Λορέντσο Βάλλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λορέντσο Βάλλα
Lorenzo Valla - Imagines philologorum.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Lorenzo Valla (Ιταλικά)
Γέννηση1407[1]
Ρώμη
Θάνατος1  Αυγούστου 1457[1]
Ρώμη
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςλατινική γλώσσα[1]
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο της Παβία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητασυγγραφέας
φιλόλογος
διδάσκων πανεπιστημίου
φιλόσοφος
ΕργοδότηςΠανεπιστήμιο της Παβία
Αξιοσημείωτο έργοDe falso credita et ementita Constantini donatione declamatio
Confutatio in Morandum
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Λορέντσο Βάλλα (Lorenzo Valla, 1407 - 1 Αυγούστου 1457) ήταν Ιταλός λόγιος, κληρικός, καθηγητής Πανεπιστημίου και ανθρωπιστής στην εποχή της Αναγέννησης. Έγινε ιδιαίτερα γνωστός όταν απέδειξε, αντίθετα με ότι ισχυρίζονταν οι Καθολικοί για 7 αιώνες, οτι η Δωρεά του Κωνσταντίνου είναι πλαστογραφία.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιδικά χρόνια και σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιος του νομομαθούς και δικηγόρου Λούκα ντέ λα Βάλλα, ο Λορέντσο γεννήθηκε στη Ρώμη το 1406 ή 1407. Παρακολούθησε μαθήματα των λογίων φιλολόγων Λεονάρντο Μπρούνι και του Rinuccio da Castiglione, μαθαίνοντας από μικρός να αμφισβητεί τα πάντα. Έδειξε νωρίς μεγάλο ταλέντο στη γλώσσα, τη γραμματική και την ιστορία, με τάση να γίνει φιλόλογος της ιταλικής και λατινικής γλώσσας. Επίσης έμαθε καλά ελληνικά από τον Τζιοβάνι Αουρίσπα[2], το Σικελό φιλέλληνα που 'χε ζήσει στη Χίο και στην Κωνσταντινούπολη ως γραμματέας του Ιωάννη Η' Παλαιολόγου. Μελέτησε ιδιαίτερα κείμενα του Αριστοτέλη, του Κικέρωνα, του Βοηθίου, του Κοϊντιλλιανού και του Θωμά Ακινάτη.

Μαχητικός, συχνά εριστικός, ήδη σαν νέος βοηθός καθηγητή ξάφνιασε τους συγχρόνους του με τις ριζοσπαστικές απόψεις του επί φιλολογικών, φιλοσοφικών, κοινωνικών και θρησκευτικών ζητημάτων, κάνοντας γρήγορα πολλούς φίλους αλλά και (πιο πολλούς) εχθρούς. Μετακόμισε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην Πιατσέντσα, χωρίς να μας εχει γίνει γνωστό το γιατί, αλλά σύντομα επέστρεψε στη Ρώμη. Το 1431 χειροτονήθηκε ιερέας κι επιδίωξε να γίνει γραμματέας του Πάπα Ευγένιου Δ, με το δίκτυο επαφών του, αλλά χωρίς επιτυχία[3]

Φιλόλογος στην Παβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς το τέλος του 1431 ακολούθησε τον καθηγητή του ρητορικής Γκασπαρίνο Μπαρτσίτσα σα λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, όπου συνδέθηκε με το λόγιο Μαφέο Βέτζιο, κι εκδήλωσε την προτίμησή του προς την φιλοσοφία του Επίκουρου με τον έργο του Περί της απολαύσεως και του πραγματικού καλού (De voluptate) που έγραψε στην λατινική γλώσσα (όπως και όλα του τα έργα) σε μορφή διαλόγου: εφ’ όσον ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό, η φύση του είναι καλή, άρα και τα ένστικτά του καλά. Συνεπώς και οι απολαύσεις που προκαλούνται από την ικανοποίηση αυτών των ενστίκτων είναι καλές και νόμιμες. Μια εταίρα έχει μεγαλύτερη αξία για την ανθρωπότητα από μια μοναχή, συμπεραίνει. Συνεπής με τις απόψεις του, ο Βάλλα είχε τρία παιδιά από μια ερωμένη του[εκκρεμεί παραπομπή].

Το 1433 προκάλεσε σκάνδαλο με την σφοδρή επίθεσή του κατά των νομομαθών του Μεσαίωνα και ειδικά του Bartolo da Sassoferrato για τα «βάρβαρα» λατινικά του. Προκλήθηκαν συγκρούσεις μεταξύ των φοιτητών, θεωρήθηκε υπεύθυνος κι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την έδρα του Πανεπιστημίου της Παβίας.
Ύστερα από μια νέα περιπλάνηση σε Μιλάνο και Γένοβα, κι έχοντας αποτύχει να προσληφθεί στην παπική γραμματεία, ο Βάλλα μπήκε το 1435 στην υπηρεσία του Αλφόνσο του Μεγαλόψυχου, βασιλιά της Αραγωνίας, ως γραμματέας και ιστορικός.

Στην αυλή του Αλφόνσο στη Νάπολη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλφόνσο διεκδικούσε και τον θρόνο της Νάπολης την οποία όμως ο πάπας Ευγένιος Δ΄ θεωρούσε παπικό τιμάριο. Ο Βάλλα αποδείχθηκε το τέλειο όπλο κατά του πάπα, αρθρογραφώντας συνεχώς εναντίον του με κοφτερά επιχειρήματα. Το 1440 έγραψε το πλέον διάσημο από τα έργα του "Περί της κακώς θεωρουμένης και ψευδούς δωρεάς του Κωνσταντίνου", όπου απεδείκνυε την πλαστογραφία που 'χε διαπραχθεί πριν 7 αιώνες επί της Δωρεάς του Κωνσταντίνου (Constitutum Constantini). Σύμφωνα μ' αυτήν, ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας είχε δήθεν μεταβιβάσει στον πάπα Σίλβεστρο Α΄(314-335) την πλήρη κοσμική κυριαρχία της Χριστιανοσύνης. Είχαν προηγηθεί και άλλες αμφισβητήσεις του εγγράφου αλλά η ιστορική και κυρίως γλωσσολογική κριτική του Βάλλα τις θεμελίωσε επιστημονικά κι έθεσε οριστικό τέρμα στο ζήτημα. Για παράδειγμα η χρήση της λέξης "satrap" (σατράπης) περσικής προέλευσης ήταν αναχρονισμός, αφού δε χρησιμοποιούνταν στα λατινικά τον 4ο αιώνα αλλά τον 8ο[4].

Με τα συγγράμματά του περί Περί ελευθερίας της βούλησης και Repastinatio (Επανακαθορισμός της σκέψης ή Διαλεκτικές αντιδικίες) το 1439 επανεξεταζει την Αριστοτελική σχολή σκέψης των Σχολαστικών, όχι τόσο στο περιεχόμενο της όσο σε ρητορικό, συγκεκριμένα αμφισβητώντας την αποτελεσματικότα των επιχειρημάτων της. Για να γράψει το τελευταίο βιβλίο βασίστηκε και στο έργο του Γεώργιου του Τραπεζούντιου[3]. Έτσι έλαβε μέρος στη διαμάχη Πλατωνικών Αριστοτελικών που το ίδιο έτος έπαιρνε νέα τροπή με την παρέμβαση του Γεώργιου Γεμιστού Πλήθωνα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας. Eπέκρινε δριμύτατα όλα τα "πεπαλαιωμένα φιλοσοφικά συστήματα" και στράφηκε κατά του συντηρητισμού και της τυφλής υπακοής των μοναχών προς τον Πάπα με το βιβλίο του Περί των όρκων των μοναχών.

Αντιδικίες και διαμάχες χωρίς τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βάλλα αντιδικούσε με ζωντανούς και νεκρούς: τόλμησε να επικρίνει το ύφος του Κικέρωνα εκφράζοντας την προτίμησή του για τον Κοϊντιλιανό, και βρισκόταν σε συνεχείς διαμάχες με άλλους λογίους της αυλής του Αλφόνσου, τις οποίες αυτός ο μέγας προστάτης των γραμμάτων παρακολουθούσε με εξαιρετική ευχαρίστηση μάλλον διασκεδάζοντας.

Ο Βάλλα συνέχισε τις δημόσιες «προκλήσεις» του. Αρνήθηκε να δεχτεί ότι το «Πιστεύω» των Αποστόλων συντάχθηκε όντως από τους μαθητές του Χριστού. Αντιπροσωπεία της Ιεράς Εξέτασης τον ανέκρινε (ο ίδιος δήλωσε ότι ήταν απόλυτα ορθόδοξος) και τον κατηγόρησε για "αίρεση" σε οκτώ σημεία, αλλά παρενέβη ο Αλφόνσο και το ζήτημα μπήκε στο αρχείο. Ήταν όμως από το περιβάλλον της Νάπολης ήδη ανεπιθύμητος. Συνεχείς ήταν οι δημόσιες διαμάχες του με το μαχητικό λόγιο Πότζιο Μπρατσολίνι με ανταλλαγή αιχμηρότατων επιστολών.

Ύστερα ο Βάλλα απέδειξε ότι τα αποδιδόμενα στον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη έργα δεν ήταν γνήσια και ότι η δήθεν επιστολή του βασιλιά Άβγαρου προς το Χριστό ήταν κατασκευασμένη, αν και με βάση αυτή είχε πουληθεί επι αιώνες στους πιστούς ο μύθος του Αγίου Μανδηλίου. Τέλος στα Σχόλια στην Καινή Διαθήκη, γνωρίζοντας καλά ελληνικά επέκρινε την επίσημη λατινική μετάφρασή της Βίβλου που αποδιδόταν στον καθολικό Άγιο Ιερώνυμο. Για παράδειγμα, πρότεινε για τη λέξη "μετάνοια", να μη χρησιμοποιείται η λατινική paenitenia που παραπέμπει σε τιμωρία, αλλά repentance, μετατροπή/αλλαγή του νοός/νου.

Επιστροφή στη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά το 1447 ο Βάλλα συμφιλιώθηκε με την Αγία Έδρα επί του νέου πάπα Νικολάου Ε΄ (1448), αφού πια είχαν εξομαλυνθεί και οι σχέσεις Αλφόνσο-Ρώμης δεν ήταν φρόνιμο να επιμείνει. Ζήτησε φαινομενικά συγγνώμη για τα "αμαρτήματά" του και το 1455 του απονεμήθηκε ο τίτλος του "αποστολικού συγγραφέα". Λίγο αργότερα επί Πάπα Καλλίστου του Γ΄ ανέλαβε καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ρώμης και μετέφρασε έργα από το Θουκυδίδη και Ιστορίες του Ηροδότου. Έγραψε επίσης τις Γλαφυρότητες της λατινικής γλώσσας, όπου κατέκρινε όσους κακομεταχειρίζονταν τη λατινική γλώσσα. Πέθανε ως γραμματέας της κουρίας (παπικής αυλής) το 1457. Ωστόσο το έργο του Σχόλια στην Καινή Διαθήκη λογοκρίθηκαν όταν μπήκαν στον κατάλογο (index) των απαγορευμένων βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά ο Βάλλα αγωνίσθηκε με θάρρος, θράσος αλλά και λογικά επιχειρήματα εναντίον της μεσαιωνικής φιλοσοφίας. Ειδικότερα επί των παρερμηνειών των κειμένων του Αριστοτέλη, επί της διαστροφής των καθολικών κληρικών αλλά και των απαρχαιωμένων τύπων της λατινικής γραμματικής που ήταν τότε σε ευρεία χρήση, έφερε φρέσκες αντιλήψεις εκσυγχρονίζοντας τη κοσμοθεώρηση των Ιταλών της εποχής κι επιταχύνοντας την έλευση της Αναγέννησης.

Τα έργα του Βάλλα υπέσκαψαν το αλάθητο του Πάπα, και ειδικά η απόρριψη της Δωρεάς του Κωνσταντίνου, ήταν ένα ισχυρό χτύπημα στην εξουσία των παπών κι εν μέρει συνέβαλαν στην "ανταρσία" του Μαρτίνου Λούθηρου, λίγες δεκαετίες αργότερα.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • De Voluptate et vero bono (Περί της απολαύσεως και του πραγματικού καλού)
  • Elegantiae linguae Latinae (Γλαφυρότητες της λατινικής γλώσσας)
  • Dialecticae disputationes (Διαλεκτικές αντιδικίες)
  • De falso credita et ementita Constantini Donatione declamatio (Περί της κακώς θεωρουμένης και ψευδούς δωρεάς του Κωνσταντίνου, 1440)
  • De libero arbitrio (Περί ελευθέρας βουλήσεως)
  • De professione religiosorum (Περί των όρκων των μοναχών)
  • Collatio Novi Testamenti (Σχολιασμός της Καινής Διαθήκης, 1505)
  • μετέφρασε στα λατινικά μεταξύ άλλων τον Αίσωπο και τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη.

Το συγγραφικό έργο του Λαυρέντιου Βάλλα εκδόθηκε το 1583 στη Βασιλεία.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Lodi Nauta, In Defense of Common Sense: Lorenzo Valla's Humanist Critique of Scholastic Philosophy, Cambridge, MA : Harvard University Press, 2009.
  • Peter Mack, Renaissance Argument: Valla and Agricola in the Traditions of Rhetoric and Dialectic, Leiden ; New York : E.J. Brill, 1993.
  • Melissa Meriam Bullard, "The Renaissance Project of Knowing: Lorenzo Valla and Salvatore Camporeale's Contributions to the Querelle Between Rhetoric and Philosophy," Journal of the History of Ideas 66.4 (2005): 477-81.
  • Brian P Copenhaver, "Valla Our Contemporary: Philosophy and Philology," Journal of the History of Ideas 66.4 (2005): 507-25.
  • Matthew DeCoursey, "Continental European Rhetoricians, 1400-1600, and Their Influence in Renaissance England," British Rhetoricians and Logicians, 1500-1660, First Series, DLB 236, Detroit: Gale, 2001, pp. 309-343.
  • Lisa Jardine, "Lorenzo Valla and the Intellectual Origins of Humanist Dialectic," Journal of the History of Philosophy 15 (1977): 143-64.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11927487z. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. Hamilton, Nigel (23 Σεπτεμβρίου 2004). Chisholm, Hugh (1866–1924), journalist and editor of the Encyclopaedia Britannica. Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press. 
  3. 3,0 3,1 Nauta, Lodi (2017). Zalta, Edward N., επιμ. The Stanford Encyclopedia of Philosophy (Summer 2017 έκδοση). Metaphysics Research Lab, Stanford University. 
  4. Valla, Lorenzo (2008). On the Donation of Constantine. Harvard University Press. ISBN 9780674030893.