Φρεγάτα (πτηνό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φρεγάτα (πτηνό)
Αρσενική μεγαλόπρεπη φρεγάτα (Fregata magnifiscens)
Αρσενική μεγαλόπρεπη φρεγάτα (Fregata magnifiscens)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Σουλόμορφα (Suliformes)
Οικογένεια: Φρεγατίδες (Fregatidae)
Γένος: Φρεγάτα (Fregata) (Lacépède, 1799) F
Είδος: 5 είδη (βλ. Κείμενο)

Η Φρεγάτα είναι θαλάσσιο πελαγικό πτηνό της οικογενείας των Φρεγατιδών. Η επιστημονική ονομασία του γένους είναι Fregata και περιλαμβάνει 5 είδη,[1] τα οποία απαντούν στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές των τριών μεγάλων ωκεανών της υφηλίου.

Οι φρεγάτες είναι περισσότερο γνωστές για τις αξιοθαύμαστες πτητικές τους ικανότητες (βλ. Ηθολογία), καθώς και την παρουσία ενός ιδιόμορφου μορφολογικού στοιχείου στο εμπρόσθιο τμήμα του λαιμού των αρσενικών, του λαρυγγικού σάκου ο οποίος, κατά την διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου, γεμίζει με αέρα και παίρνει την μορφή ενός εντυπωσιακού κόκκινου μπαλονιού (sic), χαρακτηριστικού του γένους (βλ. Μορφολογία, Αναπαραγωγή).

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Χριστόφορος Κολόμβος πρωτοείδε φρεγάτες όταν περνούσε από τα Νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου στο πρώτο ταξίδι του στον Ατλαντικό Ωκεανό, το 1492. Σε ημερολογιακή καταχώρηση καταστρώματος (29 Σεπτεμβρίου) χρησιμοποίησε την λέξη rabiforçado , που σημαίνει forktail «[πουλί] με ψαλιδωτή ουρά».[2][3] Ωστόσο, ο επιστημονικός όρος fregata που παρέμεινε και ως λαϊκή ονομασία σε όλες τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, οφείλεται σε Γάλλους ναυτικούς οι οποίοι αποκάλεσαν έτσι το πουλί έχοντας κατά νου το ομώνυμο πολεμικό πλοίο.[4] Μάλιστα, η συγκεκριμένη προέλευση αναφέρεται από τον Γάλλο φυσιοδίφη Ζ. Μ. ντυ Τερτρ (Jean-Baptiste du Tertre, 1610-1687) όταν περιγράφει το πτηνό, το 1667.[5] Πάντως, η ονομασία καθιερώθηκε το 1738, από τον Άγγλο φυσιοδίφη και εικονογράφο Ε. Άλμπιν (Eleazar Albin, 1690-1742) στο έργο του Φυσική Ιστορία των Πτηνών (Natural History of Birds), όπου περιλαμβάνεται και εικόνα του αρσενικού με τον κόκκινο λαρυγγικό σάκο του.[6]

Η ετυμολογία της ίδιας της λέξης φρεγάτα είναι άγνωστη, αν και μπορεί να ξεκίνησε ως παραφθορά του aphractus, λατινικής απόδοσης ελληνική λέξη (άφρακτος [ναυς]), που σημαίνει «ανοικτό σκάφος χωρίς κατώτερο κατάστρωμα».[7] Επίσης, ο Κικέρων στις Επιστολές του στον Αττικό 5,13.1 αναφέρει: Navigavimus tardius propter aphractorum Rhodiorum imbecillitatem («απέπλευσε χωρίς φόβο και χωρίς ναυτία, αλλά πιο αργά λόγω της αδυναμίας της Ροδιακής αφράκτου) και, παρακάτω: detraxit viginti ipsos dies aphractus Rhodiorum και aphracta Rhodiorum habebam.

  • Σύμφωνα με την ονοματολογία αυτή, είναι πολύ πιθανόν οι φρεγάτες να ονομάσθηκαν έτσι, λόγω της επιθετικής τους συμπεριφοράς προς άλλα είδη θαλασσίων πτηνών, εναντίον των οποίων επιτίθενται, αναγκάζοντάς τα να αφήσουν την λεία τους (βλ. Τροφή).

Οι Άγγλοι ναυτικοί συνηθίζουν να αποκαλούν την φρεγάτα με την -ευρύτατα διαδεδομένη- ονομασία Man-of-War «άνθρωπος-του-πολέμου/πολεμιστής», ιδιαίτερα στα νερά της Καραϊβικής. Μάλιστα, ο Άγγλος εξερευνητής Ο. Ντάμπιερ (William Dampier, 1651-1715), στο βιβλίο του Απολογισμός ενός νέου ταξιδιού σε όλο τον κόσμο (An Account of a New Voyage Around the World, 1697) αναφέρει: Ο «άνθρωπος-του-πολέμου» διαθέτει περίπου το μέγεθος ενός ικτίνου, με παρόμοιο σχήμα, αλλά είναι μαύρος με κόκκινο λαιμό. Ζει με ψάρια αλλά ουδέποτε πλέει στο νερό, αλλά πετάει ψηλά σαν ικτίνος και, όταν βλέπει το θήραμά του, βουτάει με το κεφάλι μέχρι την επιφάνεια, το συλλαμβάνει πολύ γρήγορα με το ράμφος και, αμέσως, ανυψώνεται το ταχύτερο. Ποτέ δεν αγγίζει το νερό με το ράμφος του. Τα φτερά του είναι πολύ μεγάλα, τα πόδια του είναι σαν τα άλλα χερσαία πουλιά, και χτίζει (ενν. φωλιά) στα δέντρα, όταν βρίσκει κάποια, αλλά και στο έδαφος.[8]

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φρεγάτες είχαν ταξινομηθεί μαζί με τους κορμοράνους, τις σούλες και τους πελεκάνους στο γένος Pelecanus, από τον Λινναίο το 1758, στην 10η έκδοση του Systema Naturae. Περιέγραψε τα κύρια διακριτικά χαρακτηριστικά τους, όπως το ευθύ, αγκιστρωτό στην άκρη, ράμφος, τα γραμμοειδή ρουθούνια, το γυμνό πρόσωπο και τα πλήρως ενωμένα με νηκτική μεμβράνη, πόδια.[9] Το 1874, ο Άγγλος ζωολόγος Α. Γκάροντ (Alfred Henry Garrod, 1846-1879) δημοσίευσε μια μελέτη όπου εξετάστηκαν διάφορες κατηγορίες πτηνών και χωρίστηκαν σε ομάδες, ανάλογα με το εάν διέθεταν ένα επιλεγμένο σύνολο από 5 μυς. Παρατήρησε ότι η μορφή των μυών ήταν διαφορετική εντός των στεγανοπόδων (τυπικά Πελεκανόμορφα) και συμπέρανε ότι υπήρχαν αποκλίνουσες καταγωγές στην συγκεκριμένη ομάδα, που θα πρέπει να οδηγούν σε ξεχωριστές οικογένειες, με τις φρεγάτες να συγκροτούν την δική τους (Fregatidae).[10]

Ο Ο. Λάναμ (Urless Ν. Lanham) παρατήρησε το 1947 ότι, οι φρεγάτες είχαν κάποια σκελετικά χαρακτηριστικά περισσότερο κοινά με τα Ρινοτρυπόμορφα, σε σχέση με τα Πελεκανόμορφα, αν και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ανήκουν στην δεύτερη ομάδα (ως υποτάξη Fregatae), έστω και ως πρώιμο παρακλάδι της.[11] Η ταξινόμηση αυτής της ομάδας, όπως τα παραδοσιακά Πελεκανόμορφα, με τα πόδια πλήρως ενωμένα με νηκτική μεμβράνη και την παρουσία λαρυγγικού σάκου, συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990.[12] Ωστόσο, μοριακές μελέτες έδειξαν ότι, οι πελεκάνοι είναι στην πραγματικότητα πιο στενά συνδεδεμένοι με τους ερωδιούς, τις νερόκοτες και τις χουλιαρομύτες, αλλά και με τον σφυροκέφαλο και τον φαλαινοκέφαλο. Γι’ αυτό και η τάξη μετονομάστηκε σε Σουλόμορφα (Suliformes) το 2010,[13] ωστόσο υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των ερευνητών.

Το 1994 υιοθετήθηκε το όνομα της οικογένειας Φρεγατίδες (Fregatidae), όπως είχε πρωτοαναφερθεί το 1867 από τους Γάλλους φυσιοδίφες Come-Damien Degland και Zéphirin Gerbe και αντικατέστησε, σύμφωνα με το άρθρο 40 (b) του Διεθνούς Κώδικα Ζωολογικής Ονοματολογίας, την ονομασία Ταχυπετίδες (Tachypetidae), όπως είχε προταθεί το 1840, από τον Johann Friedrich von Brandt.[14] Kλαδιστική μελέτη του σκελετού και των επί μέρους οστών στα τυπικά Πελεκανόμορφα και στα συγγενικά taxa διαπίστωσε ότι, οι φρεγάτες σχημάτιζαν ιδιαίτερο κλάδο με το γένος Limnofregata, της Ηώκαινου Εποχής. Τα άτομα από αυτά τα δύο γένη έχουν 15 αυχενικούς σπονδύλους, σε αντίθεση με, σχεδόν, όλα τα άλλα Πελαργόμορφα, Σουλόμορφα και Πελεκανόμορφα, τα οποία έχουν 17. Η ομάδα αυτή είναι αδελφική (sister group) με τα Suloidea, που περιλαμβάνει τις σούλες, τους κορμοράνους και τα μέλη των Anhingidae (darters). Η ηλικία του γένους Limnofregata υποδεικνύει ότι αυτοί οι κλάδοι είχαν διαχωριστεί ήδη από το Ηώκαινο.[15]

Απολιθώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το προαναφερθέν γένος Limnofregata της Ηώκαινου Εποχής περιλαμβάνει πτηνά, των οποίων απολιθωμένα υπολείμματα ανακτήθηκαν από προϊστορικά περιβάλλοντα γλυκού νερού, σε αντίθεση με τα θαλάσσια που προτιμούν τα συγγενικά είδη της σύγχρονης εποχής. Φαίνεται ότι διέθεταν μικρότερα και λιγότερο αγκιστρωτά ράμφη, μακρύτερα πόδια και μεγαλύτερα, σχισμοειδή ρινικά ανοίγματα.[16] Τρία απολιθωμένα είδη έχουν περιγραφεί: δύο από τον Γεωλογικό Σχηματισμό του ποταμού Γκριν στις ΗΠΑ (Green River Formation (48-52 εκατ. ετών) και ένα (1) από τον Γεωλογικό Σχηματισμό Ουόσατς (Wasatch Formation (μεταξύ 53 και 55 εκατομμυρίων ετών).[17]

Πιο πρόσφατα απολιθώματα, χρονολογούμενα από το Πλειστόκαινο και το Ολόκαινο -και που δεν μπορούν να διακριθούν από τα σημερινά είδη- έχουν ανακτηθεί από την Νήσο της Αναλήψεως (φρεγάτα της Νήσου της Αναλήψεως),[18] την Αγία Ελένη,[19] και από διάφορα άλλα νησιά στον Ειρηνικό Ωκεανό (φρεγάτα της Νήσου της Αναλήψεως και μεγάλη φρεγάτα).[20][21]

Κλαδιστική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γένος Fregata περιγράφηκε από τον Γάλλο φυσιοδίφη Μ. Λασεπέντ (Bernard Germain de Lacépède, 1756-1825), το 1799.[22] Ο τύπος (type species) είναι η φρεγάτα της Νήσου της Αναλήψεως (Fregata aquila).[23] Για πολλά χρόνια, αναγνωρίζονταν μόνο 2 είδη, τα Fregata aquila και F. ariel. Όμως, ο Αυστραλός ορνιθολόγος Γ. Μάθιους (Gregory Macalister Mathews 1876-1949) αναγνώρισε 5 είδη, τα οποία εξακολουθούν να αναγνωρίζονται έως σήμερα.[24][25]

Ανάλυση ριβοσωματικού και μιτοχονδριακού DNA έδειξε ότι τα πέντε είδη απέκλιναν από έναν κοινό πρόγονο μόνον πρόσφατα, μόλις 1,5 εκατομμύρια χρόνια πριν. Υπάρχουν δύο ζεύγη ειδών, η μεγάλη φρεγάτα με την φρεγάτα της Νήσου των Χριστουγέννων και η μεγαλόπρεπη φρεγάτα με την φρεγάτα της Νήσου της Αναλήψεως, ενώ το πέμπτο είδος, η μικρή φρεγάτα, θεωρείται πρώιμο παρακλάδι του κοινού προγόνου των προαναφερθέντων τεσσάρων ειδών.[25]

Γεωγραφική κατανομή και βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φρεγάτες είναι πτηνά που υπερίπτανται των ανοικτών υδάτων στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές των τριών μεγάλων ωκεανών της υφηλίου, του Ειρηνικού, του Ατλαντικού και του Ινδικού.[26] Πετούν, εκμεταλλευόμενοι τα θερμά ανοδικά ρεύματα που δημιουργούνται κάτω από τα νέφη των σωρειτών (cumulus).

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη αρσενική μεγάλη φρεγάτα

Οι φρεγάτες είναι μεγάλα, λεπτά και, ως επί το πλείστον, μαύρα στο πτέρωμα θαλασσοπούλια, με τα πέντε είδη να μην διαφέρουν σημαντικά σε εμφάνιση. Τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά και, γενικά, έχουν άσπρα σημάδια στην κάτω επιφάνεια του σώματός τους.[26] Ο λαιμός είναι κοντός, ενώ οι πτέρυγες είναι στενόμακρες και πολύ μεγάλου μήκους, σταδιακά λεπταινόμενες (tapering) με μυτερά άκρα. Έχουν 11 πρωτεύοντα και 23 δευτερεύοντα ερετικά φτερά, ενώ η ουρά διαθέτει 12 πηδαλιώδη φτερά, με τα εξωτερικά να είναι μακρύτερα από τα υπόλοιπα. Το ράμφος είναι μακρύ με έντονα αγκιστρωτό άκρο, χωρίς οδοντώσεις στα χείλη.

  • Οι φρεγάτες διαθέτουν τον μεγαλύτερο λόγο (ratio) ανοίγματος πτερύγων σε σχέση με το βάρος σώματος από κάθε πτηνό στην υφήλιο.

Η ουρά είναι βαθιά διχαλωτή, αν και αυτό το χαρακτηριστικό είναι εμφανές, μόνον εάν η ουρά «ανοίξει» σε σχήμα βεντάλιας. Οι ταρσοί είναι εξαιρετικά κοντοί και, όπως το πρόσωπο, πλήρως καλυμμένοι από φτερά. Τα πόδια είναι μικρά και αδύνατα και, παρόλο που οι δάκτυλοι είναι όλοι ενωμένοι με νηκτική μεμβράνη (totipalmate), η ένωση δεν καλύπτει ολόκληρη την επιφάνειά τους, αλλά μεγάλο τμήμα εκάστου δακτύλου παραμένει ελεύθερο.[27]

Οπωσδήποτε, το κύριο διαγνωστικό στοιχείο τους είναι οι χαρακτηριστικοί, μοναδικοί σε εμφάνιση κόκκινοι λαρυγγικοί σάκοι των αρσενικών, που έχουν την δυνατότητα να γεμίζουν με αέρα, αποκτώντας δυσανάλογα μεγάλες διαστάσεις. Η παρουσία και λειτουργία τους αποτελεί μέρος των τελετουργικών επίδειξης των αρσενικών κατά την περίοδο του ζευγαρώματος, με σκοπό την προσέλκυση των θηλυκών.

  • Οι φρεγάτες παράγουν μικρές ποσότητες «λιπαντικού» από τους ουροπυγιακούς αδένες, με αποτέλεσμα να μην αδιαβροχοποιείται πλήρως το πτέρωμά τους. Ως εκ τούτου, δεν προσθαλασσώνονται συχνά και για μεγάλο χρονικό διάστημα στην επιφάνεια της θάλασσας.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: 66 έως 101 (-114) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 155 έως 238 (-244) εκατοστά
  • Βάρος: 0,6 έως 1,6 κιλά

(βλ. λεπτομέρειες στα επί μέρους είδη).

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως θαλάσσια, πελαγικά πτηνά μεγάλων αποστάσεων, οι φρεγάτες μπορούν να αναζητούν τροφή έως και 500 χιλιόμετρα (310 μίλια) μακριά από την στεριά. Συνήθως δεν προσθαλασσώνονται, αλλά αρπάζουν την λεία τους από την επιφάνεια του νερού, καθώς πετούν, χρησιμοποιώντας το μακρύ και κυρτό τους ράμφος.[27] Συλλαμβάνουν κυρίως μικρά ψάρια, που προσπαθούν να αποφύγουν θαλάσσιους θηρευτές (κυρίως τόνους), όπως χελιδονόψαρα,[28] αλλά τρώνε και καλαμάρια, νεοσσούς άλλων πουλιών και νεογέννητες χελώνες. Συχνά, οι φρεγάτες «ληστεύουν» άλλα θαλασσοπούλια, όπως σούλες, φαέθοντες και μύχους, ακόμη και όταν ήδη έχουν καταπιεί την λεία τους εκμεταλλευόμενες την ταχύτητα και την ευελιξία τους για να παρενοχλούν τα «θύματά» τους, μέχρις ότου εκείνα αναγκαστούν να αδειάσουν το περιεχόμενο του στομάχου τους.

Οι φρεγάτες, εκτός από ψάρια, συνηθίζουν να αρπάζουν τους νεοσσούς άλλων θαλασσοπουλιών

Θεωρούνται, ως εκ τούτου, κλεπτοπαρασιτικά πτηνά, αν και ο κλεπτοπαρασιτισμός (kleptoparasitism) δεν φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην διατροφή τους, αλλά την συμπληρώνει.[29] Μάλιστα, σε μελέτη πάνω στην διατροφή των μεγάλων φρεγατών, που «έκλεβαν» μασκοφόρες σούλες (Sula dactylatra) δείχθηκε ότι, οι φρεγάτες θα μπορούσαν να συμπληρώνουν μέχρι και το 40% της τροφής τους από τις σούλες, αλλά το ποσοστό αυτό έφθανε μόνον στο 5%, κατά μέσον όρο.[30]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φρεγάτες, γενικά, δεν κολυμπούν ενώ τα κοντά πόδια τους δεν τούς επιτρέπουν να περπατούν καλά.[27] Επειδή, ταυτόχρονα, διαθέτουν τις μεγαλύτερες πτέρυγες σχετικά με το σωματικό τους βάρος, είναι -πρακτικά- εναέρια πτηνά, που μπορούν να παραμένουν ψηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα, καταφεύγοντας στην προσγείωση μόνον όταν πρόκειται να κουρνιάσουν ή να αναπαραχθούν. Αυτό συμβαίνει επειδή, σπάνια, φτεροκοπούν και εκμεταλλεύονται τα θερμά ανοδικά ρεύματα για να πραγματοποιούν εναέριους κύκλους πάνω από την επιφάνεια του νερού, με ελάχιστη ενεργειακή δαπάνη.[28]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(βλ. επί μέρους είδη)

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελετουργικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χαρακτηριστικός λαρυγγικός σάκος της ενήλικης αρσενικής μεγάλης φρεγάτας

Οι φρεγάτες είναι πτηνά που, στην συντριπτική τους πλειονότητα, αναπαράγονται σε απομακρυσμένα ωκεάνια νησιά. Τα αρσενικά πτηνά εμφανίζουν εντυπωσιακά τελετουργικά επίδειξης, με σκοπό να προσελκύσουν τα θηλυκά. Πετούν πάνω από αυτά, με το ράμφος στραμμένο ψηλά και «δονούν» τις απλωμένες πτέρυγές τους. Όμως, το κυριότερο στοιχείο των επιδείξεών τους είναι η διόγκωση των χαρακτηριστικών λαρυγγικών σάκων τους, οι οποίοι αποτελούν εντυπωσιακότατο «θέαμα», με το άλικο κόκκινο χρώμα τους. Συνήθως, κάθονται ομαδικά σε θάμνους και δέντρα διατηρώντας τον σάκο διογκωμένο για περίοδο 20 λεπτών. Επίσης, παράγουν χαρακτηριστικό «κροταλιστό» ήχο με τα ράμφη τους, μερικές φορές μαζί με λεπτό σφύριγμα.

Φωλιά και γέννα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σχηματισμός του ζευγαριού και η κατασκευή της φωλιάς μπορεί να ολοκληρωθούν σε λίγες μέρες για ορισμένα άτομα, ενώ μπορεί να πάρει 1-2 εβδομάδες (μέχρι και 4) για κάποια άλλα. Μετά το ζευγάρωμα, γενικά, το αρσενικό συγκεντρώνει κλαδιά και το θηλυκό κατασκευάζει μια χαλαρά υφασμένη φωλιά.

Οι φρεγάτες προτιμούν να φωλιάζουν σε δένδρα ή θάμνους αλλά, όταν αυτά δεν είναι διαθέσιμα, καταφεύγουν στο έδαφος. Εναποθέτουν ένα (1) μόνον αβγό, το οποίο επωάζεται και από τους δύο συντρόφους, εναλλάξ, για 41-55 ημέρες.

Ο νεοσσός είναι φωλεόφιλος, εκκολάπτεται γυμνός και διαθέτει λίγο λευκό χνούδι. Επιτηρείται συνεχώς από τους γονείς για τις πρώτες 4-6 εβδομάδες και τρέφεται μέσα στην φωλιά για 5-6 μήνες.[27]

  • Ενόσω ο νεοσσός περιμένει τους γονείς του για ατελείωτες ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο, υιοθετεί κάποια στάση του σώματος -μη ενεργειοβόρα-, κατά την οποία παραμένει ακίνητος, με το κεφάλι να κρέμεται προς τα κάτω, έτσι ώστε να μοιάζει νεκρός (sic). Αλλά όταν ο γονέας επιστρέφει, «ξυπνάει» απότομα, κουνάει έντονα το κεφάλι του και αρθρώνει έντονες κραυγές μέχρι εκείνος να ανοίξει το στόμα του. Ο πεινασμένος νεοσσός «βυθίζει», τότε, το κεφάλι του βαθιά στον λαιμό του γονέα και τροφοδοτείται.

Οι γονείς αναλαμβάνουν εκ περιτροπής την σίτισή του για τους 3 πρώτους μήνες, κατόπιν δε μόνον η μητέρα τροφοδοτεί το νεαρό πουλί για άλλους 8 μήνες. Επομένως, η περίοδος ανατροφής του νεοσσού είναι πολύ μεγάλη, κάτι που σημαίνει ότι, οι φρεγάτες δεν μπορούν να ζευγαρώνουν κάθε χρόνο. Πολλές φορές το νεαρό άτομο είναι τόσο ανεπτυγμένο ώστε, ενώ έχει το μέγεθος των γονέων, εξακολουθεί να σιτίζεται από αυτούς. Για την ακρίβεια, η διάρκεια της γονικής μέριμνας στις φρεγάτες είναι από τις μακροβιότερες στα πτηνά, συγκρινόμενη μόνον με εκείνην του βούκερου Bucorvus leadbeateri και κάποιων μεγάλων μελών της οικογενείας Αετίδες (Accipitridae).[31] Το πρόβλημα αυτής της «αργής» αναπαραγωγής επιτείνεται από το γεγονός ότι, οι φρεγάτες χρειάζονται πολλά χρόνια για να φθάσουν στην σεξουαλική ωριμότητα. Μελέτη σε μεγάλες φρεγάτες στα νησιά Γκαλαπάγκος έδειξε ότι, τα θηλυκά ωρίμαζαν στα 8-9 έτη της ηλικίας τους και τα αρσενικά, μόλις στα 10-11 έτη.[32]

Προσδόκιμο ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μέση διάρκεια ζωής των φρεγατών είναι άγνωστη, αλλά όπως και άλλα θαλασσοπούλια, κυρίως περιπλανώμενα άλμπατρος (Diomedea exulans) και ωκεανοδρόμους του Λιτς (Oceanodroma leucorhoa), είναι μακρόβιες. Το 2002 δακτυλιώθηκαν 35 μεγάλες φρεγάτες, οι οποίες ανακτήθηκαν στο νησί Τερν της Χαβάης. Από αυτές, οι δέκα ήταν περίπου 37 ετών, ενώ ένα (1) άτομο ήταν 44 ετών, τουλάχιστον.[33]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(βλ. επί μέρους είδη)

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 89
  2. Dunn & Kelley
  3. Hartog
  4. Jobling
  5. du Tertre
  6. Albin
  7. Jal
  8. Dampier
  9. Linnaeus
  10. Garrod
  11. Lanham
  12. Hedges & Sibley
  13. Cheeser et al
  14. Bock
  15. Smith
  16. Mayr
  17. Stidham
  18. Ashmole
  19. Olson
  20. James
  21. Steadman
  22. Meyer & Cottrell
  23. Australian Biological Resources Study (29 July 2014). "Genus Fregata Lacépède, 1799". Australian Faunal Directory. Canberra, Australian Capital Territory: Department of the Environment, Water, Heritage and the Arts, Australian Government
  24. Mathews
  25. 25,0 25,1 Kennedy & Spencer
  26. 26,0 26,1 Khanna
  27. 27,0 27,1 27,2 27,3 O'Brien
  28. 28,0 28,1 28,2 Weimerskirch et al
  29. Schreiber & Burger
  30. Vickery & Brooke
  31. Skutch & Gardner
  32. Valle et al
  33. Juola et al

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003
  • Helm Dictionary of Scientific Bird Names
  • Alfred Newton A Dictionary of Birds, 1896
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott, Jim and David Tipling. Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Harrison, Peter (1988). Seabirds: An Identification Guide. London: Christopher Helm. ISBN 0-7470-1410-8
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Albin, Eleazar (1738). A Natural History of the Birds, Volume 3. p. 75 and plate 80 on previous page
  • Ashmole, NP (1963). Sub-fossil bird remains on Ascension Island, Ibis 103: 382–389. doi:10.1111/j.1474-919X.1963.tb06761.x.
  • Chesser, R. Terry; Banks, Richard C.; Barker, F. Keith; Cicero, Carla; Dunn, Jon L.; Kratter, Andrew W; Lovette, Irby J; Rasmussen, Pamela C.; Remsen, JV Jr; Rising, James D.; Stotz, Douglas F; Winker, Kevin (2010). Fifty-First Supplement to the American Ornithologists' Union Check-List of North American Birds, The Auk 127 (3): 726–744. doi:10.1525/auk.2010.127.4.966.
  • Dampier, James (1699) [1697]. An Account of a New Voyage Around the World , London, United Kingdom: James Knapton. p. 49
  • Dunn, Oliver; Kelley, James E Jr (1989). The Diario of Christopher Columbus's First Voyage to America, 1492-1493, Norman, Oklahoma: University of Oklahoma Press. p. 45. ISBN 0-8061-2384-2
  • Garrod, Alfred Henry (1874). On Certain Muscles of Birds and their Value in Classification, Proceedings of the Zoological Society of London 42 (1): 111–23. doi:10.1111/j.1096-3642.1874.tb02459.x
  • Hartog, JC den (1993). An early note on the occurrence of the Magnificent Frigate Bird, Fregata magnificens Mathews, 1914, in the Cape Verde Islands: Columbus as an ornithologist. Zoologische Mededelingen 67: 361–364
  • Hedges, S.Blair; Sibley, Charles G (1994). Molecules vs. morphology in avian evolution: the case of the "pelecaniform" birds. PNAS 91 (21): 9861–65. doi:10.1073/pnas.91.21.9861
  • JAL, A. (1848). Glossaire Nautique, París, L'Institut de France
  • James, Helen F. (1987). A late Pleistocene avifauna from the island of Oahu, Hawaiian Islands , Documents des laboratories de Géologie, Lyon 99: 221–30.
  • Jobling, James A. (2010). The Helm Dictionary of Scientific Bird Names, London: Christopher Helm. p. 164. ISBN 978-1-4081-2501-4
  • Juola, Frans A; Haussmann, Mark F; Dearborn, Donald C; Vleck, Carol M (2006). Telomere shortening in a long-lived marine bird: cross-sectional analysis and test of an aging tool, Auk 123 (3): 775–783. doi:10.1642/0004-8038(2006)123[775:TSIALM]2.0.CO;2.
  • Kennedy, Martyn; Spencer, Hamish G (2004). Phylogenies of the frigatebirds (Fregatidae) and tropicbirds (Phaethonidae), two divergent groups of the traditional order Pelecaniformes, inferred from mitochondrial DNA sequences, Molecular Phylogenetics and Evolution 31 (1): 31–38. doi:10.1016/j.ympev.2003.07.007
  • Khanna, D.R. (2005). Biology of Birds, New Delhi, India: Discovery Publishing House. pp. 317–19. ISBN 9788171419333
  • Lanham, Urless N. (1947). Notes on the Phylogeny of the Pelecaniformes, The Auk 64 (1): 65–70. doi:10.2307/4080063
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema Naturae per Regna Tria Naturae, Secundum Classes, Ordines, Genera, Species, cum Characteribus, Differentiis, Synonymis, Locis. Tomus I. Editio Decima, Reformata (in Latin). Holmiae: Laurentii Salvii. pp. 132–34. Rostrum edentulum, rectum: apice adunco, unguiculato. Nares lineares. Facies nuda. Pedes digitís omnibus palmatis
  • Mathews, GM (1914). On the species and subspecies of the genus Fregata. Australian Avian Record 2 (6): 117–121.
  • Mayr, Gerald (2009). Paleogene Fossil Birds , New York, New York: Springer Science & Business Media. pp. 63–64. ISBN 9783540896289
  • Meyer, Ernst; Cottrell, G William, eds. (1979). Checklist of birds of the world. Volume 1 (2nd ed.). Cambridge, Massachusetts: Museum of Comparative Zoology. p. 159.
  • O'Brien, RM (1990). Family Fregatidae frigatebirds , In Marchant, S; Higgins, PG. Handbook of Australian, New Zealand & Antarctic Birds. Volume 1: Ratites to ducks; Part B, Australian pelican to ducks . Melbourne: Oxford University Press. p. 912. ISBN 978-019553068-1.
  • Olson, Storrs L. (1975). Paleornithology of St. Helena Island, South Atlantic Ocean , Smithsonian Contributions to Paleobiology 23: 1–49. doi:10.5479/si.00810266.23.1
  • Schreiber, Elizabeth A; Burger, Joanne (2001). Biology of Marine Birds, Boca Raton, Florida: CRC Press. ISBN 0-8493-9882-7.
  • Skutch, Alexander Frank; Gardner, Dana (illustrator) (1987). Helpers at Birds' Nests : a worldwide survey of cooperative breeding and related behavior. Iowa City: University of Iowa Press. pp. 69–71. ISBN 0-87745150-8.
  • Smith, Nathan D. (2010). Phylogenetic analysis of Pelecaniformes (Aves) based on osteological data: Implications for waterbird phylogeny and fossil calibration studies . PLoS ONE 5 (10): e13354. doi:10.1371/journal.pone.0013354. PMC 2954798. PMID 20976229
  • Steadman, David W. (2006). Extinction and biogeography of tropical Pacific birds, Chicago: University of Chicago Press. ISBN 978-022677142-7.
  • Stidham, Thomas A. (2014). A new species of Limnofregata (Pelecaniformes: Fregatidae) from the Early Eocene Wasatch Formation of Wyoming: implications for palaeoecology and palaeobiology , Palaeontology: 1–11. doi:10.1111/pala.12134.
  • du Tertre, du Jean-Baptiste (1667). Histoire générale des Antilles habitées par les François (in French). Volume 2. Paris: Thomas Joly. p. 269, Plate p. 246.
  • Valle, Arlos A; de Vries, Tjitte; Hernández, Cecilia (2006). Plumage and sexual maturation in the Great frigatebird Fregata minor in the Galapagos Islands (PDF). Marine Ornithology 34: 51–59.
  • Vickery, JA; Brooke, M de L (1994). The kleptoparasitic interactions between Great Frigatebirds and Masked Boobies on Henderson Island, South Pacific, Condor 96 (2): 331–340. JSTOR 1369318
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Frigatebird της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).