Λιμόζα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λιμόζα
Ενήλικη λιμόζα στο πτέρωμα αναπαραγωγής (διακεκριμένη φωτογραφία)
Ενήλικη λιμόζα στο πτέρωμα αναπαραγωγής (διακεκριμένη φωτογραφία)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 NT el.svg
Προ Απειλής (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Σκολοπακίδες (Scolopacidae) Rafinesque, 1815
Υποοικογένεια: Τρινγκίνες (Tringinae) [1]
Γένος: Λιμόζα (Limosa) Brisson, 1760 F
Είδος: L. limosa
Διώνυμο
Limosa limosa (Λιμόζα η γνησία)
(Linnaeus, 1758)
Υποείδη

Limosa limosa islandica
Limosa limosa limosa
Limosa limosa melanuroides

H Λιμόζα είναι παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Σκολοπακιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Limosa limosa και περιλαμβάνει 3 υποείδη. [2][3]

Στην Ελλάδα απαντά το υποείδος L. l. limosa (Linnaeus, 1758), [4]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική ↓ [5]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος limosa είναι λατινικός με την ετυμολογία: limosus, -a «λασπώδης, τελματώδης» < limus, -i «λάσπη,τέλμα», με σαφή αναφορά στα ενδιαιτήματα του πτηνού. [6][7] Από τον όρο προέρχεται και ο αντίστοιχος ελληνικός.

Η αγγλική λαϊκή ονομασία του είδους, black-tailed godwit «λιμόζα με μαύρη ουρά», παραπέμπει στον χρωματισμό της ουράς του.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Λινναίο υπό την ονομασία Scolopax Limosa (Σουηδία, 1758). Μεταφέρθηκε στο γένος Limosa από τον Γάλλο ζωολόγο Μ. Μπρισόν (Mathurin Jacques Brisson 1723 – 1806), το 1760. Συγγενεύει, φυλογενετικά, με το είδος L. haemastica. [8]

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική εξάπλωση του είδους Limosa limosa:
Πράσινο = Επιδημητικό
Κίτρινο = Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής
Μπλε = Περιοχές διαχείμασης

Η λιμόζα είναι πλήρως μεταναστευτικό είδος του Παλαιού Κόσμου και της Ωκεανίας (οικοζώνες: Παλαιαρκτική, Αφροτροπική, Ινδομαλαϊκή και Αυστραλασιανή), αναπαραγόμενο σε εκτεταμένες περιοχές της Ευρασίας, ενώ διαχειμάζει στην Ν. Ευρώπη, την Αφρική, την Ν. Ασία και την Ωκεανία.

Στην Ευρώπη, η λιμόζα έρχεται το καλοκαίρι για να αναπαραχθεί, κυρίως στα κεντρικά, βόρεια και ανατολικά, αλλά μόνον από τις Κάτω Χώρες και ανατολικότερα η ζώνη εξάπλωσης είναι συμπαγής, καθώς στην Σκανδιναβία και στα νότια της ηπείρου καταγράφονται μόνον διάσπαρτοι θύλακες φωλιάσματος. Υπάρχουν και λίγοι μόνιμοι (επιδημητικοί) πληθυσμοί στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Γαλλία και την ΒΑ. Ισπανία. Η περιοχή της Μεσογείου και οι ατλαντικές ακτές της Ιβηρικής αποτελούν αποκλειστικές θέσεις διαχείμασης.

Η Δ. και ΒΚ. Ασία, αποτελούν την σημαντικότερη καλοκαιρινή ζώνη αναπαραγωγής του είδους, με συμπαγείς πληθυσμούς ανατολικά μέχρι την Μογγολία και διάσπαρτους αλλά μεγάλους θύλακες στην ΒΑ. Σιβηρία, την Καμτσάτκα και την Σαχαλίνη. Η Ν. και ΝΑ. Ασία είναι αποκλειστική επικράτεια διαχείμασης.

Η Αφρική αποτελεί, επίσης, αποκλειστική επικράτεια διαχείμασης, σε τρεις διακριτές περιοχές, μία στα βόρεια και βορειοδυτικά, δεύτερη κατά μήκος του Νείλου και τρίτη στις χώρες βορείως του ισημερινού, από τις ακτές του Ατλαντικού, μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα και, νότια, μέχρι την Ζάμπια και την Μοζαμβίκη.

Στην Ωκεανία, τέλος, έρχονται να διαχειμάσουν οι ασιατικοί πληθυσμοί που αναπαράγονται βορειότερα, κυρίως στην Αυστραλία, την Νέα Καληδονία και την Μελανησία.

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής (επιδημητικό ή/και καλοκαιρινός επισκέπτης) Περιοχές μετακίνησης ή/και διαχείμασης Σημειώσεις
1 Limosa limosa islandica Ισλανδία, Φερόες, Σέτλαντ και Λοφότεν, Δ και Β Νορβηγία Ιρλανδία, ΝΔ Αγγλία, Κ Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία Μικρότερο ράμφος και ταρσοί από το 2, με πιο καφεκόκκινο χρώμα στο καλοκαιρινό πτέρωμα, στο κάτω μέρος του σώματος
2 Limosa limosa limosa Υπόλοιπη Σκανδιναβία, Δ και Κ Ευρώπη, Ρωσία, ανατολικά προς λεκάνη του ποταμού Γενισέι Μεσόγειος Θάλασσα, υποσαχάρια Αφρική, ανατολικά προς Μέση Ανατολή και Δ Ινδία
3 Limosa limosa melanuroides Λεκάνη του ποταμού Λένα, ανατολικά προς Βαϊκάλη, Α Μογγολία, ΒΑ Κίνα και απώτατη ΒΑ Ρωσία (Καμτσάτκα, Σαχαλίνη), Β. Ιαπωνία κυρίως Ινδία, Ινδοκίνα, Ταϊβάν και Φιλιππίνες, ανατολικά/νοτιοανατολικά προς Ινδονησία, Νέα Γουινέα, Αυστραλία, Μελανησία, ;Νέα Ζηλανδία; Παρόμοιο με το 1, αλλά σαφώς μικρότερο σε μέγεθος

Πηγές: [9][10][11]

(σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντά στον ελλαδικό χώρο)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λιμόζα είναι πλήρως μεταναστευτικό είδος μεγάλων αποστάσεων, ερχόμενη στην ευρωπαϊκή και ασιατική επικράτεια τα καλοκαίρια για να αναπαραχθεί, ενώ διαχειμάζει στην νότια Ευρώπη, την αφρικανική ήπειρο και σε μεγάλες επικράτειες της Ν. και. ΝΑ Ασίας και της Ωκεανίας. Ωστόσο, υπάρχουν και λίγοι επιδημητικοί πληθυσμοί στην Αγγλία, την Γαλλία και την Ισπανία.

Ουσιαστικά, είδος του γλυκού νερού και των εκβολών ποταμών, η λιμόζα πραγματοποιεί μεγάλα μεταναστευτικά ταξίδια σε ευρύ μέτωπο (συχνά δια ξηράς) με, σχετικά, λίγους σταθμούς ανάπαυλας. Οι μεταναστεύσεις πραγματοποιούνται, ανάλογα με το γεωγραφικό μήκος, νότια των εδαφών αναπαραγωγής.

Η φθινοπωρινή αποδημία αρχίζει ήδη στα τέλη Ιουνίου, με τον κύριο μεταναστευτικό όγκο να αναχωρεί τον Ιούλιο -πέρασμα από την Ευρώπη από τα μέσα Ιουλίου μέχρι τον Σεπτέμβριο. Η εαρινή επάνοδος στα εδάφη φωλιάσματος αρχίζει από τον Φεβρουάριο. Στην ΒΔ. Ευρώπη, οι αφικνούμενοι πληθυσμοί αυξάνονται συνεχώς κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου, με τις θέσεις φωλιάσματος να έχουν καταληφθεί από τα μέσα Μαρτίου έως τα μέσα Απριλίου και από τις αρχές Απριλίου μέχρι τις αρχές Μαΐου στα βορειοανατολικά. [12]

Τα πουλιά που δεν αναπαράγονται παραμένουν σε σμήνη, συχνά κοντά στις αποικίες αναπαραγωγής. Από τη στιγμή που οι νεοσσοί πτερώνονται, τα πουλιά αναπαραγωγής αρχίζουν να συγκεντρώνονται σε σμήνη μέχρι 500 άτομα. [13] Κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής μετανάστευσης μπορεί να κουρνιάζουν σε σμήνη δεκάδων χιλιάδων σε αγαπημένες τοποθεσίες, [14] ενώ πολλοί ενήλικες κάνουν στάση στο Β. Μαρόκο, τον Ιούλιο, για να αλλάξουν πτέρωμα. Τεράστια σμήνη μπορούν να παρατηρηθούν σε ορισμένες θέσεις διαχείμασης, ιδιαίτερα στις πλημμυρικές περιοχές της λίμνης Τσαντ, ενώ αλλού (π.χ. Μαρόκο) τα σμήνη είναι σαφώς μικρότερα. [15] Η επιστροφή στις περιοχές αναπαραγωγής γίνεται σε ομάδες των 5-30 ατόμων. [16] Πολλά μονοετή πουλιά παραμένουν στις θέσεις διαχείμασης κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από την Γροιλανδία και τον Καναδά, το Πουέρτο Ρίκο και τις Παρθένες Νήσους, τις Μαλδίβες και τις Σεϋχέλλες, την Ναμίμπια, την Ζιμπάμπουε και την Νέα Ζηλανδία. [17]

  • Στην Ελλάδα, η λιμόζα απαντά ως μη-κοινός χειμερινός επισκέπτης (Σεπτέμβριος-Μάρτιος), καθώς και κατά τις μεταναστεύσεις. [18][19][20] Από την Κρήτη αναφέρεται ως χειμωνιάτικος επισκέπτης [21] και από την Κύπρο ως όχι πολύ κοινό διαβατικό πτηνό. [22] (βλ. και Κατάσταση στην Ελλάδα).

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τυπικός αναπαραγωγικός οικότοπος της λιμόζας

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος αναπαράγεται σε άνω μεσαία γεωγραφικά πλάτη, τόσο σε ωκεάνιες όσο και ηπειρωτικές επικράτειες, κυρίως σε πεδινές εύκρατες και ψυχρές ζώνες αποφεύγοντας, όμως, τις παγωμένες, άγονες, ορεινές ή βραχώδεις, δασικές ή κατοικημένες περιοχές, και τα κομμάτια των υγροτόπων με υψηλή, πυκνή βλάστηση ή και την βυθισμένη -εκτός στα πολύ ρηχά νερά. Κατά τις τελευταίες 2 χιλιετίες, ωστόσο, η εκτεταμένη αποψίλωση και οι βοσκότοποι έχουν δημιουργήσει εκτεταμένες νέα ανοικτά ενδιαιτήματα, συχνά σε γεωργικές περιοχές οπότε, αναγκαστικά, μερικά από αυτά αποτελούν πλέον βασικές θέσεις αναπαραγωγής. [23]

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περίοδο αναπαραγωγής, το είδος απαντά κυρίως σε περιοχές με υψηλή χλόη και μαλακό χώμα, [24][25] 1981), μερικές φορές σε αμμώδεις περιοχές. Επίσης, σε βοσκοτόπια βοοειδών, χωράφια με θερισμένα σιτηρά, [26] πεδινά υγρά λιβάδια, χορταριασμένους βάλτους, τυρφώνες υψιπέδων και βαλτότοπους, παρυφές λιμνών και υγρά, χορταριασμένα βυθίσματα σε στέπες. [27] Ειδικά το υποείδος islandica δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση σε τυρφώνες με μεγάλες συστάδες νάνου-σημύδας και έλη, ιδιαίτερα με νερόλακους όπου κυριαρχούν τα Cyperaceae. [28][29] Τα εκτεταμένα αγροτικά ενδιαιτήματα είναι κρίσιμης σημασίας για την αναπαραγωγή του πληθυσμού της Δ. Ευρώπης. [30] Μετά την πτέρωση, οι ενήλικες και τα νεαρά άτομα συχνά μετακινούνται σε δευτερεύοντες οικοτόπους που, περισσότερο, μοιάζουν πολύ με εκείνους της μη-αναπαραγωγικής περιόδου, όπως υγρές θέσεις γύρω από λιμνούλες με ψάρια, αγροκτήματα που υδρεύονται με νερά αποχέτευσης, παλιρροϊκά έλη, λασπώδεις εκτάσεις και λιμνοθάλασσες αλμυρού νερού. [31][32]

Μη-αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το υποείδος limosa απαντά τον χειμώνα σε ενδιαιτήματα γλυκού νερού, όπως ελώδεις ακτές λιμνών, νερόλακκους, πλημμυρισμένα λιβάδια και αρδευόμενους ορυζώνες. Τα υποείδη islandica και melanuroides, ωστόσο, συχνά απαντούν τον χειμώνα σε υφάλμυρα ενδιαιτήματα, [33] όπως προστατευόμενες εκβολές ποταμών και λιμνοθάλασσες με μεγάλες, παλιρροιακές ελώδεις περιοχές, [34] αμμώδεις παραλίες, αλατούχα έλη και αλίπεδα. [35] Παρά αυτές τις γενικές διαφορές, υπάρχει σημαντική επικάλυψη στα ενδιαιτήματα διαχείμασης μεταξύ των συμπατρικών πληθυσμών των υποειδών limosa και islandica. [36] Τα εποχικά πλημμυρισμένα λιβάδια είναι πολύ σημαντικά ενδιαιτήματα για τα πουλιά που ξεχειμωνιάζουν στην Ιρλανδία. [37] Τα πουλιά που περνούν πάνω από τη Ιβηρική, κάνουν στάση σε ορυζώνες. [38]

  • Στην Ελλάδα, η λιμόζα απαντά σε έλη με γλυκό και αλμυρό νερό, λιμνοθάλασσες, παράκτια λασπώδη πλατώματα (ειδικά κοντά στις εκβολές των ποταμών) και αλίπεδα. Στις αρχές της άνοιξης μπορεί να παρατηρηθούν σε ορυζώνες. [39]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη λιμόζα (μη-αναπαραγωγικό πτέρωμα)

Η λιμόζα είναι, σχετικά, μεγάλο και κομψό καλοβατικό πτηνό, με μακρύ ράμφος σε σχετικά μικρό κεφάλι, μακρύ λαιμό και μακριά πόδια, που εμφανίζει εποχικό διμορφισμό. Ο βασικός χρωματισμός του αναπαραγωγικού πτερώματος είναι «θαμπός» ροδοκαστανός, πιο ανοικτός γκρι-καφέ τον χειμώνα. Το κεφάλι και ο λαιμός είναι καφέ-κανελλί και η κάτω επιφάνεια του σώματος λευκωπή. Κατά την πτήση, οι πτέρυγες εμφανίζονται με έντονη λευκή «μπάρα» στο πάνω μέρος και πλατιά λευκή ζώνη στο κάτω, ενώ το, επίσης, λευκό ουροπύγιο κάνει μεγάλη αντίθεση με το σκούρο κάτω μέρος της ράχης και την πλατιά μαύρη ζώνη στην άκρη της ουράς. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής, το -σχεδόν ολόισιο- ράμφος έχει κιτρινωπή ή πορτοκαλί-ροζ βάση και καφ άκρη -η βάση του γίνεται ροζ τον χειμώνα. Οι ταρσοί είναι σκούροι γκρι, καφέ ή μαύροι. Το νύχι του μεσαίου δακτύλου είναι επίμηκες, σχεδόν ευθύ και έντονα οδοντωτό. [40]

Τα φύλα είναι παρόμοια, αλλά στο αναπαραγωγικό πτέρωμα, μπορούν να ξεχωρίσουν από την πιο φωτεινή, πιο εκτεταμένη πορτοκαλί περιοχή στο στήθος, τον λαιμό και το κεφάλι του αρσενικού. Επίσης, χωρίς αυτό να είναι διακριτό, τα θηλυκά είναι κατά 5% μεγαλύτερα από τα αρσενικά και έχουν 12-15% μακρύτερο ράμφος, περίπου. [41]

Τον χειμώνα, οι ενήλικες έχουν ομοιόμορφο καφέ-γκρι στήθος και άνω επιφάνεια σώματος, ενώ τα νεαρά άτομα έχουν ωχρή πορτοκαλί απόχρωση στο λαιμό και το στήθος. [42]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος μαζί με το ράμφος: (36-) 37 έως 42 (-44) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: (63-)70 έως 74 (-82) εκατοστά
  • Μήκος ράμφους: 8 έως 11 εκατοστά
  • Μήκος χορδής πτέρυγας: 20 έως 23 εκατοστά
  • Μήκος ταρσού: μεγαλύτερο από 6 εκατοστά
  • Βάρος: 240 έως 360 γραμμάρια (εύρος 160-500 γραμμάρια)

(Πηγές: [43][44][45][46][47][48][49][50][51][52][53][54][55])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διατροφή της λιμόζας αποτελείται κατά κύρο λόγο από ενήλικα Έντομα (ιδιαίτερα κολεόπτερα και τις προνύμφες τους, Δακτυλιοσκώληκες (Αννελίδες, Πολύχαιτοι, Νηρηίδες), Μαλάκια, Καρκινοειδή, Αράχνες, αλλά και αυγά ψαριών, αβγά και γυρίνους βάτραχος|Βατράχων]]. [56][57] Κατά την περίοδο φωλιάσματος Ακρίδες και άλλα Ορθόπτερα, συχνά, κυριαρχούν στη δίαιτα [58]

Ειδικά κατά τη διάρκεια του χειμώνα και την μετανάστευση, τα πουλιά λαμβάνουν και φυτικό υλικό, κυρίως σωροκάρπια, σπέρματα και κόκκους ρυζιού. [59][60] Στις περιοχές διαχείμασης στην Πορτογαλία, το δίθυρο Scrobicularia plana αποτελεί πιθανότατα την κύρια πηγή τροφής του είδους, [61] ενώ στο Σαλίνας της Ισπανίας, τρέφεται κυρίως με προνύμφες κουνουπιών Chironomidae. [62]

Κατά την πτήση, το λευκό ουροπύγιο της λιμόζας αποτελεί ασφαλές διαγνωστικό στοιχείο

Στο νερό, η πιο συνηθισμένη μέθοδος σίτισης είναι η δυναμική «εμβάπτιση» του ράμφους, μέχρι 36 φορές ανά λεπτό, και συχνά με το κεφάλι εντελώς βυθισμένο. Στην ξηρά, οι λιμόζες κάνουν το ίδιο σε μαλακό έδαφος, αλλά και για να συλλάβουν την λεία από την επιφάνειά του. [63]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζευγάρωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ζευγάρια σχηματίζονται στα εδάφη αναπαραγωγής και μόνον σε μικρό ποσοστό πριν την άφιξη. Καταφθάνουν σε μικρά σμήνη των 5-30 ατόμων και γρήγορα διασκορπίζονται. [64] Οι λιμόζες είναι, ως επί το πλείστον, μονογαμικές και, παρά το γεγονός ότι, δεν είχε καταγραφεί διγαμία σε μια μελέτη διάρκειας τεσσάρων ετών σε 50-60 ζεύγη, αυτή θεωρήθηκε «μάλλον συχνή». [65] Άλλη μελέτη του ισλανδικού πληθυσμού έδειξε ότι, παρόλο που περνούν τον χειμώνα ξεχωριστά, τα ζευγάρια επανασυνδέονται στις θέσεις αναπαραγωγής τους, μέσα σε τρεις ημέρες, κατά μέσον όρο. Όμως, εάν ένας εταίρος δεν φθάσει στην ώρα του, τότε εμφανίζεται «διαζύγιο». [66] Τα αζευγάρωτα αρσενικά υπερασπίζονται τον ζωτικό τους χώρο και εκτελούν πτήσεις ερωτοτροπίας για να προσελκύσουν έναν σύντροφο.

Οι λιμόζες αναπαράγονται από τα τέλη Απριλίου στις νότιες επικράτειες, μέχρι τα μέσα Ιουνίου στις πολύ βόρειες επικράτειες, [67] κατά μικρές, πολύ χαλαρές ομάδες των 3 ζευγαριών ανά εκτάριο. [68] Τα ζευγάρια εμφανίζουν υψηλό βαθμό πιστότητας [69] και μικρό βαθμό φιλοπατρίας. [70] Η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ σε κάθε αναπαραγωγική περίοδο. [71]

Φωλιά και ωοτοκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις προτιμώμενες θέσεις αναπαραγωγής (βλ. Βιότοπος), οι λιμόζες φωλιάζουν σε ανοικτές θέσεις κοντά στο νερό, σε χλοερά λιβάδια ή βάλτους, σπανιότερα σε ερεικώνες, αμμοθίνες ή τοποθεσίες με ιτιές. [72] Η φωλιά τοποθετείται επί του εδάφους ανάμεσα στην κοντή, συχνά δαψιλή βλάστηση. [73][74][75] Δεν είναι παρά ένα βαθούλωμα 12-15 εκ. σε διάμετρο, με επένδυση από παχύ στρώμα βλαστών, φύλλων ή άλλης διαθέσιμης βλάστησης. [76]

Η γέννα αποτελείται από (3-) 4 (-5) υποελλειπτικά, οβάλ ή απιόμορφα αβγά, διαστάσεων 54,7 Χ 37,3 χιλιοστών [77] και βάρους 39 γραμμαρίων, εκ των οποίων ποσοστό 6% είναι κέλυφος. [78] Η εναπόθεση των αβγών πραγματοποιείται ανά 1-2 ημέρες και η επώαση αρχίζει μετά την εναπόθεση του 3ου -ή 4ου- αβγού. Πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα και διαρκεί 22-24 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφυγοι, γεννιούνται με χνούδι και εγκαταλείπουν την φωλιά, αμέσως μόλις αυτό στεγνώσει. Επιτηρούνται και από τους δύο γονείς, ενώ πτερώνονται στις 25-30 ημέρες, περίπου. [79] Οι λιμόζες αρχίζουν να αναπαράγονται μετά το 2ο έτος της ζωής τους. [80]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απώλεια των ενδιαιτημάτων ωοτοκίας, λόγω αποστράγγισης των υγροτόπων και της εντατικοποίησης της γεωργίας, αποτελούν τις πιο σημαντικές απειλές για το είδος. [81] Διάφορες άλλες επιβλαβείς δραστηριότητες είναι η μετατροπή των υγρών λιβαδιών σε καλλιεργήσιμη γη, η αυξημένη λίπανση και αποστράγγιση των λειμώνων, οι τεχνητές πλημμύρες που προκαλούνται στα ενδιαιτήματα φωλιάσματος, ο ολοένα πρωιμότερος και πιο συχνός θερισμός -καθώς οι αγρότες τείνουν να προσαρμοστούν στην κλιματική αλλαγή-, η εαρινή καύση των σπαρτών, η υπερβλάστηση από θάμνους, η συνεχής ανάκτηση γης από επιχειρήσεις και εργολάβους, η κατασκευή δρόμων και πάρκων, ακόμη και η όχληση από πεζοπόρους. [82][83][84][85][86][87][88]

Η αύξηση των πληθυσμών των αρπακτικών, σε αφύσικα ενδεχομένως επίπεδα, αποτελεί σημαντική αιτία θνησιμότητας στις Κάτω Χώρες, που επιδεινώθηκε από την μείωση της βλάστησης -λόγω της εντατικής γεωργίας- που χρησιοποιείται για την κάλυψη των πουλιών. [89] Στα εντατικά βοσκημένα λιβάδια, το ποδοπάτημα των φωλιών είναι σοβαρή απειλή, καθώς και η στροφή προς τις μονοκαλλιέργειες, που μειώνει τους πληθυσμούς των διαθεσίμων εντόμων, με τα οποία τρέφεται το είδος. [90] Ο κατακερματισμός, επίσης, των ενδιαιτημάτων μπορεί να προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα, επειδή το είδος φωλιάζει σε διάσπαρτες αποικίες και υπο-αποικίες για να προστατεύεται από τυχόν θηρευτές. Η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη ενός νέου αεροδρομίου κοντά στη Λισαβόνα είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις σε μια πολύ σημαντική περιοχή για τα μεταναστευτικά πουλιά. [91][92]

Η φωλιά της λιμόζας, επειδή κατασκευάζεται μέσα σε λιβάδια που βόσκονται, πολλές φορές ποδοπατείται από διάφορα βοοειδή

Το κυνήγι υπήρξε ανέκαθεν σημαντική απειλή, ιδιαίτερα στην Γαλλία, παρόλο που η χώρα είχε ακολουθήσει την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση στην εφαρμογή πενταετούς απαγόρευσης που, όμως, έληξε το 2013. [93] Εκτός ΕΕ, όπως για παράδειγμα στις αφρικανικές περιοχές διαχείμασης, το κυνήγι εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά ο βαθμός και οι επιπτώσεις του παραμένουν άγνωστα. Η ρύπανση του νερού πιθανόν να αποτελεί πρόβλημα σε τμήματα του φάσματος κατανομής του είδους, [94] όπως και η ξηρασία στις θέσεις διαχείμασης της Δ. Αφρικής, που μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. [95] Οι υγρότοποι αποστραγγίζονται εκτενώς στη συγκκριμένη περιοχή, για την παραγωγή ενέργειας, την αποθήκευση νερού και την γεωργία. [96]

Οι ισλανδικοί πληθυσμοί είναι δυνατόν να εκτεθεί σε κίνδυνο από την πολιτική της ισλανδικής κυβέρνησης να ενθαρρύνει την αποψίλωση των οικοτόπων στα πεδινά, όπου αναπαράγονται τα πουλιά. [97] Οι κίνδυνοι κατά την μετανάστευση περιλαμβάνουν τη ρύπανση, την ανθρώπινη όχληση, την ανάκτηση γης των ενδιαιτημάτων για εγκατάσταση εργοστασίων παραγωγής ενέργειας από ύδατα παλιρροιών, τις λίμνες υδατοκαλλιέργειας, τη μετατροπή της γης για τη γεωργία, την αστική επέκταση και εντατικοποίηση της γεωργίας σε ορυζώνες. Διάφορα επιγενή φυτά μπορούν, επίσης, να υπερισχύσουν σε διάφορα χειμερινά ενδιαιτήματα στην Αυστραλία. [98] Η κλιματική αλλαγή μπορεί να έχει επιπτώσεις. [99] Τα νεαρά άτομα επιλέγουν κατάλληλους τόπους διαχείμασης όπως, επίσης, και καλές τοποθεσίες αναπαραγωγής, [100] ως εκ τούτου, η διατήρηση υψηλής ποιότητας θέσεων διαχείμασης είναι ζωτικής σημασίας για την αύξηση της παραγωγικότητας στις θέσεις αναπαραγωγής και την επιβράδυνση του ρυθμού πτώσης των πληθυσμών. Υπάρχει αξιοσημείωτη μείωση στην πυκνότητα των πτηνών αναπαραγωγής, κοντά σε δρόμους, ιδιαίτερα εκείνους με αυξημένη κίνηση οχημάτων. [101][102]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρξαν μεγάλες και καλά τεκμηριωμένες μειώσεις στην ηπειρωτική Ευρώπη, π.χ. στις Κάτω Χώρες, όπου ο πληθυσμός έχει μειωθεί δραματικά από 120,000-135,000 ζεύγη το 1969 και 85,000-100,000 ζεύγη την περίοδο 1989-1991, σε μόλις 46,000-62,000 το 2009. [103][104][105][106][107] Επίσης, υπάρχουν μειώσεις και στους αυστραλιανούς πληθυσμούς διαχείμασης, [108] που αντιπροσωπεύουν το 50%, περίπου, του παγκόσμιου διαχειμάζοντος πληθυσμού. [109] Ωστόσο, στην Κ. Ασία, ο αναπαραγωγικός πληθυσμός φαίνεται να είναι σταθερός ή κυμαινόμενος, [110] ενώ στην Ισλανδία οι αριθμοί αυξάνονται, αν και, με 50.000-75.000 άτομα, περίπου, ο συγκεκριμένος υποπληθυσμός αποτελεί μόνο μικρό μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. [111][112] Ομοίως, στη Δ. Αφρική, υπήρξαν αξιοσημείωτες μειώσεις σε ορισμένες χώρες (π.χ. Σενεγάλη και Μαρόκο), ενώ οι τάσεις αλλού (Μάλι, Τσαντ και B. Καμερούν) παρέμειναν σταθερές. [113] Πρόσφατη ανάλυση με βάση την υπάρχουσα βιβλιογραφία, τα στοιχεία των ερευνών και τις απόψεις των εμπειρογνωμόνων από όλη την γκάμα των υποειδών δείχνει ότι, σε γενικές γραμμές, ο παγκόσμιος πληθυσμός ενδέχεται να έχει μειωθεί σε ποσοστό που πλησιάζει το 30% σε 15 χρόνια, που μεσολάβησαν μέχρι το 2005. [114]

Γι’ αυτούς τους λόγους, το είδος κατατάσσεται από την IUCN ως, Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ), [115]

Τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους αναπαραγωγικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη διαθέτουν η Ολλανδία, η Ρωσία, η Ισλανδία, η Ουκρανία και η Λευκορωσία. [116]

Κατάσταση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H λιμόζα είναι αρκετά διαδεδομένη κατά τις μεταναστεύσεις -ιδιαίτερα την εαρινή-, αλλά σπάνια παραμένει για διαχείμαση στην χώρα. Ωστόσο, τα πουλιά προτιμούν κάποιους υγροτόπους περισσότερο από άλλους, κυρίως στην Δ. Ελλάδα, Μακεδονία και Θράκη. [117]

Η εαρινή έλευση αρχίζει από τα τέλη Φεβρουαρίου και κορυφώνεται στα τέλη Μαρτίου ή αρχές Απριλίου, με τα τελευταία άτομα να παρατηρούνται στις αρχές ή μέσα Μαΐου. Το φθινοπωρινό πέρασμα, μικρότερο σε όγκο, αρχίζει ήδη από τις αρχές Αυγούστου με κορύφωση στα τέλη Αυγούστου και τις αρχές Σεπτεμβρίου. [118] Πάντως, τα στοιχεία για το είδος εξακολουθούν να παραμένουν ελλιπή (ΝΕ). [119]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο η Λιμόζα απαντά και με τις ονομασίες Αιγοκέφαλος, Λασποπούλι, Οχθοτούρλι, Χηβάδι (Κρήτη), [120]Μαυρο-ουροτούρλι [121] και Βαλτομπεκάτσα (Κύπρος). [122]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard & Moore, p. 140
  2. Howard & Moore, p. 140
  3. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=176691
  4. Howard & Moore, p. 140
  5. http://www.iucnredlist.org/details/full/22693150/0
  6. ΠΛΜ, 38:470
  7. http://www.hbw.com/species/black-tailed-godwit-limosa-limosa
  8. http://www.hbw.com/species/black-tailed-godwit-limosa-limosa
  9. Howard and Moore, p. 140
  10. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22693150
  11. http://ibc.lynxeds.com/species/black-tailed-godwit-limosa-limosa
  12. planetofbirds.com
  13. Cramp et al
  14. del Hoyo et al
  15. Cramp et al
  16. Johnsgard
  17. http://www.iucnredlist.org/details/22693150/0
  18. Όντρια, σ. 112
  19. RDB, σ.154
  20. ΣΠΕΕ, σ. 94, 101, 255
  21. Σφήκας, σ. 46
  22. Σφήκας, σ. 54
  23. planetofbirds.com
  24. del Hoyo et al
  25. Johnsgard
  26. Johnsgard
  27. del Hoyo et al
  28. del Hoyo et al
  29. Gunnarsson et al
  30. del Hoyo et al
  31. Cramp et al
  32. Tucker & Heath
  33. del Hoyo et al
  34. Johnsgard
  35. del Hoyo et al
  36. Various, 2007
  37. Hayhow
  38. Lourenço et al
  39. Handrinos & Akriotis, p. 175
  40. Όντρια, σ. 112
  41. Vinicombe
  42. Mullarney et al. p. 158
  43. Grimmett et al, p. 102
  44. Colston & Burton, p. 166-7
  45. Singer, p. 197
  46. Heinzel et al, p. 154
  47. Flegg, p. 122
  48. Mullarney et al. p. 158
  49. Perrins, p. 118
  50. Bruun, p. 120
  51. Όντρια, σ. 112
  52. Scott & Forrest, p. 94
  53. http://www.ibercajalav.net
  54. http://blx1.bto.org/birdfacts/results/bob5320.htm
  55. planetofbirds.com
  56. Johnsgard
  57. del Hoyo et al
  58. Johnsgard
  59. Cramp et al
  60. del Hoyo et al
  61. Moreira
  62. Estrella & Masero
  63. BWPi
  64. Colston & Burton, p. 167-8
  65. BWPi
  66. http://news.bbc.co.uk/2/hi/science/nature/3737646.stm
  67. Harrison, p. 159
  68. Gunnarsson et al
  69. del Hoyo et al
  70. Kruk et al
  71. Harrison, p. 159
  72. Harrison, p. 158
  73. Johnsgard
  74. Cramp et al
  75. del Hoyo et al
  76. Cramp et al
  77. Harrison, p. 159
  78. http://app.bto.org/birdfacts/results/bob5320.htm
  79. http://app.bto.org/birdfacts/results/bob5320.htm
  80. Colston & Burton, p. 168
  81. A. Mischenko in litt. 2007
  82. Tucker & Heath
  83. van Dijk Α. In litt 2005
  84. Mischenko in litt. 2007
  85. Hayhow
  86. Oomen
  87. Holm & Laursen
  88. Kleijn et al
  89. Schekkerman et al
  90. Oomen
  91. Gill et al
  92. Masero et al
  93. Ι. Burfield in litt. 2008
  94. H. Hötker in litt. 2005
  95. Tucker & Heath
  96. Gill et al
  97. S. Nagy in litt 2005
  98. Garnett et al
  99. Oomen
  100. Gunnarsson et akl
  101. van der Zande et al
  102. Reijnen et al
  103. Tucker & Heath
  104. BirdLife International 2004a
  105. Τεχνική Έκθεση της ΕΕ για το 2007 19
  106. Oomen
  107. Höglund et al
  108. S. Garnett in litt. 2005
  109. Watkins
  110. L. Belyalova in litt. 2005
  111. Gill et al
  112. Wetlands International in press.
  113. Lourenço & Piersma
  114. I. Burfield in litt. 2005
  115. http://www.iucnredlist.org/details/full/22693150/0
  116. http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp3003.pdf
  117. Handrinos & Akriotis, p. 175-6
  118. Handrinos & Akriotis, p. 176
  119. Χανδρινός Γιώργος (Ι), σ. 329
  120. Απαλοδήμος, σ. 40-1
  121. Όντρια, σ. 112
  122. http://avibase.bsc-eoc.org/

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Anon. 2008. New action plans for the Black-tailed Godwit and the Eurasian Spoonbill. AEWA Newsletter: 11.
  • Bamford, M.J.; Watkins, D. G.; Bancroft, W.; Tischler, G.; Wahl. J. in prep. Migratory shorebirds of the East Asian-Australasian flyway: population estimates and important sites. Wetlands International.
  • BirdLife International. 2004. Birds in Europe: population estimates, trends and conservation status. BirdLife International, Cambridge, U.K.
  • BWPi: The Birds of the Western Palearctic on interactive DVD-ROM, London: BirdGuides Ltd. and Oxford University Press. 2004. ISBN 1-898110-39-5.
  • Cramp, S.; Simmons, K. E. L. 1983. Handbook of the birds of Europe, the Middle East and Africa. The birds of the western Palearctic vol. III: waders to gulls. Oxford University Press, Oxford.
  • del Hoyo, J., Elliott, A., and Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Dutson, G. 2011. Birds of Melanesia: Bismarcks, Solomons, Vanuatu and New Caledonia. Christopher Helm, London.
  • Estrella, S. M.; Masero, J. A. 2010. Prey and prey size selection by the Near-threatened Black-tailed Godwit foraging in non-tidal areas during migration'. Waterbirds 33(3): 293-299.
  • Garnett, S. T.; Szabo, J. K.; Dutson, G. 2011. The Action Plan for Australian Birds 2010. CSIRO Publishing, Collingwood.
  • Gill, J. A.; Langston, R. H. W.; Alves, J. A.; Atkinson, P. W.; Bocher, P.; Vieria, N. C.; Crockford, N. J.; Gélinaud, G.; Groen, N.; Gunnarsson, T. G.; Hayhow, B.; Hooijmeijer, J.; Kentie, R.; Kleijn, D.; Lourenco, P. M.; Masero, J. A.; Meunier, F. 2007. Contrasting trends in two Black-tailed Godwit populations: a review of causes and recommendations.Wader Study Group Bulletin: 43-50.
  • Gunnarsson, T. G.; Gill, J. A.; Appleton, G. F.; Gíslason, H.; Gardarsson, A.; Watkinson, A. R.; W.J. Sutherland, W. J. 2006. Large-scale habitat associations of birds in lowland Iceland: Implications for conservation. Biological Conservation 128: 265-275.
  • Gunnarsson, T. G.; Gill, J. A.; Newton, J.; Potts, P.M.; Sutherland, W.J. 2005. Seasonal matching of habitat quality and fitness in migratory birds. Proceedings of the Royal Society of London Series B 272: 2319-2323.
  • Hancock, P. 2008. Black-tailed Godwit. In: Hancock, P. (ed.), The status of globally and nationally threatened birds in Botswana, 2008., pp. 25. BirdLife Botswana.
  • Hayhow, B. 2008. Food for the gods. I-Webs News: 2.
  • Höglund, J.; Johansson, T.; Beintema, A.; Schekkerman, H. 2009. Phylogeography of the Black-tailed Godwit Limosa limosa: substructuring revealed by mtDNA control region sequences. Journal of Ornithology 150(1): 45-53.
  • Holm, T. E.; Laursen, K. 2009. Experimental disturbance by walkers affects behaviour and territory density of nesting Black-tailed Godwit Limosa limosa. Ibis 151(1): 77-87.
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at:http://www.iucnredlist.org. (Accessed: August, 2015).
  • Johnsgard, P. A. 1981. The plovers, sandpipers and snipes of the world. University of Nebraska Press, Lincoln, U.S.A. and London.
  • Kleijn, D.; Schekkerman, H.; Dimmers, W. J.; Van Kats, R. J.. M.; Melman, D.; Teunissen, W. A. 2010. Adverse effects of agricultural intensification and climate change on breeding habitat quality of Black-tailed Godwits Limosa l. limosa in the Netherlands. Ibis 152: 475-486.
  • Kruk, M., Noordervliet, M.A.W. and Ter Keurs, W.J. 1998. Natal philopatry in the black-tailed godwit Limosa limosa l. and its possible implications for conservation. Ringing and Migration 19(1): 13-16.
  • Li, Z.W.D, A. Bloem, S. Delany, G. Martakis & J.O. Quintero. 2009. Status of Waterbirds in Asia - Results of the Asian Waterbird Census: 1987-2007. Wetlands International, Kuala Lumpur, Malaysia.
  • Lourenço, O. M.; Kentie, R.; Schroeder, J.; Alves, J.A.; Groen, N. M.; Hooijmeijer, J. C. E. W.; Piersma, T. 2010. Phenology, stopover dynamics and population size of migrating Black-tailed Godwits Limosa limosa limosa in Portuguese rice plantations. Ardea 98(1): 35-42.
  • Lourenço, P. M.; Piersma, T. 2008. Changes in the non-breeding distribution of continental Black-tailed Godwits Limosa limosa limosa over 50 years: a synthesis of surveys. Wader Study Group Bulletin 115(2): 91-97.
  • Lourenço, P. M.; Piersma, T. 2008. Stopover ecology of Black-tailed Godwits Limosa limosa limosa in Portugese rice fields: a guide on where to feed in winter. Bird Study55(2): 194-202.
  • Masero, J. A.; Santiago-Queseda, F.; Sámchez-Guzmán, J. M.; Villegas, A.; Abad-Gómez, J. M.; Lopes, R. J.; Encarnação, V.; Corbacho, C.; Morán, R. 2011. Long lengths of stay, large numbers, and trends of the Black-tailed Godwit Limosa limosa in rice fields during spring migration. Bird Conservation International 21(1): 12-24.
  • Moreira, F. 1994. Diet, prey-size selection and intake rates of black-tailed godwits. Ibis136: 349-355.
  • Musters, C.J.M., Kruk, M., De Graaf, H.J. and Ter Keurs, W.J. 2001. Breeding birds as a farm product. Conservation Biology 15(2): 363-369.
  • Oomen, P. 2008. Save the king! Alula 14(1): 22-29.
  • Oosterveld, E. B.; Van Lierop, S.; Sikkema, M. 2009. Use of unfertilised margins on intensively managed grassland by Black-tailed Godwit Limosa limosa and RedshankTringa totanus chicks. Wader Study Group Bulletin 116(2): 69-74.
  • Perennou, C. P.; Mundkur, T.; Scott, D. A. 1994. The Asian Waterfowl Census 1987-1991: distribution and status of Asian waterfowl. IWRB and AWB, Slimbridge and Kuala Lumpur.
  • Reijnen, R., Foppen, R., Meeuwsen, H. 1996. The effects of traffic on the density of breeding birds in Dutch agricultural grasslands. Biological Conservation 75(3): 255-260.
  • Schekkerman, H.; Teunissen, W.; Oosterveld, E. 2009. Mortality of Black-tailed GodwitLimosa limosa and Northern Lapwing Vanellus vanellus chicks in wet grasslands: influence of predation and agriculture. Journal of Ornithology 150(1): 133-145.
  • Stroud, D. A.; Davidson, N. C.; West, R.; Scott, D. A.; Haanstra, L.; Thorup, O.; Ganter, B.; Delany, S. 2004. Status of migratory wader populations in African and Western Eurasia in the 1990s. International Wader Studies 15: 1-259.
  • Triplet, P.; Mahéo, R.; Le Dréan-Quénec'dhu, S. 2007. La Barge à Queue Noire Limosa limosa islandica hivernant en France - Littoral Manche-Atlantique, 1977-2006. Alauda75(4): 389-398.
  • Tucker, G.M. and Heath, M.F. 1994. Birds in Europe: their conservation status. BirdLife International, Cambridge, U.K.
  • Van der Zande, A. N., Ter Keurs, J. & Van der Weijden, W. J. 1980. The impact of roads on the densities of four bird species in an open field habitat -- evidence of a long distance effect. Biol. Conserv. 18: 299-321.
  • Various. 2007. Workshop on the conservation of the Black-tailed Godwit populations of NW Europe [Abstracts]. Wader Study Group Bulletin: 12-16.
  • Verhulst, J., Kleijn, D., Berendse, F. 2007. Direct and indirect effects of the most widely implemented Dutch agri-environment schemes on breeding waders. J. Appl. Ecol. 44: 70–80.
  • Vinicombe Keith. Black-tailed and Bar-tailed Godwits. Articles. Birdwatch magazine.
  • Watkins, D. 1993. A national plan for shorebird conservation in Australia. Australasian Wader Studies Group, Royal Australasian Ornithologists Union and World Wide Fund for Nature, Canberra.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»