Μικρή φρεγάτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μικρή φρεγάτα
Ενήλικη μικρή φρεγάτα φωτογραφημένη στην Δ. Αυστραλία
Ενήλικη μικρή φρεγάτα φωτογραφημένη στην Δ. Αυστραλία
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Σουλόμορφα (Suliformes)
Οικογένεια: Φρεγατίδες (Fregatidae)
Γένος: Φρεγάτα (Fregata) (Lacépède, 1799) F
Είδος: F. ariel
Διώνυμο
Fregata ariel (Φρεγάτα ο Αριήλ)
Gray, 1845
Υποείδη

Fregata ariel ariel
Fregata ariel iredalei
Fregata ariel trinitatis

Fregata ariel - MHNT

Η Μικρή φρεγάτα είναι θαλάσσιο πελαγικό πτηνό της οικογενείας των Φρεγατιδών, που απαντά στις τροπικές περιοχές του Ειρηνικού και του Ινδικού, αλλά και σε μικρό τμήμα του Ατλαντικού Ωκεανού (βλ. Γεωγραφική εξάπλωση). Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Fregata ariel και περιλαμβάνει 3 υποείδη. [1]

Τάση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική  [2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Χριστόφορος Κολόμβος πρωτοείδε φρεγάτες όταν περνούσε από τα Νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου στο πρώτο ταξίδι του στον Ατλαντικό Ωκεανό, το 1492. Σε ημερολογιακή καταχώρηση καταστρώματος (29 Σεπτεμβρίου) χρησιμοποίησε την λέξη rabiforçado , που σημαίνει forktail «[πουλί] με ψαλιδωτή ουρά». [3][4]

Ωστόσο, ο επιστημονικός όρος fregata που παρέμεινε και ως λαϊκή ονομασία σε όλες τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, οφείλεται σε Γάλλους ναυτικούς οι οποίοι αποκάλεσαν έτσι το πουλί έχοντας κατά νου το ομώνυμο πολεμικό πλοίο. [5] Μάλιστα, η συγκεκριμένη προέλευση αναφέρεται από τον Γάλλο φυσιοδίφη Ζ. Μ. ντυ Τερτρ (Jean-Baptiste du Tertre, 1610-1687) όταν περιγράφει το πτηνό, το 1667. [6] Πάντως, η ονομασία καθιερώθηκε το 1738, από τον Άγγλο φυσιοδίφη και εικονογράφο Ε. Άλμπιν (Eleazar Albin, 1690-1742) στο έργο του Φυσική Ιστορία των Πτηνών (Natural History of Birds), όπου περιλαμβάνεται και εικόνα του αρσενικού με τον κόκκινο λαρυγγικό σάκο του. [7]

Η ετυμολογία της ίδιας της λέξης φρεγάτα είναι άγνωστη, αν και μπορεί να ξεκίνησε ως παραφθορά του aphractus, λατινικής απόδοσης ελληνική λέξη (άφρακτος [ναυς]), που σημαίνει «ανοικτό σκάφος χωρίς κατώτερο κατάστρωμα». [8] Επίσης, ο Κικέρων στις Επιστολές του στον Αττικό 5,13.1 αναφέρει: Navigavimus tardius propter aphractorum Rhodiorum imbecillitatem («απέπλευσε χωρίς φόβο και χωρίς ναυτία, αλλά πιο αργά λόγω της αδυναμίας της Ροδιακής αφράκτου) και, παρακάτω: detraxit viginti ipsos dies aphractus Rhodiorum και aphracta Rhodiorum habebam.

  • Σύμφωνα με την ονοματολογία αυτή, είναι πολύ πιθανόν οι φρεγάτες να ονομάσθηκαν έτσι, λόγω της επιθετικής τους συμπεριφοράς προς άλλα είδη θαλασσίων πτηνών, εναντίον των οποίων επιτίθενται, αναγκάζοντάς τα να αφήσουν την λεία τους (βλ. Τροφή).

Οι Άγγλοι ναυτικοί συνηθίζουν να αποκαλούν την φρεγάτα με την -ευρύτατα διαδεδομένη- ονομασία Man-of-War «άνθρωπος-του-πολέμου/πολεμιστής», ιδιαίτερα στα νερά της Καραϊβικής.

Η επιστημονική ονομασία του είδους, περιλαμβάνει τον όρο ariel, ο οποίος έχει εβραϊκή προέλευση. Συγκεκριμένα, η λέξη αριήλ σημαίνει κυρίως «τόπος θεού», πιθανόν κάποιο θυσιαστήριο ή ως συμβολικό όνομα της Ιερουσαλήμ (Ησ. 29:1-7). Ο όρος Αριήλ -με κεφαλαίο Α- Χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην Καββάλα, για να χαρακτηρίσει ορισμένους αγγέλους, κυρίως τους κακούς. [9] [10] Ωστόσο, στον Ιουδαϊκό και Χριστιανικό μυστικισμό, αλλά και στα Απόκρυφα, σημαίνει και «λιοντάρι του Θεού» ή «καρδιά του Θεού». [11] Πολλές φορές απεικονίζεται ως φτερωτός άγγελος, κάτι που -πιθανώς- δικαιολογεί την ονοματοδοσία του πτηνού, όταν υπερίπταται της επιφάνειας του νερού.

Η αγγλική -και η αντίστοιχη ελληνική- λαϊκή ονομασία του πτηνού, αναφέρεται στο μικρό του μέγεθος, καθώς αποτελεί την μικρότερη από όλες τις αρτίγονες φρεγάτες

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Η μικρή φρεγάτα είχε, αρχικά, ταξινομηθεί ως Atagen ariel από τον Άγγλο ζωολόγο Τ. Γκρέι (George Robert Gray, 1808-1872), το 1845 (Κουίνσλαντ). Το 1914 ο Αυστραλός ορνιθολόγος Γ. Μάθιους (Gregory Macalister Mathews, 1876 – 1949) πρότεινε ότι, θα πρέπει να ταξινομηθεί στο νέο γένος Fregata. [12] Γενετική ανάλυση για την μικρή φρεγάτα έδειξε ότι, είναι -σχετικά- απομακρυσμένη φυλογενετικά από τα υπόλοιπα 4 είδη φρεγατών. [13]

Γεωγραφική κατανομή υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική εξάπλωση του είδους Fregata minor

Η μεγαλόπρεπη φρεγάτα απαντά κυρίως στα τροπικά νερά (θερμοκρασίας άνω των 22° C, συνήθως) του Ειρηνικού και του Ινδικού Ωκεανού. Το βορειότερο σημείο κατανομής της είναι στην περιοχή της Χαβάης. Μεγάλες αποικίες αναπαραγωγής υπάρχουν σε πολλά νησιά του Ειρηνικού, από την Νήσο Ουέηκ, μέχρι τα Γκαλαπάγκος και την Νέα Καληδονία. Μικροί πληθυσμοί απαντούν στην αυστραλιανή Θάλασσα των Κοραλλίων.

Επίσης, ένας (1) ξεχωριστός πληθυσμός περιπλανιέται στα νερά του νότιου Ατλαντικού Ωκεανού, ανοικτά των ακτών της Βραζιλίας (Τριντάντε και Μάρτιμ Βαζ). Ακόμη και εκτός της εποχής φωλιάσματος είναι σε μεγάλο βαθμό καθιστικό είδος, με την διασπορά να περιορίζεται στα νεαρά και μη-αναπαραγωγικά άτομα, κυρίως στον Ειρηνικό και Ινδικό Ωκεανό.

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το Ισραήλ και την Ιορδανία, την Μοζαμβίκη και την Σομαλία, το Ομάν και την Νέα Ζηλανδία. [14]

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Fregata ariel ariel Α Ινδικός Ωκεανός ανατολικά προς Φιλιππίνες, Β Αυστραλία και Κ Ειρηνικό
2 Fregata ariel iredalei Δ Ινδικός Ωκεανός
3 Fregata ariel trinitatis Ν Ατλαντικός Ωκεανός (Τριντάντε και Μάρτιμ Βαζ)

Πηγές: [15][16][17]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)
Ενήλικη μικρή φρεγάτα εν πτήσει (κοιλιακή όψη)

Όπως και τα άλλα είδη, οι μικρές φρεγάτες είναι λεπτά και, ως επί το πλείστον, μαύρα στο πτέρωμα θαλασσοπούλια, με έντονα διχαλωτή ουρά. Ωστόσο, η μικρή φρεγάτα είναι το μικρότερο από τα 5 σωζόμενα είδη φρεγατών και, μάλιστα, υπολείπεται αρκετά σε μέγεθος. Τα αρσενικά που, κατά την αναπαραγωγική περίοδο, «φουσκώνουν» τον χαρακτηριστικό κόκκινο λαρυγγικό σάκο τους, έχουν μαύρο κεφάλι, μανδύα και ράχη, με χαρακτηριστική, μεταλλική πρασινωπή/πορφυρή απόχρωση στην περιοχή της ωμοπλάτης. Η άνω επιφάνεια των πτερύγων είναι «γυαλιστερή» μαύρη, με ελαφρώς καφετί μεγάλα στέγαστρα, που δημιουργούν αχνή μπάρα κατά μήκος του εσωτερικού της πτέρυγας. Το κάτω μέρος του σώματος είναι μαύρο, με στενή, λευκή λωρίδα εκατέρωθεν της κοιλιακής χώρας, η οποία επεκτείνεται από τις πλευρές (flanks) του σώματος μέχρι τα καλυπτήρια του κάτω μέρους των πτερύγων (axillaries), δημιουργώντας χαρακτηριστικά, λευκά «σπιρούνια» (spurs). Το ράμφος είναι γκριζόμαυρο, η ίριδα καφετί και ο οφθαλμικός δακτύλιος μαύρος. Οι ταρσοί και τα πόδια είναι καφεκόκκινα προς μαυριδερά.

Τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά, αλλά στερούνται λαρυγγικού σάκου. Το κεφάλι και το εμπρόσθιο τμήμα του λαιμού είναι μαύρα, δημιουργώντας σκοτεινόχρωμο «κάλυμμα», σαφώς διαχωριζόμενο από τα -επίσης μαύρα- μανδύα και ράχη, με λευκό «κολάρο». Η άνω επιφάνεια των πτερύγων είναι μαυριδερή, με ελαφρώς καφεκίτρινη μπάρα κατά μήκος του εσωτερικού της πτέρυγας. Έχουν λευκό το στήθος και τις πλευρές, σε έντονη αντίθεση με το σκοτεινόχρωμο «κάλυμμα». Το κάτω μέρος των πτερύγων, η κάτω κοιλιακή χώρα και η κάτω επιφάνεια της ουράς έχουν μαύρο χρώμα. Το ράμφος μπορεί να ποικίλλει από ροζ έως γκριζωπό, ενώ οι ταρσοί και τα πόδια είναι ροδοκόκκινα. [18]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: 66 έως 75 (-81) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 155-193 εκατοστά
  • Βάρος: ♂ 625-875 γραμμάρια ♀ 760-955 γραμμάρια

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Τρέφεται κυρίως με ιπτάμενα ψάρια της οικογενείας Exocoetidae, όπως τα Cypselurus, Exocoetus και Evolantia, καθώς και με καλαμάρια. Αρκετά συχνά παρατηρείται το φαινόμενο του κλεπτοπαρασιτισμού (kleptoparasitism), [19] αν και αυτή η συμπεριφορά αποτελεί μικρή πηγή ενέργειας. [20][21]. Συχνά αναζητά τροφή στις ακτές ή στην ενδοχώρα στις περισσότερες περιοχές όπου αναπαράγεται. [22]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Τελετουργικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Φρεγάτα (πτηνό)

Φωλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναπαραγωγική περίοδος φαίνεται να είναι μεταξύ Μαΐου και Δεκεμβρίου, τουλάχιστον στην περιοχή της Αυστραλίας. Οι μικρές φρεγάτες φωλιάζουν σε δένδρα (Νήσος των Χριστουγέννων), ενώ και τα δύο φύλα συμβάλλουν στην κατασκευή της φωλιάς, την επώαση και τη σίτιση του μοναδικού νεοσσού, ο οποίος εκκολάπτεται μετά από επώαση που διαρκεί 6-7 εβδομάδες. Επιτηρείται στενά για άλλες 7 εβδομάδες, περίπου, επειδή αποτελεί εύκολη λεία για άλλα πτηνά, συμπεριλαμβανομένων και των ιδίων των φρεγατών. Πτερώνεται στις 20 έως 24 εβδομάδες, αλλά παραμένει στη φωλιά για ακόμη 6 μήνες μέχρι να αναπτυχθεί, ενώ φροντίζεται και τρέφεται από τους γονείς του για αρκετά μεγάλο, περαιτέρω χρονικό διάστημα.

  • Στα νησιά Αλντάμπρα, από 297 αβγά, μόνο 59 νεοσσοί εκκολάφθηκαν, εκ των οποίων μόνον οι 36 ενηλικιώθηκαν. Αυτό σημαίνει, αναπαραγωγική επιτυχία μόνο 12%, σε αυτό το νησί.

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανθρώπινη όχληση, θήρευση, καταστροφή βιοτόπων. [23]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συνολικός παγκόσμιος πληθυσμός υπολογίζεται σε αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες πουλιά. Τουλάχιστον 6.000 ζευγάρια αναπαράγονται στα νησιά Αλντάμπρα (Aldabra) στον Ινδικό Ωκεανό και άλλα 15.000 ζευγάρια αναπαράγονται στα νησιά ανοικτά της βόρειας ακτής της Αυστραλίας. Οι μεγαλύτερες αποικίες βρίσκονται στα νησιά Φοίνιξ και Λάιν, στον κεντρικό Ειρηνικό Ωκεανό. Επειδή πολλές φωλιές βρίσκονται επί του εδάφους, τα πουλιά είναι πολύ ευάλωτα σε θήρευση από ξενικά είδη, όπως άγριες γάτες. Η εξάλειψη των γατών από πολλές ατόλες και νησιά (Baker, Jarvis, κ.α) έχει οδηγήσει στην αποκατάσταση και την ανάπτυξη των αποικιών. Για παράδειγμα στην ατόλη Μπέικερ δεν υπήρχαν αναπαραγωγικά ζευγάρια, το 1965, αλλά μετά την εξάλειψη των άγριων γατών στο νησί, γύρω στο 1970, αυτά επέστρεψαν και, το 2002, καταγράφηκαν 16.200 άτομα. [24]

Ωστόσο, οι πληθυσμοί του υποείδους Fregata minor trinitatis είναι πιθανόν να είναι εξαιρετικά μικροί, διότι το νησί Τριντάντε και Μάρτιμ Βαζ, 1.100 χιλιόμετρα ανατολικά των ακτών της Βραζιλίας, ενώ κάποτε καλυπτόταν από δάση, η κατοπινή αποψίλωση και η υπερβόσκηση από τις εισηγμένες κατσίκες αποδείχθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα εκπονήθηκε σειρά από προγράμματα για την εξάλειψη όλων τα εισηγμένων σπονδυλωτών -εκτός από τα οικιακά ποντίκια. Το 1975-1976 ο Αμερικανός ορνιθολόγος Storrs Olson επισκέφθηκε το νησί και ανέφερε ότι δεν υπήρχαν πλέον αποικίες μεγάλων φρεγατών, παρά μόνον μια μικρή ομάδα από 15 -ή λιγότερες- φωλιές, μικρών φρεγατών. [25] Μετά από την ημερομηνία αυτή, δεν υπήρξαν περαιτέρω εκθέσεις των δύο ειδών που φωλιάζουν στο νησί, αλλά υπήρξαν αρκετές αναφορές για πουλιά που παρατηρήθηκαν εν πτήσει. Πάντως, οι άγριες γάτες που είχαν λεηλατήσει τα πτηνά που φώλιαζαν στο έδαφος, τελικά αποδεκατίστηκαν, το 1998. [26]

Το είδος, παρόλο που δεν εμφανίζει μεγάλο εύρος κατανομής, δεν προσεγγίζει τα κατώτατα όρια για τα Ευάλωτα (VU) είδη, με βάση το κριτήριο του μεγέθους εύρους ή το μέγεθος του πληθυσμού. Παρόλο που, η τάση του πληθυσμού εμφανίζεται καθοδική δεν προσεγγίζει τα κατώτατα όρια για τα Ευάλωτα, βάσει του κριτηρίου της τάσης του πληθυσμού (> 30% πτώση πάνω από δέκα χρόνια ή τρεις γενεές). Για τους λόγους αυτούς, το είδος αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC) από την IUCN. [27]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^ Περιλαμβάνει και το υποείδος, F. m. strumosa [28]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard and Moore, p. 89
  2. http://www.iucnredlist.org/details/full/22697738/0
  3. Dunn & Kelley
  4. Hartog
  5. Jobling
  6. du Tertre
  7. Albin
  8. Jal
  9. ΠΛΜ, 11:23
  10. ΠΛ, 3:589
  11. http://www.abarim-publications.com/Meaning/Ariel.html
  12. http://ibc.lynxeds.com/great-frigatebird-fregata-minor
  13. Kennedy & Spencer
  14. http://www.iucnredlist.org/details/22697738/0
  15. Howard and Moore, p. 89
  16. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22697738
  17. http://ibc.lynxeds.com/lesser-frigatebird-fregata-ariel
  18. Enticott & Tipling
  19. Vickery & Brooke
  20. Vickery & Brooke
  21. Weimerskirch et al
  22. Weimerskirch et al
  23. Enticott & Tipling
  24. Rauzon et al
  25. Olson, 1981
  26. Alves et al
  27. http://www.iucnredlist.org/details/22697738/0
  28. Howard and Moore, p. 89, footnote 3

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003
  • Alfred Newton A Dictionary of Birds, 1896
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott, Jim and David Tipling. Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Harrison, Peter (1988). Seabirds: An Identification Guide. London: Christopher Helm. ISBN 0-7470-1410-8
  • Helm Dictionary of Scientific Bird Names
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Albin, Eleazar (1738). A Natural History of the Birds, Volume 3. p. 75 and plate 80 on previous page
  • Alves, RJV; da Silva, NG; Aguirre-Muñoz, A (2011). Return of endemic plant populations on Trindade Island, Brazil, with comments on the fauna (PDF). In Veitch, CR; Clout, MN; Towns, DR. Island invasives: eradication and management : proceedings of the International Conference on Island Invasives. Gland, Switzerland: IUCN. pp. 259–263. OCLC 770307954.
  • Ashmole, NP (1963). Sub-fossil bird remains on Ascension Island, Ibis 103: 382–389. doi:10.1111/j.1474-919X.1963.tb06761.x.
  • Chesser, R. Terry; Banks, Richard C.; Barker, F. Keith; Cicero, Carla; Dunn, Jon L.; Kratter, Andrew W; Lovette, Irby J; Rasmussen, Pamela C.; Remsen, JV Jr; Rising, James D.; Stotz, Douglas F; Winker, Kevin (2010). Fifty-First Supplement to the American Ornithologists' Union Check-List of North American Birds, The Auk 127 (3): 726–744. doi:10.1525/auk.2010.127.4.966.
  • Congdon, B.C. and Preker, M. 2004. Sex-specific chick provisioning and kleptoparasitism in the least frigatebird, Fregata ariel. Emu 104(4): 347-351.
  • Dampier, James (1699) [1697]. An Account of a New Voyage Around the World , London, United Kingdom: James Knapton. p. 49
  • Dunn, Oliver; Kelley, James E Jr (1989). The Diario of Christopher Columbus's First Voyage to America, 1492-1493, Norman, Oklahoma: University of Oklahoma Press. p. 45. ISBN 0-8061-2384-2
  • Garrod, Alfred Henry (1874). On Certain Muscles of Birds and their Value in Classification, Proceedings of the Zoological Society of London 42 (1): 111–23. doi:10.1111/j.1096-3642.1874.tb02459.x
  • Hartog, JC den (1993). An early note on the occurrence of the Magnificent Frigate Bird, Fregata magnificens Mathews, 1914, in the Cape Verde Islands: Columbus as an ornithologist. Zoologische Mededelingen 67: 361–364
  • Hedges, S.Blair; Sibley, Charles G (1994). Molecules vs. morphology in avian evolution: the case of the "pelecaniform" birds. PNAS 91 (21): 9861–65. doi:10.1073/pnas.91.21.9861
  • JAL, A. (1848). Glossaire Nautique, París, L'Institut de France
  • James, Helen F. (1987). A late Pleistocene avifauna from the island of Oahu, Hawaiian Islands , Documents des laboratories de Géologie, Lyon 99: 221–30.
  • Jobling, James A. (2010). The Helm Dictionary of Scientific Bird Names, London: Christopher Helm. p. 164. ISBN 978-1-4081-2501-4
  • Juola, Frans A; Haussmann, Mark F; Dearborn, Donald C; Vleck, Carol M (2006). Telomere shortening in a long-lived marine bird: cross-sectional analysis and test of an aging tool, Auk 123 (3): 775–783. doi:10.1642/0004-8038(2006)123[775:TSIALM]2.0.CO;2.
  • Kennedy, Martyn; Spencer, Hamish G (2004). Phylogenies of the frigatebirds (Fregatidae) and tropicbirds (Phaethonidae), two divergent groups of the traditional order Pelecaniformes, inferred from mitochondrial DNA sequences, Molecular Phylogenetics and Evolution 31 (1): 31–38. doi:10.1016/j.ympev.2003.07.007
  • Khanna, D.R. (2005). Biology of Birds, New Delhi, India: Discovery Publishing House. pp. 317–19. ISBN 9788171419333
  • Lanham, Urless N. (1947). Notes on the Phylogeny of the Pelecaniformes, The Auk 64 (1): 65–70. doi:10.2307/4080063
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema Naturae per Regna Tria Naturae, Secundum Classes, Ordines, Genera, Species, cum Characteribus, Differentiis, Synonymis, Locis. Tomus I. Editio Decima, Reformata (in Latin). Holmiae: Laurentii Salvii. pp. 132–34. Rostrum edentulum, rectum: apice adunco, unguiculato. Nares lineares. Facies nuda. Pedes digitís omnibus palmatis
  • Mathews, GM (1914). On the species and subspecies of the genus Fregata. Australian Avian Record 2 (6): 117–121.
  • Mayr, Gerald (2009). Paleogene Fossil Birds , New York, New York: Springer Science & Business Media. pp. 63–64. ISBN 9783540896289
  • Meyer, Ernst; Cottrell, G William, eds. (1979). Checklist of birds of the world. Volume 1 (2nd ed.). Cambridge, Massachusetts: Museum of Comparative Zoology. p. 159.
  • O'Brien, RM (1990). Family Fregatidae frigatebirds , In Marchant, S; Higgins, PG. Handbook of Australian, New Zealand & Antarctic Birds. Volume 1: Ratites to ducks; Part B, Australian pelican to ducks . Melbourne: Oxford University Press. p. 912. ISBN 978-019553068-1.
  • Olson, Storrs L. (1975). Paleornithology of St. Helena Island, South Atlantic Ocean , Smithsonian Contributions to Paleobiology 23: 1–49. doi:10.5479/si.00810266.23.1
  • Olson, Storrs L. (1981). Natural history of vertebrates on the Brazilian islands of the mid South Atlantic. National Geography Society Research Reports 13: 481–492
  • Rauzon, MJ; Forsell, DJ; Flint, EN; Gove, JM (2011). Howland, Baker and Jarvis Islands 25 years after cat eradication: the recovery of seabirds in a biogeographical context (PDF). In Veitch, CR; Clout, MN; Towns, DR. Island invasives: eradication and management : proceedings of the International Conference on Island Invasives. Gland, Switzerland: IUCN. pp. 345–349. OCLC 770307954.
  • Schreiber, Elizabeth A; Burger, Joanne (2001). Biology of Marine Birds, Boca Raton, Florida: CRC Press. ISBN 0-8493-9882-7.
  • Skutch, Alexander Frank; Gardner, Dana (illustrator) (1987). Helpers at Birds' Nests : a worldwide survey of cooperative breeding and related behavior. Iowa City: University of Iowa Press. pp. 69–71. ISBN 0-87745150-8.
  • Smith, Nathan D. (2010). Phylogenetic analysis of Pelecaniformes (Aves) based on osteological data: Implications for waterbird phylogeny and fossil calibration studies . PLoS ONE 5 (10): e13354. doi:10.1371/journal.pone.0013354. PMC 2954798. PMID 20976229
  • Steadman, David W. (2006). Extinction and biogeography of tropical Pacific birds, Chicago: University of Chicago Press. ISBN 978-022677142-7.
  • Stidham, Thomas A. (2014). A new species of Limnofregata (Pelecaniformes: Fregatidae) from the Early Eocene Wasatch Formation of Wyoming: implications for palaeoecology and palaeobiology , Palaeontology: 1–11. doi:10.1111/pala.12134.
  • du Tertre, du Jean-Baptiste (1667). Histoire générale des Antilles habitées par les François (in French). Volume 2. Paris: Thomas Joly. p. 269, Plate p. 246.
  • Valle, Arlos A; de Vries, Tjitte; Hernández, Cecilia (2006). Plumage and sexual maturation in the Great frigatebird Fregata minor in the Galapagos Islands (PDF). Marine Ornithology 34: 51–59.
  • Vandenbosch, R. 2000. Effects of ENSO and PDO events on seabird populations as revealed by Christmas Bird Count data, Waterbirds 23: 416-422.
  • Vickery, JA; Brooke, M de L (1994). The kleptoparasitic interactions between Great Frigatebirds and Masked Boobies on Henderson Island, South Pacific, Condor 96 (2): 331–340. JSTOR 1369318
  • Weimerskirch, H.; Inchausti, P.; Guinet, C.; Barbraud, C. 2003. Trends in bird and seal populations as indicators of a system shift in the Southern Ocean. Antarctic Science 15: 249-256.