Μεγάλη φρεγάτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μεγάλη φρεγάτα
Ενήλικη αρσενική μεγάλη φρεγάτα
Ενήλικη αρσενική μεγάλη φρεγάτα
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Σουλόμορφα (Suliformes)
Οικογένεια: Φρεγατίδες (Fregatidae)
Γένος: Φρεγάτα (Fregata) (Lacépède, 1799) F
Είδος: F. minor
Διώνυμο
Fregata minor (Φρεγάτα η ελάσσων)
Gmelin, 1789
Υποείδη

Fregata minor aldabrensis
Fregata minor minor
Fregata minor nicolli
Fregata minor palmerstoni [ii]
Fregata minor ridgwayi

Fregata minor

Η Μεγάλη φρεγάτα είναι θαλάσσιο πελαγικό πτηνό της οικογενείας των Φρεγατιδών, που απαντά στις τροπικές περιοχές του Ειρηνικού και του Ινδικού, αλλά και σε μικρό τμήμα του Ατλαντικού Ωκεανού (βλ. Γεωγραφική εξάπλωση). Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Fregata minor και περιλαμβάνει 5 υποείδη. [1]

Τάση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική ↓ [2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Χριστόφορος Κολόμβος πρωτοείδε φρεγάτες όταν περνούσε από τα Νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου στο πρώτο ταξίδι του στον Ατλαντικό Ωκεανό, το 1492. Σε ημερολογιακή καταχώρηση καταστρώματος (29 Σεπτεμβρίου) χρησιμοποίησε την λέξη rabiforçado , που σημαίνει forktail «[πουλί] με ψαλιδωτή ουρά». [3][4]

Ωστόσο, ο επιστημονικός όρος fregata που παρέμεινε και ως λαϊκή ονομασία σε όλες τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, οφείλεται σε Γάλλους ναυτικούς οι οποίοι αποκάλεσαν έτσι το πουλί έχοντας κατά νου το ομώνυμο πολεμικό πλοίο. [5] Μάλιστα, η συγκεκριμένη προέλευση αναφέρεται από τον Γάλλο φυσιοδίφη Ζ. Μ. ντυ Τερτρ (Jean-Baptiste du Tertre, 1610-1687) όταν περιγράφει το πτηνό, το 1667. [6] Πάντως, η ονομασία καθιερώθηκε το 1738, από τον Άγγλο φυσιοδίφη και εικονογράφο Ε. Άλμπιν (Eleazar Albin, 1690-1742) στο έργο του Φυσική Ιστορία των Πτηνών (Natural History of Birds), όπου περιλαμβάνεται και εικόνα του αρσενικού με τον κόκκινο λαρυγγικό σάκο του. [7]

Η ετυμολογία της ίδιας της λέξης φρεγάτα είναι άγνωστη, αν και μπορεί να ξεκίνησε ως παραφθορά του aphractus, λατινικής απόδοσης ελληνική λέξη (άφρακτος [ναυς]), που σημαίνει «ανοικτό σκάφος χωρίς κατώτερο κατάστρωμα». [8] Επίσης, ο Κικέρων στις Επιστολές του στον Αττικό 5,13.1 αναφέρει: Navigavimus tardius propter aphractorum Rhodiorum imbecillitatem («απέπλευσε χωρίς φόβο και χωρίς ναυτία, αλλά πιο αργά λόγω της αδυναμίας της Ροδιακής αφράκτου) και, παρακάτω: detraxit viginti ipsos dies aphractus Rhodiorum και aphracta Rhodiorum habebam.

  • Σύμφωνα με την ονοματολογία αυτή, είναι πολύ πιθανόν οι φρεγάτες να ονομάσθηκαν έτσι, λόγω της επιθετικής τους συμπεριφοράς προς άλλα είδη θαλασσίων πτηνών, εναντίον των οποίων επιτίθενται, αναγκάζοντάς τα να αφήσουν την λεία τους (βλ. Τροφή).

Οι Άγγλοι ναυτικοί συνηθίζουν να αποκαλούν την φρεγάτα με την -ευρύτατα διαδεδομένη- ονομασία Man-of-War «άνθρωπος-του-πολέμου/πολεμιστής», ιδιαίτερα στα νερά της Καραϊβικής.

Παρά την επιστημονική του ονομασία (Fregata minor), το συγκεκριμένο είδος δεν έχει μικρό μέγεθος. Όμως, η ονομασία προέκυψε επειδή, όταν ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά, είχε ταξινομηθεί ως Pelecanus minor από τον Γερμανό φυσιοδίφη Γ. Γκμέλιν (Johann Friedrich Gmelin, 1748-1804), το 1789. Όμως, λόγω των κανόνων της συστηματικής ταξινομικής, η ονομασία του είδους διατηρείται, ακόμη και μετά την τοποθέτηση σε νέο γένος (βλ. Συστηματική ταξινομική). [9]

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Η μεγαλόπρεπη φρεγάτα είχε, αρχικά, ταξινομηθεί ως Pelecanus minor από τον Γερμανό φυσιοδίφη Γ. Γκμέλιν (Johann Friedrich Gmelin, 1748-1804), το 1789 (Νήσος των Χριστουγέννων). Το 1914 ο Αυστραλός ορνιθολόγος Γ. Μάθιους (Gregory Macalister Mathews, 1876 – 1949) πρότεινε ότι, θα πρέπει να ταξινομηθεί στο νέο γένος Fregata. [10]

Σχετικά πρόσφατο απολίθωμα από φάλαγγα πτέρυγας και «βραχίονα» κάποιου ατόμου φρεγάτας από το Πλειστόκαινο, που ανακτήθηκε στο Οάχου, έδειξε απαραγνώριστο (indisitnguishable) από τα αντίστοιχα δομικά στοιχεία των αρτίγονων φρεγατών. [11] Γενετική ανάλυση έδειξε ότι, συνδέεται φυλογενετικά, περισσότερο με την Φρεγάτα της Νήσου των Χριστουγέννων (Fregata andrewsi). [12]

Γεωγραφική κατανομή υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική εξάπλωση του είδους Fregata minor

Η μεγαλόπρεπη φρεγάτα απαντά κυρίως στα τροπικά νερά (θερμοκρασίας άνω των 22° C, συνήθως) του Ειρηνικού και του Ινδικού Ωκεανού. Το βορειότερο σημείο κατανομής της είναι στην περιοχή της Χαβάης. Μεγάλες αποικίες αναπαραγωγής υπάρχουν σε πολλά νησιά του Ειρηνικού, από την Νήσο Ουέηκ, μέχρι τα Γκαλαπάγκος και την Νέα Καληδονία. Μικροί πληθυσμοί απαντούν στην αυστραλιανή Θάλασσα των Κοραλλίων.

Επίσης, ένας (1) ξεχωριστός πληθυσμός περιπλανιέται στα νερά του νότιου Ατλαντικού Ωκεανού, ανοικτά των ακτών της Βραζιλίας (Τριντάντε και Μάρτιμ Βαζ). Ακόμη και εκτός της εποχής φωλιάσματος είναι σε μεγάλο βαθμό καθιστικό είδος, με την διασπορά να περιορίζεται στα νεαρά και μη-αναπαραγωγικά άτομα, εκτός του Α. και Κ. Ατλαντικού. [13]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από τον Παναμά, την Ζιμπάμπουε, το Ομάν και την Νέα Ζηλανδία.

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Fregata minor aldabrensis Δ Ινδικός Ωκεανός (Αλντάμπρα, Κομόρες, Νήσος Ευρώπη)
2 Fregata minor minor Κ και Α Ινδικός Ωκεανός, ανατολικά προς Νότια Σινική Θάλασσα
3 Fregata minor nicolli Ν Ατλαντικός Ωκεανός (Τριντάντε και Μάρτιμ Βαζ) Κρισίμως Κινδυνεύον υποείδος
4 Fregata minor palmerstoni ΝΔ και Κ Ειρηνικός Ωκεανός (Caroline Islands, Νήσοι Μάρσαλ, Νησιά Φοίνικα, Νησιά Γραμμής Ισημερινού, Νήσοι Μαρκέζας, Τουαμότου, Νήσοι Σοσάιετι, Νήσοι Πίτκαιρν, Isla Sala y Gómez, βόρεια μέχρι Χαβάη)
5 Fregata minor ridgwayi Α Ειρηνικός Ωκεανός (Revillagigedo Islands, Νησιά Κόκος, Νησιά Γκαλαπάγκος)

Πηγές: [14][15][16]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)
Ο χαρακτηριστικός λαρυγγικός σάκος της ενήλικης αρσενικής μεγάλης φρεγάτας

Όπως και τα άλλα είδη φρεγατών, οι μεγάλες φρεγάτες είναι μεγάλα, λεπτά και, ως επί το πλείστον, μαύρα στο πτέρωμα θαλασσοπούλια, με έντονα διχαλωτή ουρά. Υπολείπονται σε μέγεθος μόνον από τις μεγαλόπρεπες φρεγάτες. Επίσης, τα αρσενικά που, κατά την αναπαραγωγική περίοδο, «φουσκώνουν» τον χαρακτηριστικό κόκκινο λαρυγγικό σάκο τους, διαφέρουν από τα αρσενικά της μεγαλόπρεπης φρεγάτας (Fregata magnificens) στα φτερά της ωμοπλάτης (scapulars), τα οποία έχουν χαρακτηριστική πρασινωπή απόχρωση, σε αντίθεση με την ιριδίζουσα, πορφυρή απόχρωση στην μεγαλόπρεπη φρεγάτα.

Τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά και, γενικά, έχουν λευκό το στήθος και τα κάτω πλαϊνά τμήματα του λαιμού, καφετιά λωρίδα στις πτέρυγες και κόκκινο οφθαλμικό δακτύλιο. Γύρω από τον λαιμό σχηματίζεται κάποιο αχνό, λευκό «κολλάρο». Τα νεαρά άτομα είναι μαύρα, με λευκό κεφάλι και λαιμό που έχουν σκωριόχρωμη απόχρωση.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: 82-105 εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 180-230 εκατοστά
  • Βάρος: ♂ 1,00 έως 1,45 κιλά, ♀ 1,21 έως 1,64 κιλά

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Τρέφεται κυρίως με ιπτάμενα ψάρια της οικογενείας Exocoetidae, όπως τα Cypselurus, Exocoetus και Evolantia, καθώς και με καλαμάρια, [17] και νεοσσούς άλλων πουλιών (π.χ. της δρεπανίδας Onychoprion fuscatus). [18]. Αρκετά συχνά παρατηρείται το φαινόμενο του κλεπτοπαρασιτισμού (kleptoparasitism), [19] αν και αυτή η συμπεριφορά αποτελεί μικρή πηγή ενέργειας. [20][21]. Συχνά αναζητά τροφή στις ακτές ή στην ενδοχώρα στις περισσότερες περιοχές όπου αναπαράγεται. [22]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Τελετουργικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Φωλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μεγάλες φρεγάτες είναι μονογαμικές, με την περίοδο της αναπαραγωγής να διαρκεί μέχρι 2 χρόνια, από το ζευγάρωμα έως το τέλος της γονικής μέριμνας. Φωλιάζουν κατά αποικίες, σε θάμνους και δέντρα, αλλά και στο έδαφος, όταν απουσιάζει η βλάστηση, κατά ζεύγη που μπορεί να φθάνουν αρκετές χιλιάδες, συχνά από κοινού με άλλα είδη, ειδικά την κοκκινοπόδαρη σούλα (Sula sula) ή άλλα είδη φρεγατών.

Συχνά, το υλικό κατασκευής της φωλιάς μπορεί να υφαρπάζεται από άλλα είδη θαλάσσιων πτηνών (στην περίπτωση, μάλιστα, των δρεπανίδων Anous minutus, ολόκληρη η φωλιά μπορεί να κλαπεί), αλλά συμβαίνει και το αντίστροφο, όταν άλλα θαλασσοπούλια αρπάζουν υλικό από τις μεγάλες φεγάτες. Γρήγορα, οι μεγάλες αυτές πλατφόρμες επιστρώνονται και βαρύνουν με τις ακαθαρσίες των πουλιών (γκουανό}. Λίγη προσπάθεια καταβάλλεται για να συντηρηθούν οι φωλιές κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου και, μπορεί να διαλυθούν πριν από το τέλος της.

Γέννα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μεγάλες φρεγάτες εναποθέτουν ένα (1) μόνον αβγό, διαστάσεων 68 × 48 χιλιοστών, κατά την διάρκεια κάθε περιόδου αναπαραγωγής. Εάν, μάλιστα, το αβγό χαθεί, τότε διαλύεται και ο «δεσμός» του ζευγαριού και τα θηλυκά αναζητούν νέο σύντροφο, με σκοπό να ωοτοκήσουν εκ νέου. Και οι δύο εταίροι επωάζουν το αβγό, με «βάρδιες» που διαρκούν από 3-6 ημέρες. Η διάρκεια της βάρδιας διαφέρει ανάλογα με την τοποθεσία, αν και τα θηλυκά κάθονται στο αυγό περισσότερο χρόνο από τα αρσενικά. Η επώαση είναι -ενεργειακά- ιδιαίτερα απαιτητική, με πολλά πουλιά να χάνουν 20-33% της μάζας του σώματός τους κατά τη διάρκεια μίας (1) και μόνον βάρδιας.

Η επώαση διαρκεί περίπου 55 ημέρες. Ο νεοσσός, λίγες ημέρες πριν από την εκκόλαψη, αρχίζει να «καλεί» μέσα από το αβγό και να «τρίβει» τον χαρακτηριστικό οδόντα του ράμφους του, στο κέλυφος. Είναι φωλεόφιλος, γυμνός και αβοήθητος, και μπορεί να παραμένει μπρούμυτα για αρκετές ημέρες μετά την εκκόλαψη. Δύο εβδομάδες μετά, αρχίζει να καλύπτεται με λευκό χνούδι, και επιτηρείται στενά από κάποιον γονέα, για ακόμη ένα δεκαπενθήμερο. Ο νεοσσός τροφοδοτείται πολλές φορές την ημέρα μετά την εκκόλαψη, αλλά όταν μεγαλώσει λίγο, σιτίζεται κάθε 1-2 ημέρες.

Νεοσσός μεγάλης φρεγάτας, σε φωλιά στα νησιά Γκαλαπάγκος

Η γονική φροντίδα είναι εξαιρετικά παρατεταμένη. Η πτέρωση (fledging) πραγματοποιείται μόνον μετά από 4-6 μήνες, ο δε χρόνος εξαρτάται από τις ωκεάνιες καιρικές συνθήκες και την διαθεσιμότητα τροφής. Μετά την ανάπτυξη του πρώτου πτερώματος οι νεοσσοί συνεχίζουν να απολαμβάνουν της γονικής μέριμνας για 150 με 428 ημέρες, δηλαδή για την μεγαλύτερη περίοδο από κάθε άλλο πτηνό. Η περίοδος αυτή εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες και, παρατείνεται ακόμη περισσότερο σε «κακές» χρονιές (ιδιαίτερα κατά το Ελ Νίνιο). [23]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανθρώπινη όχληση, θήρευση, καταστροφή βιοτόπων. [24]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος παρόλο που δεν εμφανίζει μεγάλο εύρος κατανομής, δεν προσεγγίζει τα κατώτατα όρια για τα Ευάλωτα (VU) είδη, με βάση το κριτήριο του μεγέθους εύρους ή το μέγεθος του πληθυσμού. Παρόλο που, η τάση του πληθυσμού εμφανίζεται καθοδική δεν προσεγγίζει τα κατώτατα όρια για τα Ευάλωτα, βάσει του κριτηρίου της τάσης του πληθυσμού (> 30% πτώση πάνω από δέκα χρόνια ή τρεις γενεές). Για τους λόγους αυτούς, το είδος αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC) από την IUCN. [25]

Ωστόσο, οι πληθυσμοί του υποείδους Fregata minor nicolli είναι πιθανόν να είναι εξαιρετικά μικροί, διότι το νησί Τριντάντε και Μάρτιμ Βαζ, 1.100 χιλιόμετρα ανατολικά των ακτών της Βραζιλίας, ενώ κάποτε καλυπτόταν από δάση, η κατοπινή αποψίλωση και η υπερβόσκηση από τις εισηγμένες κατσίκες αποδείχθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα εκπονήθηκε σειρά από προγράμματα για την εξάλειψη όλων τα εισηγμένων σπονδυλωτών -εκτός από τα οικιακά ποντίκια. Το 1975-1976 ο Αμερικανός ορνιθολόγος Storrs Olson επισκέφθηκε το νησί και ανέφερε ότι δεν υπήρχαν πλέον αποικίες μεγάλων φρεγατών, παρά μόνον μια μικρή ομάδα από 15 -ή λιγότερες- φωλιές, μικρών φρεγατών. [26] Μετά από την ημερομηνία αυτή, δεν υπήρξαν περαιτέρω εκθέσεις των δύο ειδών που φωλιάζουν στο νησί, αλλά υπήρξαν αρκετές αναφορές για πουλιά που παρατηρήθηκαν εν πτήσει. Πάντως, οι άγριες γάτες που είχαν λεηλατήσει τα πτηνά που φώλιαζαν στο έδαφος, τελικά αποδεκατίστηκαν, το 1998. [27]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^ Περιλαμβάνει και το υποείδος, F. m. strumosa [28]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 89
  2. http://www.iucnredlist.org/details/full/22697733/0
  3. Dunn & Kelley
  4. Hartog
  5. Jobling
  6. du Tertre
  7. Albin
  8. Jal
  9. Mathews
  10. http://ibc.lynxeds.com/great-frigatebird-fregata-minor
  11. James
  12. Kennedy & Spencer
  13. http://www.iucnredlist.org/details/22697733/0
  14. Howard and Moore, p. 89
  15. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22697733
  16. http://ibc.lynxeds.com/great-frigatebird-fregata-minor
  17. http://ibc.lynxeds.com/great-frigatebird-fregata-minor
  18. Weimerskirch et al
  19. Vickery & Brooke
  20. Vickery & Brooke
  21. Weimerskirch et al
  22. Weimerskirch et al
  23. Enticott & Tipling
  24. Enticott & Tipling
  25. http://www.iucnredlist.org/details/22697733/0
  26. Olson, 1981
  27. Alves et al
  28. Howard and Moore, p. 89, footnote 3

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003
  • Alfred Newton A Dictionary of Birds, 1896
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott, Jim and David Tipling. Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Harrison, Peter (1988). Seabirds: An Identification Guide. London: Christopher Helm. ISBN 0-7470-1410-8
  • Helm Dictionary of Scientific Bird Names
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Albin, Eleazar (1738). A Natural History of the Birds, Volume 3. p. 75 and plate 80 on previous page
  • Alves, RJV; da Silva, NG; Aguirre-Muñoz, A (2011). Return of endemic plant populations on Trindade Island, Brazil, with comments on the fauna (PDF). In Veitch, CR; Clout, MN; Towns, DR. Island invasives: eradication and management : proceedings of the International Conference on Island Invasives. Gland, Switzerland: IUCN. pp. 259–263. OCLC 770307954.
  • Ashmole, NP (1963). Sub-fossil bird remains on Ascension Island, Ibis 103: 382–389. doi:10.1111/j.1474-919X.1963.tb06761.x.
  • Chesser, R. Terry; Banks, Richard C.; Barker, F. Keith; Cicero, Carla; Dunn, Jon L.; Kratter, Andrew W; Lovette, Irby J; Rasmussen, Pamela C.; Remsen, JV Jr; Rising, James D.; Stotz, Douglas F; Winker, Kevin (2010). Fifty-First Supplement to the American Ornithologists' Union Check-List of North American Birds, The Auk 127 (3): 726–744. doi:10.1525/auk.2010.127.4.966.
  • Dampier, James (1699) [1697]. An Account of a New Voyage Around the World , London, United Kingdom: James Knapton. p. 49
  • Dunn, Oliver; Kelley, James E Jr (1989). The Diario of Christopher Columbus's First Voyage to America, 1492-1493, Norman, Oklahoma: University of Oklahoma Press. p. 45. ISBN 0-8061-2384-2
  • Garrod, Alfred Henry (1874). On Certain Muscles of Birds and their Value in Classification, Proceedings of the Zoological Society of London 42 (1): 111–23. doi:10.1111/j.1096-3642.1874.tb02459.x
  • Hartog, JC den (1993). An early note on the occurrence of the Magnificent Frigate Bird, Fregata magnificens Mathews, 1914, in the Cape Verde Islands: Columbus as an ornithologist. Zoologische Mededelingen 67: 361–364
  • Hedges, S.Blair; Sibley, Charles G (1994). Molecules vs. morphology in avian evolution: the case of the "pelecaniform" birds. PNAS 91 (21): 9861–65. doi:10.1073/pnas.91.21.9861
  • JAL, A. (1848). Glossaire Nautique, París, L'Institut de France
  • James, Helen F. (1987). A late Pleistocene avifauna from the island of Oahu, Hawaiian Islands , Documents des laboratories de Géologie, Lyon 99: 221–30.
  • Jobling, James A. (2010). The Helm Dictionary of Scientific Bird Names, London: Christopher Helm. p. 164. ISBN 978-1-4081-2501-4
  • Juola, Frans A; Haussmann, Mark F; Dearborn, Donald C; Vleck, Carol M (2006). Telomere shortening in a long-lived marine bird: cross-sectional analysis and test of an aging tool, Auk 123 (3): 775–783. doi:10.1642/0004-8038(2006)123[775:TSIALM]2.0.CO;2.
  • Kennedy, Martyn; Spencer, Hamish G (2004). Phylogenies of the frigatebirds (Fregatidae) and tropicbirds (Phaethonidae), two divergent groups of the traditional order Pelecaniformes, inferred from mitochondrial DNA sequences, Molecular Phylogenetics and Evolution 31 (1): 31–38. doi:10.1016/j.ympev.2003.07.007
  • Khanna, D.R. (2005). Biology of Birds, New Delhi, India: Discovery Publishing House. pp. 317–19. ISBN 9788171419333
  • Lanham, Urless N. (1947). Notes on the Phylogeny of the Pelecaniformes, The Auk 64 (1): 65–70. doi:10.2307/4080063
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema Naturae per Regna Tria Naturae, Secundum Classes, Ordines, Genera, Species, cum Characteribus, Differentiis, Synonymis, Locis. Tomus I. Editio Decima, Reformata (in Latin). Holmiae: Laurentii Salvii. pp. 132–34. Rostrum edentulum, rectum: apice adunco, unguiculato. Nares lineares. Facies nuda. Pedes digitís omnibus palmatis
  • Mathews, GM (1914). On the species and subspecies of the genus Fregata. Australian Avian Record 2 (6): 117–121.
  • Mayr, Gerald (2009). Paleogene Fossil Birds , New York, New York: Springer Science & Business Media. pp. 63–64. ISBN 9783540896289
  • Meyer, Ernst; Cottrell, G William, eds. (1979). Checklist of birds of the world. Volume 1 (2nd ed.). Cambridge, Massachusetts: Museum of Comparative Zoology. p. 159.
  • O'Brien, RM (1990). Family Fregatidae frigatebirds , In Marchant, S; Higgins, PG. Handbook of Australian, New Zealand & Antarctic Birds. Volume 1: Ratites to ducks; Part B, Australian pelican to ducks . Melbourne: Oxford University Press. p. 912. ISBN 978-019553068-1.
  • Olson, Storrs L. (1975). Paleornithology of St. Helena Island, South Atlantic Ocean , Smithsonian Contributions to Paleobiology 23: 1–49. doi:10.5479/si.00810266.23.1
  • Olson, Storrs L. (1981). Natural history of vertebrates on the Brazilian islands of the mid South Atlantic. National Geography Society Research Reports 13: 481–492
  • Schreiber, Elizabeth A; Burger, Joanne (2001). Biology of Marine Birds, Boca Raton, Florida: CRC Press. ISBN 0-8493-9882-7.
  • Skutch, Alexander Frank; Gardner, Dana (illustrator) (1987). Helpers at Birds' Nests : a worldwide survey of cooperative breeding and related behavior. Iowa City: University of Iowa Press. pp. 69–71. ISBN 0-87745150-8.
  • Smith, Nathan D. (2010). Phylogenetic analysis of Pelecaniformes (Aves) based on osteological data: Implications for waterbird phylogeny and fossil calibration studies . PLoS ONE 5 (10): e13354. doi:10.1371/journal.pone.0013354. PMC 2954798. PMID 20976229
  • Steadman, David W. (2006). Extinction and biogeography of tropical Pacific birds, Chicago: University of Chicago Press. ISBN 978-022677142-7.
  • Stidham, Thomas A. (2014). A new species of Limnofregata (Pelecaniformes: Fregatidae) from the Early Eocene Wasatch Formation of Wyoming: implications for palaeoecology and palaeobiology , Palaeontology: 1–11. doi:10.1111/pala.12134.
  • du Tertre, du Jean-Baptiste (1667). Histoire générale des Antilles habitées par les François (in French). Volume 2. Paris: Thomas Joly. p. 269, Plate p. 246.
  • Valle, Arlos A; de Vries, Tjitte; Hernández, Cecilia (2006). Plumage and sexual maturation in the Great frigatebird Fregata minor in the Galapagos Islands (PDF). Marine Ornithology 34: 51–59.
  • Vandenbosch, R. 2000. Effects of ENSO and PDO events on seabird populations as revealed by Christmas Bird Count data, Waterbirds 23: 416-422.
  • Vickery, JA; Brooke, M de L (1994). The kleptoparasitic interactions between Great Frigatebirds and Masked Boobies on Henderson Island, South Pacific, Condor 96 (2): 331–340. JSTOR 1369318
  • Weimerskirch, H.; Inchausti, P.; Guinet, C.; Barbraud, C. 2003. Trends in bird and seal populations as indicators of a system shift in the Southern Ocean. Antarctic Science 15: 249-256.