Μαύρος χαλικοκυλιστής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μαύρος χαλικοκυλιστής
Ενήλικος μαύρος χαλικοκυλιστής (αναπαραγωγικό πτέρωμα)
Ενήλικος μαύρος χαλικοκυλιστής (αναπαραγωγικό πτέρωμα)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Σκολοπακίδες (Scolopacidae)
Υποοικογένεια: Αρεναριίνες (Arenariinae)
Γένος: Χαλικίας [i] (Arenaria) Brisson, 1760 F
Είδος: A. melanocephala
Διώνυμο
Arenaria melanocephala (Χαλικίας ο μελανοκέφαλος)
(Vigors, 1829)
Υποείδη

Arenaria interpres interpres
Arenaria interpres morinella

Ο Μαύρος χαλικοκυλιστής είναι παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Σκολοπακιδών, που απαντά στην αμερικανική ήπειρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Arenaria melanocephala και δεν περιλαμβάνει υποείδη (μονοτυπικό). [1]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σταθερή → [2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους arenaria «αρεναρία» [3] προέρχεται πιθανότατα από τη λατινική hărēnārĭus, -a - um, [adj.] < harena, που σημαίνει «αυτός που σχετίζεται με την αρένα» -και κατ’επέκτασιν με την άμμο της αρένας- και παραπέμπει στα ενδιαιτήματα του πτηνού. [4]

Ο όρος melanocephala στην επιστημονική ονομασία του είδους είναι άμεση απόδοση της ελληνικής «μελανοκέφαλος», που παραπέμπει στο χρώμα του πτερώματος του πτηνού.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Ιρλανδό ζωολόγο Ν. Βίγκορς (Nicholas Aylward Vigors, 1785 – 1840) ως Strepsilas melanocephalus (ΒΔ. ακτή Βορείου Αμερικής, 1829). [5] Παλαιότερα, το γένος Arenaria συμπεριλαμβανόταν στην οικογένεια Χαραδριίδες [6], προτού μεταφερθεί στην οικογένεια Σκολοπακίδες.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περιοχές αναπαραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαύρος χαλικοκυλιστής είναι μεταναστευτικό είδος της Βορείου Αμερικής. Αναπαράγεται στην Αλάσκα από την ομώνυμη χερσόνησο στο νότο, μέχρι το Ακρωτήριο Χόουπ στο βορρά. Πάντως, ο κύριος όγκος του πληθυσμού αναπαράγεται στο δέλτα της συμβολής των ποταμών Γιούκον και Κουσκόκουιμ (Kuskokwim). Φωλιάζει συνήθως κοντά στην ακτή αλλά, σε ορισμένες περιοχές, παρατηρείται στο εσωτερικό της χώρας κατά μήκος οχθών των ποταμών και των λιμνών. Υπάρχουν λίγα άτομα που καταγράφονται στην ΒΑ. Σιβηρία, αλλά χωρίς στοιχεία αναπαραγωγής, εκεί.

Περιοχές διαχείμασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος διαχειμάζει στις βραχώδεις ακτές κατά μήκος της ακτογραμμής του Ειρηνικού στην Β. Αμερική, από τη Ν. Αλάσκα μέχρι το ΒΔ. Μεξικό, όπου εμφανίζεται στην Μπάχα Καλιφόρνια και την Σονόρα, ενώ έχει καταγραφεί μέχρι την Ναγιαρίτ.

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαύρος χαλικοκυλιστής είναι πλήρως μεταναστευτικό είδος, πραγματοποιώντας ταξίδια από τα ΒΔ. της Β. Αμερικής, μέχρι το Μεξικό στα νότια, πάντοτε κατά μήκος των ακτών. Πολύ περιστασιακά, παρατηρείται στα ηπειρωτικά κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης την άνοιξη και το φθινόπωρο. Υπάρχει ένας πληθυσμός από την Λίμνη Σόλτον στη Ν. Καλιφόρνια, καθώς και και διάσπαρτα άτομα σε εσωτερικές πολιτείες των ΗΠΑ, (Μοντάνα, Ουισκόνσιν, Νεβάδα και Αριζόνα. [7]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το Γιούκον και τα Βορειοδυτικά Εδάφη στον Καναδά, ενώ υπάρχει μία (1) καταγραφή από το Σαν Κριστομπάλ στα νησιά Γκαλαπάγκος. [8][9]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, το είδος απαντά κυρίως σε υγρά λιβάδια με πόες του γένους Cyperaceae (βούρλα κ.ο.κ.) Το χειμώνα, τα τυπικά ενδιαιτήματά του είναι οι βραχώδεις ακτές -συνήθως όχι μακρύτερα από 2 χλμ. από την θάλασσα-, [10] αλλά απαντά και σε παραλίες, ελώδεις περιοχές και τεχνητές δομές όπως λιμενοβραχίονες και κυματοθραύστες.

Οι υψηλότερες συναθροίσεις κατά την αναπαραγωγική περίοδο, εμφανίζονται στα παράκτια αλίπεδα με αγρωστώδη και οι χαμηλότερες στην τούνδρα με νανώδεις θάμνους. Επί πλέον, οι αναπαραγωγικές συναθροίσεις σε μικτές περιοχές με αγρωστώδη και νανώδεις θάμνους, μειώνονται σημαντικά με την απόσταση από την ακτή. [11]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος μαύρος χαλικοκυλιστής (μη-αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Ο μαύρος χαλικοκυλιστής είναι ένα μικρό και «στρουμπουλό» πτηνό, εύκολα αναγνωρίσιμο λόγω του ασπρόμαυρου πτερώματός του, κάτι που τον διαφοροποιεί εύκολα από τον (κοινό) χαλικοκυλιστή. Οι αναπαραγόμενοι ενήλικες έχουν μαύρο κεφάλι και στήθος, εκτός από μια λευκή κηλίδα μεταξύ του οφθαλμού και του ράμφους, λευκή λωρίδα πάνω από τον οφθαλμό και λευκές κηλίδες στις πλευρές του στήθους. Η άνω επιφάνεια του σώματος είναι μαυριδερή-καφέ με «αχνές» παρυφές στα καλυπτήρια των πτερύγων και των φτερών της ωμοπλάτης (scapulars).

Η κοιλιά και το υπογάστριο είναι λευκά. Κατά την πτήση, εμφανίζει λευκή «μπάρα» στις πτέρυγες, λευκό «μπάλωμα» στην περιοχή των ώμων και λευκή ουρά με ευρεία μαύρη λωρίδα κατά πλάτος της. Ακόμη, υπάρχει λευκή περιοχή από το κάτω μέρος της ράχης προς τα καλυπτήρια του άνω τμήματος της ουράς, εκτός από σκουρόχρωμη «μπάρα» κατά πλάτος του ουροπυγίου. Το ράμφος είναι μαύρο με μεγάλη λευκή κηλίδα στη βάση του, κοντό, ελαφρώς κωνικό και με οξύ, ελαφρώς ανασηκωμένο άκρο. Οι ταρσοί και τα πόδια είναι μαυριδερά-καφέ με κοκκινωπή απόχρωση.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: 22 έως 25 εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 50 έως 55 εκατοστά.
  • Μήκος ράμφους: 2,0 έως 2,7 εκατοστά
  • Βάρος: 100 – 150 (-170) γραμμάρια

(Πηγές: [12][13][14])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαύρος χαλικοκυλιστής τρέφεται με ασπόνδυλα (invertivore), κυρίως καρκινοειδή, θηκόστρακα, πεταλίδες [15] και μαλάκια το χειμώνα, και έντομα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής. Λαμβάνονται επίσης σπέρματα διαφόρων φυτών, σωροκάρπια, αβγά και θνησιμαία. Όπως και ο (κοινός) χαλικοκυλιστής, χρησιμοποιεί το ράμφος του για να αναποδογυρίζει πέτρες, συστάδες φυκιών και άλλα αντικείμενα για να αποκαλύψει την κρυμμένη λεία.

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος μαύρος χαλικοκυλιστής (αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Ο μαύρος χαλικοκυλιστής έρχεται στα εδάφη αναπαραγωγής από τις αρχές Μαΐου μέχρι τις αρχές Ιουνίου, με τα αρσενικά να καταφθάνουν πρώτα. Τα πουλιά επιστρέφουν συχνά στο ίδιο έδαφος και ζευγαρώνουν με τον ίδιο σύντροφο, όπως τα προηγούμενα χρόνια. Η φωλιά είναι ένα απλό βαθούλωμα στο έδαφος, που δημιουργείται κυρίως από το αρσενικό, συνήθως ανάμεσα σε βούρλα και αγρωστώδη ή κάτω από ιτιές.

Η γέννα αποτελείται από 4, συνήθως, ελαιοπράσινα κηλιδωτά αβγά, που επωάζονται για 21-24 μέρες και από τους δύο εταίρους. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφυγοι και εγκαταλείπουν τη φωλιά πολύ γρήγορα, ικανοί να τραφούν αμέσως μετά την εκκόλαψη. Και οι δύο γονείς φροντίζουν τους νεοσσούς αρχικά, αλλά το θηλυκό φεύγει, συνήθως, μετά από περίπου 2 εβδομάδες, αφήνοντας στο αρσενικό την επιμέλεια. Τα μικρά πουλιά είναι σε θέση να εκτελούν σύντομες πτήσεις μετά από 23 ημέρες, περίπου, και σε περίοδο 28-30 ημερών, ανεξαρτητοποιούνται. [16]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συνολικός παγκόσμιος πληθυσμός κυμαινόταν από 76.000-114.000 άτομα, το 1991. [17] Γενικά, η IUCN, έχει χαρακτηρίσει το είδος ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC), [18]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^ Σπάνια λόγια ονομασία κατά Harriet I. Jorgensen, Nomina Avium Europaearum. Copenhagen, 1958 [19] Ωστόσο, η συγκεκριμένη απόδοση είναι παντελώς τεχνητή και ουδεμία σχέση έχει με την λατινική ονομασία του πτηνού (βλ. Ονοματολογία)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Brazil, M. 2009. Birds of East Asia: eastern China, Taiwan, Korea, Japan, eastern Russia. Christopher Helm, London.
  • Delany, S.; Scott, D. 2006. Waterbird population estimates. Wetlands International, Wageningen, The Netherlands.
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Handel, C. M., and R. E. Gill, Jr. 1992. Breeding distribution of the black turnstone. Wilson Bull. 104:122-135.
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at:http://www.iucnredlist.org. (Accessed: August 2015).
  • Sale Richard: A Complete Guide to Arctic Wildlife, Verlag Christopher Helm, London 2006, ISBN 0-7136-7039-8
  • Snow, D. W.; Perrins, C. M. 1998. The Birds of the Western Palearctic vol. 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Swash, Andy & Still, Rob (2000). Birds, Mammals and Reptiles of the Galápagos Islands, Pica Press, East Sussex and WILDGuides, Hampshire.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Black turnstone της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).