή του στο Ντόμπρζιν, την πιο πρόσφατη κτίση των Ιπποτών στην Πολωνία, χρησιμοποιήθηκε εναντίον του. Οι Πρώσοι επίσκοποι, οι οποίοι ήταν πιστοί τους Τέυτονες, αμφισβήτησαν την αυθεντικότητα των γραμμάτων του Γκεντιμίνας και τον ανακήρυξαν εχθρό της πίστης σε μια σύνοδο στο Έλμπινγκ, οι ορθόδοξοι υπήκοοί του τον κατηγόρησαν ότι υποστήριζε τη λατινική αίρεση, ενώ οι παγανιστές Λιθουανοί τον κατηγόρησαν ότι εγκατέλειπε τους αρχαίους θεούς. Ο Γκεντιμίνας αποφάσισε τότε να αθετήσει τις υποσχέσεις του και αρνήθηκε να δεχθεί τους απεσταλμένους του Πάπα οι οποίοι έφτασαν στη Ρίγα τον Σεπτέμβριο του 1323 και απομάκρυνε τους Φραγκισκανούς από τα εδάφη του. Αυτά τα φαινομενικά οπισθοδρομικά μέτρα ήταν αποτέλεσμα της αναγνώρισης ότι το παγανιστικό στοιχείο εξακολουθούσε να είναι η ισχυρότερη δύναμη στη Λιθουανία.

Παράλληλα, ο Γκεντιμίνας πληροφόρησε τους απεσταλμένους μέσω των πρεσβεστών του ότι η δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν τον ανάγκασε να αναβάλλει τη βάπτισή του, και έτσι οι απεσταλμένοι του Πάπα απαγόρευσαν τον πόλεμο ενάντια στη Λιθουανία για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, επικυρώνοντας τη συνθήκη ανάμεσα στον Γκεντιμίνας και τον αρχιεπίσκοπο της Ρίγας. Όμως το Τευτονικό Τάγμα συνέχισε το πόλεμο, δολοφονώντας έναν από τους απεσταλμένους του Γκεντιμίνας που υποδέχθηκαν τον Μεγάλο Μαγίστρο στη Ρίγα το 1325.[14][18] Στο ενδιάμεσο, συμμάχησε με τον Πολωνό βασιλιά Λαδίσλαο Α΄[19] και βάπτισε την κόρη του Αλντόνα χριστιανή, ώστε να αρραβωνιαστεί τον γιο του Λαδισλάβου, Καζίμηρο Γ΄.[20] Μια εναλλακτική εκδοχή, από τον Βρετανό ιστορικό Στίβεν Κρίστοφερ Ρόουελ, αναφέρει ότι ο Γκεντιμίνας δε σκόπευε να γίνει χριστιανός, καθώς αυτό θα προσέβαλε τους παγανιστές και ορθόδοξους υπηκόους του, οι οποίοι σε τέτοια περίπτωση τον απείλησαν με θάνατο, όπως είχε συμβεί με τον Μιντάουγκας, ενδεχόμενο που ήθελε να αποφύγει.[21]

Αν και κύριος στόχος του Γκεντιμίνας ήταν να σώσει τη Λιθουανία από την καταστροφή στα χέρια των Γερμανών, όταν πέθανε ήταν ένας παγανιστής ο οποίος βασίλευσε σε ημι-παγανιστικές εκτάσεις, με τους παγανιστές στη Σαμογιτία, τους ορθόδοξους στη Λευκορωσία και καθολικούς συμμάχους στη Μασοβία.[17] Έτσι, παραμένει ασαφές αν τα γράμματα που έστειλε στον Πάπα ήταν πραγματική παράκληση για να αλλάξει θρησκεία ή απλώς διπλωματική κίνηση.[22]

Εδαφική επέκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και ήταν σε επιφυλακή για τους βόρειους εχθρούς του, ο Γκεντιμίνας από το 1316 έως το 1340 επεκτάθηκε εις βάρος των πολυάριθμων Σλαβονικών πριγκιπάτων στα νότια και ανατολικά,[4][23] τα οποία είχαν αποδυναμωθεί από τις μεταξύ τους αντιδικίες. Αν και η θριαμβευτική πορεία του Γκεντιμίνας είναι αδιαμφισβήτητη, τα επιμέρους της στάδια είναι αδύνατον να παρακολουθηθούν, καθώς οι πηγές είναι λίγες και αντικρουόμενες, και η ημερομηνία του κάθε γεγονότος είναι αμφισβητήσιμη. Μια από τις σημαντικότερες εδαφικές προσαυξήσεις, το πριγκιπάτο της Γαλικίας-Βολινίας, η οποία έγινε με το γάμο του γιου του Λούμπαρτ με τη κόρη του βασιλιά της Γαλικίας.

Περίπου 25 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Κιέβου, ο Γκεντιμίνας νίκησε τον Στανισλάβο του Κιέβου και τους συμμάχους του στη μάχη του ποταμού Ίρπιν. Μετά πολιόρκησε και κατέλαβε το Κιέβο, εξορίζοντας τον Στάνισλαβ, τελευταίο Ρουρικίδη κυβερνήτη του Κιέβου, πρώτα στο Μπριάνσκ και μετά στο Ριαζάν. Ο Τέοντορ, αδελφός του Γκεντιμίνας, και ο Αλγκίμαντας, γιος του Μιντάουγκας, εγκαταστάθηκαν στο Κίεβο. Μετά από αυτές τις κατακτήσεις, η Λιθουανία εκτεινόταν μέχρι το Μαύρη Θάλασσα.[24]

Αν και εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία των Σλάβων, ο Γκεντιμίνας απέφυγε να πολεμήσει τη Χρυσή Ορδή των Μογγόλων. Επίσης, συμμάχησε με το Μεγάλο Δουκάτο της Μόσχας παντρεύοντας την αδελφή του, Αναστασία, με τον Μεγάλο Δούκα Συμεών.

Εσωτερικές υποθέσεις και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκεντιμίνας προστάτευσε τόσο τους καθολικούς όσο και ορθοδόξους κληρικούς. Επίσης ενίσχυσε το στρατό του δουκάτου και υπερασπίστηκε τα σύνορά του κατασκευάζοντας μια αλυσίδα ισχυρών οχυρών, ενώ κατασκεύασε κάστρα στις πόλεις, συμπεριλαμβανομένου του Βίλνιους.[25] Αρχικά μετακίνησε την πρωτεύουσα στη νεότευκτη πόλη του Τρακάι, αλλά περίπου το 1320 το Βίλνιους έγινε μόνιμη πρωτεύουσα.[26]

Ο Γκεντιμίνας πέθανε το 1341,[10][27] πιθανός κατά τη διάρκεια ενός πραξικοπήματος.[27] Αποτεφρώθηκε σε παγανιστική τελετή το 1342, η οποία περιλάμβανε τη θυσία ανθρώπων, όπως του υπηρέτη και αρκετών Γερμανών σκλάβων οι οποίοι κάηκαν στη νεκρική πυρά.[28] Η τελετή αυτή ήταν σημάδι ότι ο Γκεντιμίνας παρέμεινε πιστός στη λιθουανική θρησκεία.

Τον διαδέχθηκε ένας από τους δύο γιους του, ο Γιαονούτις, αλλά δεν μπορούσε να ελέγξει την αναταραχή στο δουκάτο,[29] και έτσι εκθρονίστηκε το 1345 από τον αδελφό του Αλγκίρντας.[30]

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πύργος του Γκεντιμίνας στο Βίλνιους πήρε το όνομά του από τον ιδρυτή της πόλης, αλλά κατασκευάστηκε αρκετά χρόνια αργότερα.

Ο Γκεντιμίνας ήταν ιδρυτής μιας νέας λιθουανικής δυναστείας, των Γκεντιμίδων, και έθεσε τα θεμέλια για την επέκταση του κράτους και έτσι αναφέρεται μερικές φορές ως ο «πραγματικός» ιδρυτής του κράτους.[1]

Επίσης, θεωρείται ιδρυτής του Βίλνιους, της σύγχρονης πρωτεύουσας της Λιθουανίας. Σύμφωνα με ένα θρύλο, ο οποίος πιθανότατα εκτυλίσσεται το 1322, ο Γκεντιμίνας, ενός βρισκόταν σε κυνήγι, ονειρεύτηκε ένα σιδερένιο λύκο να στέκεται σε ένα λόφο και να αλυχτά με περίεργο τρόπο. Για αυτό του το όραμα συμβουλεύτηκε τους ιερείς του και αποφάσισε να χτίσει ένα οχυρό στη συμβολή των ποταμών Βίλνια και Νέρις, στο μέρος όπου του είχε υποδειχθεί στο όραμα.[26][31][32] Αυτός ο θρύλος ενέπνευσε τους ρομαντικούς, ενώ ο Άνταμ Μικίεβιτς έδωσε στην ιστορία ποιητική μορφή.[33]

Ο Γκεντιμίνας απεικονίζεται στο αναμνηστικό ασημένιο Λίτας του 1996.[34]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Plakans 2011, σελ. 51
  2. Christiansen 1980, σελ. 154
  3. Pelenski 1998
  4. 4,0 4,1 Bugajski 2002, σελ. 125
  5. Tęgowski 1999, σελ. 15
  6. Vjachaslaў Nasevіch. Gedzіmіn // Vialіkaje kniastva Lіtoŭskaje: Encyklapedyja. U 3 t. / red. G. P. Paškoŭ і іnš. T. 1: Abalenskі — Kadencyja. — Mіnsk: Belaruskaja Encyklapedyja, 2005. S. 519.
  7. 7,0 7,1 Baranauskas, Tomas (1996-11-23). «Gedimino kilmė» (στα lt). Voruta 44 (278): 6. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις October 6, 2007. //web.archive.org/web/20071006024617/http://viduramziu.lietuvos.net/gediminas.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-03-10. 
  8. Kiaupa 2000, σελ. 114
  9. The New Encyclopædia Britannica: Volume 5
  10. 10,0 10,1 Akiner 2009, σελ. 22
  11. 11,0 11,1 «Letters of Gediminas». Lithuanian Quarterly Journal of Arts and Sciences. Winter 1969. http://www.lituanus.org/1969/69_4_02.htm. Ανακτήθηκε στις 23 April 2011. 
  12. Housley 1986, σελ. 274
  13. Muldoon 1997, σελ. 135
  14. 14,0 14,1 Slavonic and East European review, Volume 32; Published by the Modern Humanities Research Association for the School of Slavonic and East European Studies, University of London, 1953
  15. Kiaupa 2000, σελ. 115
  16. Chase 1946, σελ. 24
  17. 17,0 17,1 O'Connor 2003, σελ. 15
  18. Olins 1928, σελ. 60
  19. Lietuvos aukštųjų mokyklų mokslo darbai: Istorija, Volume 36, Alna litera, 1997
  20. Christiansen 1980, σελ. 147
  21. Rowell 1994, σελ. 223
  22. Muldoon 1997, σελ. 134
  23. Ertl 2008, σελ. 402
  24. Smith 1991, σελ. 356
  25. Purton 2009, σελ. 154
  26. 26,0 26,1 Rutter 1925, σελ. 20
  27. 27,0 27,1 Taylor 2008, σελ. 20
  28. Jones-Bley & Huld 1996, σελ. 210
  29. W. Ingrao & A. J. Szabo 2008, σελ. 52
  30. R. Turnbull 2003, σελ. 14
  31. University of Colorado 1968, σελ. 140
  32. Grossman 1979, σελ. 157
  33. Metelsky 1959, σελ. 37
  34. «Lithuanian Coins in Circulation, Issue of 1996». Bank of Lithuania. http://lithuanian-mint.lt/?page_id=643&lang=en. Ανακτήθηκε στις 23 April 2011. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Nikžentaitis, Alvydas (1989) (στα lt). Gediminas. Vilnius: Vyriausioji enciklopedijų redakcija. 
  • Rowell, S. C. (1994). Lithuania Ascending: A Pagan Empire Within East-Central Europe, 1295-1345. Cambridge Studies in Medieval Life and Thought: Fourth Series. Cambridge University Press, σελ. 149. ISBN 978-0-521-45011-9. 
  • Plakans, Andrejs (2011). A Concise History of the Baltic States. Cambridge University Press. ISBN 0-521-54155-7. 
  • Pelenski, Jaroslaw (1998). The contest for the legacy of Kievan Rus. East European Monographs, σελ. 325. ISBN 0-521-54155-7. 
  • Bugajski, Janusz (2002). Political parties of Eastern Europe: a guide to politics in the post-Communist era. M.E. Sharpe, σελ. 1055. ISBN 1-56324-676-7. 
  • Tęgowski, J. (1999). The first generation of Gediminas. Poznań-Wrocław. 
  • Kiaupa, Zigmantas (2000). The history of Lithuania before 1795. Lithuanian Institute of History, σελ. 402. ISBN 9986-810-13-2. 
  • The new encyclopædia Britannica: Volume 5. 
  • Akiner, Shirin (2009). Religious language of a Belarusian Tatar kitab: a cultural monument of Islam in Europe. Otto Harrassowitz Verlag, σελ. 457. ISBN 3-447-03027-5. 
  • Housley, Norman (1986). The Avignon papacy and the Crusades, 1305-1378. Oxford University Press, σελ. 348. ISBN 0-19-821957-1. 
  • Slavonic and East European review, Volume 32. Modern Humanities Research Association for the School of Slavonic and East European Studies, University of London. 1953. 
  • Chase, Thomas George (1946). The story of Lithuania. Stratford House, σελ. 392. 
  • O'Connor, Kevin (2003). The history of the Baltic States. Greenwood Publishing Group, σελ. 220. ISBN 0-313-32355-0. 
  • Olins, Peter Z. (1928). The Teutonic knights in Latvia. B. Lamey. 
  • (στα lt) Lietuvos aukštųjų mokyklų mokslo darbai: Istorija, Volume 36. Alna litera. 1997. 
  • Christiansen, Eric (1980). The northern crusades: the Baltic and the Catholic frontier, 1100-1525. Macmillan, σελ. 273. ISBN 0-333-26243-3. 
  • Muldoon, James (1997). Varieties of religious conversion in the Middle Ages. University Press of Florida, σελ. 208. ISBN 0-8130-1509-X. 
  • Ertl, Alan W. (2008). Toward an Understanding of Europe: A Political Economic Précis of Continental Integration. Universal-Publishers, σελ. 560. ISBN 1-59942-983-7. 
  • Smith, Hedrick (1991). The new Russians. Random House, σελ. 734. ISBN 0-679-41294-8. 
  • Purton, Peter (2009). A History of the Late Medieval Siege, 1200-1500. Boydell & Brewer, σελ. 488. ISBN 1-84383-449-9. 
  • Taylor, Neil (2008). Baltic Cities. Bradt Travel Guides, σελ. 298. ISBN 1-84162-247-8. 
  • Rutter, Owen (1925). The New Baltic States and Their Future. Methuen & co. ltd., σελ. 274. 
  • Jones-Bley, Karlene. Huld, Martin E. (1996). The Indo-Europeanization of northern Europe. Institute for the Study of Man, σελ. 362. ISBN 0-941694-53-4. 
  • W. Ingrao, Charles. A. J. Szabo, Franz (2008). The Germans and the East. Purdue University Press, σελ. 458. ISBN 1-55753-443-8. 
  • R. Turnbull, Stephen (2003). Tannenberg 1410: Disaster for the Teutonic Knights. Osprey Publishing, σελ. 96. ISBN 1-84176-561-9. 
  • University of Colorado (1968). East European quarterly: Volume 2. University of Colorado. 
  • Grossman, Leonid Petrovich (1979). Confession of a Jew. Ayer Publishing, σελ. 191. ISBN 0-405-12625-5. 
  • Metelsky, G. (1959). Lithuania, land of the Niemen. Foreign Languages Pub. House.