Μαλάκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η λέξη μαλάκας (στο θηλυκό μαλάκω και σε πολλές παραλλαγές και για τα δύο φύλα) ανήκει στην ελληνική καθομιλουμένη και κυριολεκτικά σημαίνει τον αυνανιζόμενο.[1]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο παρελθόν θεωρούταν άσεμνη, αλλά πλέον η χρήση της έχει απενοχοποιηθεί[2] και χρησιμοποιείται ακόμα και με θετικές σημασίες, ανάλογα με το πού, πώς και μεταξύ ποιών χρησιμοποιείται. Μεταξύ φίλων θεωρείται συνήθως πειρακτικός χαιρετισμός, οικεία προσφώνηση ή ελαφριά προσβολή.[3] Όταν απευθύνεται σε έναν άγνωστο, θεωρείται τις περισσότερες φορές βαριά βρισιά.[4] Παίρνει τότε τη σημασία του «ηλίθιου» ή του «ανίκανου» και δηλώνει αγανάκτηση.[3] Θεωρείται ταυτόσημη του κουτός και ως συνώνυμές της παρατίθενται λέξεις με μεταφορική σημασία τη μαλθακότητα, όπως λαπάς, χαλβάς και μούχλας.[5]

Η λέξη χρησιμοποιείται μερικές φορές για να ορίσει το άτομο που χωρίς να χρησιμοποιεί την κοινή λογική επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τα ίδια λάθη ενώ ταυτοχρόνως διατηρεί στο ακέραιο την αίσθηση ότι είναι σωστός και ανάλογη, πιθανώς προσβλητική, συμπεριφορά.

Η σύνδεσή της με την πράξη του αυνανισμού, που θεωρούνταν θρησκευτικό και κοινωνικό ταμπού στην Ελλάδα, όπως και αλλού, την καθιστούσε άσεμνη και η χρήση της αποφεύγονταν.[2] Σε νεότερα χρόνια η πράξη δεν είναι πλέον ενοχοποιημένη και αυτό απενοχοποίησε τη λέξη που χρησιμοποιείται σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Σήμερα είναι από τις πιο γνωστές ελληνικές λέξεις παγκοσμίως.[2]

Ετυμολογία και χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:

Στα αρχαία και παλαιότερα ελληνικά η λέξη μαλακία (στην ιων. διάλ. μαλακίη), πέρα από την «μαλακότητα», σήμαινε, μεταξύ άλλων, την αδυναμία και ασθένεια, τη βλακία, την εκθήλυνση, την κιναιδεία (Πλουτ. Γάιος Γράκχος) και τον γυναικείο αυνανισμό (διάφοροι χριστιανικοί «κανόνες»). Τις ανάλογες σημασίες είχε το μαλακός. Η λέξη προέρχεται από τα ρήματα μαλακιάωμαλακίω) και μαλακίζομαι.[6][7] Συνώνυμα ρήματα είναι τα καταμαλακίζω, πλαδαρούμαι και μαλακύνω.[εκκρεμεί παραπομπή]

Στον Επιτάφιο του Περικλή του Θουκυδίδη υπάρχει η φράση «Φιλοκαλοῦμεν τε γὰρ μετ’ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας» (Ἱστορ., 2.40.1), όπου η λέξη σημαίνει την μαλθακότητα,[8] την απώλεια της ενεργητικότητας, τη νωθρότητα.[9] Στα Ηθικά Νικομάχεια (1150a,31) του Αριστοτέλη η λέξη χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την αποφυγή των κόπων και των δυσχερειών, ως αντίθετη της καρτερικότητας («τὸ φεύγειν τὰ ἐπίπονα»).[10] Ως λατινική λέξη η malacia υποδήλωνε την ήρεμη θάλασσα και την απόλυτη ηρεμία (Ιούλ.Καίσ., De bello gallico, 3.15.3),[11] σημασίες που απαντούν και στα ελληνικά, στον Καισάριο, τον 4ο αι.[12] Η γενίκευση της σημασίας «αυνανισμός» (και για τους άνδρες) εμφανίστηκε στα μεσαιωνικά χρόνια.[εκκρεμεί παραπομπή]

Στα νεότερα χρόνια η λέξη «μαλακία» ταυτίσθηκε με την διανοητική ανεπάρκεια ή εγκεφαλική δυσλειτουργία, εξού και η φράση «μαλάκυνση εγκεφάλου». Επίσης, στην εκκλησιαστική γλώσσα διαφαίνεται η ίδια σημασιοδότηση,[4] αντιδιαστέλλεται δηλαδή η σωματική («νόσος») από την νοητική («μαλακία») πάθηση: «από πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. Δ΄ 23, Θ΄ 35 και Ι΄ 1). Την ίδια σημασία, την ταύτιση με τον «γεροξεκούτη», απέκτησε και η λέξη «μαλάκας». Η πρώτη εμφάνισή της στο γραπτό λόγο εντοπίζεται -έως τώρα- το 1888, σε μετάφραση κειμένου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εστία και ήταν απόδοση του γαλλικού ramolli («ραμολί», «ραμολιμέντο» από τα ιταλικά). Με αυτήν τη σημασία εμφανιζόταν στον έντυπο λόγο τουλάχιστον μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αι., οπότε και κάποια στιγμή παρατηρήθηκε η ανοικτή μετατόπιση και εντέλει ταύτιση με τον «αυνανιζόμενο», μια σημασιολογική διασύνδεση που πιθανότατα υπολάνθανε.[13]

Λόγω της ευρείας χρήσης στο καθημερινό λεξιλόγιο έχει παράξει πολλά σύνθετα, υποκοριστικά και μεγεθυντικά, κάποια από τα οποία μετριάζουν την αρχική υποτιμητική και προσβλητική σημασία.[2] Πολλές είναι επίσης οι εκφράσεις του προφορικού λόγου που περιέχουν τη λέξη.[14]

Διαφοροποιήσεις σε τοπικές διαλέκτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώνεται ότι επειδή συνήθως οι τοπικές διαφοροποιήσεις παραμένουν στην καθομιλουμένη, παρακάτω αναφέρονται μόνο αυτές για τις οποίες υπάρχουν σχετικές αναφορές.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 Ξυδόπουλος, Γιώργος Ι. «Λεξικολογία 12: Περιθωριακά λεξιλόγια» (ppt). Ανοικτά Ακαδημαϊκά Μαθήματα. Πάτρα: Πανεπιστήμιο Πατρών, σ. /διαφ. #19. https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/LIT1931/12%CE%B7%20%CE%95%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%20(%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B8%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC%20%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1).pptx. Ανακτήθηκε στις 29-08-2016.  (Κατατοπιστικό διάγραμμα χρήσεων της λέξης και εκφράσεων.)
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 Προύντζου, Αθηνά και Κατερίνα Χριστοπούλου (2012). «Μια λεξικολογική προσέγγιση για την άσεμνη λέξη μαλάκας». Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα (Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών) 33: σελ. 293-305. http://ins.web.auth.gr/images/MEG_PLIRI/MEG_33_293_305.pdf. Ανακτήθηκε στις 16-01-2014. 
  3. 3,0 3,1 Βλ. Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2013 [¹1998]. ISBN 9789602310854.
  4. 4,0 4,1 Εμμανουήλ Κριαράς (2007) [1995]. Νέο ελληνικό λεξικό. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 830. ISBN 9789602133262.
  5. Βλαστός, Πέτρος (1931) (pdf). Συνώνυμα και συγγενικά. Τέχνες και σύνεργα. Αθήνα: Τυπογραφείον «Εστία», σελ. 113, 127. http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/9/7/a/metadata-01-0000133.tkl. 
  6. Δ. Δημητράκος (έκδ.) (1974) [1936]. Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής γλώσσης. 9. Αθήνα: Εκδόσεις Δομή, σελ. 4454-4455. 
  7. Μέγα λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης. Γ΄α. Αθήνα: Εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδη. 1904, σελ. 81-82. 
  8. «μαλακία, τρυφή, εκθήλυνσις», βλ. Γουδής, Δημήτριος Ν. (1924). Θουκιδίδου, ο Περικλέους Επιτάφιος (β΄ έκδοση). Αθήνα: Εκ του τυπογραφείου Κ. Καμινάρη, σελ. 23. 
  9. Κακριδής, Ι.Θ. (1937). Περικλέους Επιτάφιος. Θεσσαλονίκη: Τυπογραφείο «Ελληνικής Ιατρικής», σελ. 15.  Επανέκδοση: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2011. ISBN 9789600507102.
  10. Δημητράκος, έκδ., (1974), σελ. 4454.
  11. Lidell, Henry και Robert Scott: Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, λήμματα «μαλακιάω» και «μαλακία»,
  12. Δημητράκος, έκδ., (1974), σελ. 4455.
  13. Σαραντάκος, Νίκος (7 Ιουνίου 2016). «Από πότε υπάρχουν μαλάκες;». Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. https://sarantakos.wordpress.com/2016/06/07/malakas/. Ανακτήθηκε στις 27-08-2016.  Πρβλ. Ηπίτης, Αντώνιος Θ. (1912). Λεξικόν γαλλοελληνικόν. Αθήνα: Εκ του τυπογραφείου Π.Α. Πετράκου, σελ. 826.  Στο λήμμα «ramolli, ie» γράφεται: «Ευήθης, πάσχων από μαλάκυνσιν, κοινώς μαλάκας».
  14. «Διονύσης Βίτσος: Ιδού ο μαλάκας». βιβλιοnet. http://www.biblionet.gr/book/137644/Βίτσος,_Διονύσης/Ιδού_ο_μαλάκας. Ανακτήθηκε στις 27-08-2016. 
  15. Σκανδαλίδης, Μιχάλης (2013). Λεξικό του ιδιώματος της Καλύμνου. Κάλυμνος: Δ. Δρόσος, σελ. 623. ISBN 978-960-86372-4-5. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λήμμα «μαλακία». Henry George Liddell, Robert Scott: A Greek-English Lexicon (1940). Perseus Digital Library - Tafts University. Ανακτήθηκε στις 27-08-2016.
  • Λήμμα «malacia» (λατ.). Charlton T. Lewis, Charles Short: A Latin Dictionary (1879). Perseus Digital Library - Tafts University. Ανακτήθηκε στις 27-08-2016.