Κρούσοβο
Συντεταγμένες: 41°22′12″N 21°14′54″E / 41.37000°N 21.24833°E
Το Κρούσοβο (σλαβομακεδονικά: Крушево· αλβανικά: Krusheva· βλάχικα: Crushuva,[1] τούρκικα: Kruşova· ρουμάνικα: Crușova) είναι κωμόπολη της Βόρειας Μακεδονίας και αποτελεί την υψηλότερη αστική περιοχή της χώρας, καθώς και μία από τις υψηλότερες στα Βαλκάνια, με υψόμετρο που υπερβαίνει τα 1350 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Η πόλη του Κρούσοβου λειτουργεί ως έδρα του Δήμου Κρουσόβου. Γεωγραφικά, η πόλη βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της Βόρειας Μακεδονίας, με πανοραμική θέα στην περιοχή της Πελαγονίας, και απέχει 33 χιλιόμετρα από το Πρίλεπ και 53 χιλιόμετρα από τη Μπίτολα. Ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 4.104 κατοίκους (2021).
Ετυμολογία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το όνομα Κρούσεβο σημαίνει κυριολεκτικά «μέρος με αχλαδιές», εκ της κύριας σλαβικής λέξης gruša, kruša (αχλάδι, αχλαδιά) < grušiti, krušiti (θρυμματίζω, σπάω).
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μεσαίωνας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αρχικά, η περιοχή αποτέλεσε μέρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ενώ κατά τον 9ο αιώνα κατακτήθηκε από την Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία. Στη συνέχεια, τον 11ο αιώνα, επανακατακτήθηκε από το Βυζάντιο. Αργότερα, η περιοχή υπήρξε υπό την εξουσία της βραχύβιας Ηγεμονίας του Πρίλεπ, η οποία ιδρύθηκε από τον Πρίγκιπα Μάρκο (1371–1395), διάδοχο της Σερβικής Αυτοκρατορίας (1346–1371). Ο πατέρας του, Βουκάσιν Μρνιάβτσεβιτς, συγκυβερνήτης του βασιλιά Στέφανου Ούρος Ε΄, είχε υπό την κατοχή του την περιοχή Τελικά, η Ηγεμονία του Πρίλεπ υπήχθησαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1395.
Οθωμανική περίοδος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, το Κρούσοβο ήταν ένα μικρό χωριό, το οποίο λειτουργούσε κυρίως ως θερινός τόπος διαμονής κτηνοτροφικών πληθυσμών. Κατά τη χειμερινή περίοδο, οι κάτοικοί του μετακινούνταν προς τις περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Περί το 1770 ήρθαν και εγκαταστάθηκαν πολυάριθμες οικογένειες από διάφορα βλαχοχώρια της Μακεδονίας, αφενός λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης στις πατρίδες τους και αφετέρου λόγω των ληστρικών επιδρομών που πραγματοποιούσαν Τουρκαλβανοί τοπάρχες. Το Κρούσοβο εκλήφθηκε ως ασφαλές καταφύγιο, γεγονός που προσέλκυσε οικογένειες από τη Γράμμουστα, τη Μοσχόπολη, τη Νικολίτσα, το Λινοτόπι και το Βυθικούκι, ενώ σε μεταγενέστερη φάση εγκαταστάθηκαν και έποικοι από την Κλεισούρα και τη Σαμαρίνα. Με την πάροδο του χρόνου, το Κρούσοβο εξελίχθηκε σε μια ακμαία βλαχόφωνη κωμόπολη, με έντονο ελληνικό χαρακτήρα.
Κατά τις αρχές του 19ου αιώνα, το Κρούσοβο αναδείχθηκε σε σημαντικό οικονομικό και εμπορικό κέντρο, με εκτεταμένα δίκτυα συναλλαγών σε ολόκληρο τον βαλκανικό χώρο και πέραν αυτού. Επιφανείς τοπικές οικογένειες —όπως οι Βοσνιακού, Νιτσιώτα, Κριάστα, Κράλλη, Κόκκου, Βαβούσκου, Κατσουγιάννη, Νάλτσα, Κύρου, Μπασδραβέλη, Σβώλου, Νούσια, Τάσκου και Γιωτούση— ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με μεγάλα ευρωπαϊκά και υπερατλαντικά κέντρα, μεταξύ των οποίων η Βιέννη, η Πέστη, το Βελιγράδι και οι ΗΠΑ. Τα κυριότερα εξαγόμενα προϊόντα περιλάμβαναν υφάσματα, ελαιόλαδο, σιτάρι και βρόμη. Οι οικογένειες αυτές, λόγω του οικονομικού και κοινωνικού τους κύρους, κατείχαν τη θέση των προκρίτων και λειτουργούσαν ως επίσημοι εκπρόσωποι της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Κρουσόβου έναντι των οθωμανικών αρχών.
Το 1832 ανεγέρθηκε η μεγαλοπρεπής ελληνική εκκλησία του Αγίου Νικολάου, με δαπάνη 400 οθωμανικών λιρών, χάρη στη δωρεά του Μιχαήλ Νικολάου. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο φιλοτεχνήθηκε από τον Πέτρο εκ Κιρτσόβου, ενώ τις εικόνες αγιογράφησε ο Μιχαήλ εκ Σαμαρίνας, γεγονός που καταδεικνύει το υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο και τις διαπεριφερειακές διασυνδέσεις της κοινότητας.
Η πλειονότητα των κατοίκων του Κρουσόβου, βλαχόφωνη και σλαβόφωνη, διέθετε έντονο ελληνικό εθνικό και πολιτισμικό προσανατολισμό, στοιχείο που συνέβαλε καθοριστικά στην πνευματική και εκπαιδευτική ανάπτυξη της πόλης. Βασική προϋπόθεση για την εκλογή των κοινοτικών αντιπροσώπων αποτελούσε, μεταξύ άλλων, η επάρκεια στα ελληνικά γράμματα καθώς και η οικονομική συνεισφορά στη συντήρηση των σχολείων. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα τελούσαν υπό την εποπτεία Εφορείας, η οποία ενέκρινε τα προγράμματα σπουδών και τα διδακτικά εγχειρίδια σύμφωνα με τις αποφάσεις της Πατριαρχικής Κεντρικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής. Οι Κρουσοβίτες χρηματοδοτούσαν εξ ιδίων τόσο τα ενοριακά γραμματοδιδασκαλεία όσο και τα οικοδιδασκαλεία.
Το 1847 ανεγέρθηκε, σε οικόπεδο που είχε δωρηθεί από τον Μιχαήλ Νικολάου, το πρώτο ελληνικό σχολείο της πόλης, το οποίο συντηρούνταν μέσω συνδρομών και δωρεών. Αρχικά λειτούργησε ως εξατάξια Αστική Σχολή και αργότερα επεκτάθηκε με τρεις επιπλέον τάξεις. Το 1868 οικοδομήθηκε και η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία όμως καταλήφθηκε βίαια το 1870 από εξαρχικούς βουλγαρόφρονες. Το 1872, λόγω των οξυμένων εθνοθρησκευτικών συγκρούσεων στην Αχρίδα και της ακτινοβολίας των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του Κρουσόβου, η έδρα της Μητρόπολης Πρεσπών και Αχριδών μεταφέρθηκε από την Αχρίδα στο Κρούσοβο. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε και εξατάξιο Παρθεναγωγείο. Έως το 1885, η ελληνική κοινότητα της πόλης διέθετε δύο δημοτικά σχολεία με 115 και 438 μαθητές αντίστοιχα, δύο Παρθεναγωγεία με 52 και 80 μαθήτριες, ημιγυμνάσιο με 39 μαθητές, νηπιαγωγείο με 192 μαθητές, καθώς και εκκλησιαστικό νοσοκομείο, γεγονός που αποτυπώνει το υψηλό επίπεδο εκπαιδευτικής οργάνωσης και τη δυναμική παρουσία του ελληνικού στοιχείου στο Κρούσοβο του ύστερου 19ου αιώνα.[2]
Η εξέγερση του Ίλιντεν και ο Μακεδονικός Αγώνας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το Κρούσοβο αποφάσισαν να καταλάβουν οι επαναστάτες του Ίλιντεν καθώς την επιτυχία του σκοπού τους εξασφάλιζε και το εξαιρετικά ολιγάριθμο της τοπικής τουρκικής φρουράς. Η εισβολή ενεργήθηκε τη νύχτα της Κυριακής 20ης Ιουλίου (π.ημ.) του 1903 με το σύνθημα «Ελευθερία ή θάνατος». Η πρώτη δουλειά των επαναστατών μετά την κατάληψη του Κρουσόβου ήταν να το απομονώσουν, καταστρέφοντας τις τηλεγραφικές γραμμές. Συνολικά στην περιοχή του Διοικητηρίου κάηκαν πάνω από 40 κτίρια. Στις 23 Ιουλίου κάλεσαν σε σύσκεψη τους προκρίτους των εθνικών κοινοτήτων της πόλης και σχημάτισαν μιαν ανώτατη επιτροπή από οκτώ μέλη που θα έπαιζε τον ρόλο προσωρινής κυβέρνησης. Ο σχηματισμός πολιτοφυλακής και ο εφοδιασμός των κομιτατζήζων με τρόφιμα και ρούχα στάθηκαν τα πρώτα καθήκοντα της επιτροπής αυτής.
Η κατοχή του Κρουσόβου από τους επαναστάτες κράτησε ακριβώς δέκα μέρες. Τα σώματα των επαναστατών, που είχαν στρατοπεδεύσει γύρω από το Κρούσεβο μετά την κατάληψή του, ανέρχονταν συνολικά σε χίλιους περίπου άντρες. Για να εξασφαλιστεί καλύτερα η τροφοδοσία τους, αποφασίστηκε στις 25 Ιουλίου από την ηγεσία τους, να επιβάλει η ανώτατη επιτροπή φορολογία στους εύπορους κατοίκους του. Καθορίστηκε και το ποσόν, από 5-30 λίρες οθωμανικές για κάθε άτομο, ανάλογα με την περιουσιακή του κατάσταση και διατάχτηκε η είσπραξή του. Όμως τα μέλη της επιτροπής που ήταν Έλληνες αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή και για τούτο παύθηκαν.[3]
Η τουρκική αντίδραση κατά της εξέγερσης άρχισε στη Δυτική Μακεδονία, όπου η κατάσταση ήταν αρκετά σοβαρή και στράφηκε πρώτα εναντίον του Κρουσόβου, το οποίο, καθώς γειτόνευε με το Μοναστήρι, ήταν ανάγκη να το ξαναπάρουν οι Τούρκοι δίχως καθυστέρηση. Η επιχείρηση αυτή ανατέθηκε στον στρατηγό Μπαχτιάρ πασά, που χαρακτηρίζονταν ως άνθρωπος βίαιος και τραχύς.[4] Ο απολογισμός των καταστροφών που υπέστησαν οι Έλληνες στο Κρούσεβο ήταν 363 καμένα κτίρια,σπίτια και καταστήματα, αφού προηγουμένως λεηλατήθηκαν, ενώ υπερδιπλάσιος στάθηκε ο αριθμός εκείνων που μόνο λεηλατήθηκαν. Οι φονευθέντες άντρες και γυναίκες, ξεπέρασαν τους σαράντα.[5]
Στις 23 Μαΐου 1906 εξελέγη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μητροπολίτης Πρεσπών και Αχριδών με έδρα το Κρούσοβο ο Γερμανός Σακελλαρίδης που επέδειξε σημαντική συμβολή κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Διετέλεσε μητροπολίτης Πρεσπών και Αχριδών έως τον Ιούλιο του 1909, οπότε και μετατέθηκε στην Ελευθερούπολη και το 1917 δολοφονήθηκε από τους Βούλγαρους για την εθνική του δράση.[6][7][8]
Πρόσωπα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Γιάννης Μπουτάρης, Έλληνας πολιτικός, πρώην δήμαρχος Θεσσαλονίκης
- Ιωακείμ Γ΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Έλληνας αρχιερέας
- Νικόλαος Κάρεφ, επαναστάτης
- Ιωάννης Πανταζίδης (1827-1900), Έλληνας καθηγητής φιλολογίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
- Αλέξανδρος Σβώλος, Έλληνας νομικός και πολιτικός, πρόεδρος της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ)
- Δημήτριος Πανταζής, Έλληνας δάσκαλος, λογογράφος και δημοσιογράφος
- Νικόλαος Μπάλλας, Έλληνας συγγραφέας
- Αναστάσιος Νάλτσας, Έλληνας Μακεδονομάχος[9]
- Κωνσταντίνος Βαβούσκος (1921-2012), Έλληνας καθηγητής αστικού και εκκλησιαστικού δικαίου του ΑΠΘ
- Χρήστος Ναούμ Τσίτσος, Έλληνας πρόκριτος
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ (Γερμανικά) Kahl, Thede (1999). Ethnizität und räumliche Verbreitung der Aromunen in Südosteuropa. Universität Münster: Institut für Geographie der Westfälischen Wilhelms. σελ. 147. ISBN 3-9803935-7-7.
- ↑ Νικόλαος Μπάλλας, Ιστορία του Κρουσόβου, σ. 20, Θεσσαλονίκη 1962
- ↑ περ. Εποχές, τεύχος 33, Ιανουάριος 1966 «άρθρο ΗΛΙΝ-ΝΤΕΝ του Ιωάννη Νοτάρη»
- ↑ Νικόλαος Μπάλλας, Ιστορία του Κρουσόβου, Θεσσαλονίκη, 1962, σ. 48
- ↑ Γεώργιος Μόδης, Σχέδια και ορέξεις γειτόνων, 1947 σ. 55
- ↑ «Μνημόσυνο 90 χρόνων από τον θάνατο του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Γερμανό - kavala net». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2017.
- ↑ Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΗΣ. Υπό Θεοδώρου Δημοσθ. Λυμπεράκη.
- ↑ Επίσκοποι και Μητροπολίτες Ιεράς Μητροπολης Ελευθερουπόλεως
- ↑ Φάρος του Θερμαΐκού, Έλληνες μυστικοί πράκτορες στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη - 105 χρόνια απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τον Οθωμανικό ζυγό (Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου "Το μεγάλο άλμα - Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη)
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Brown, Keith (1997). «Ανάμεσα στο κράτος και την ύπαιθρο: Το Κρούσοβο από το 1903 και εφεξής». Στο: Γούναρης, Βασίλης Κ.· Μιχαηλίδης, Ιάκωβος Δ.· Αγγελόπουλος, Γιώργος Β., επιμ. Ταυτότητες στη Μακεδονία. Αθηνα: Παπαζήση. σελίδες 171–195.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Kruševo στο Wikimedia Commons- (Σλαβομακεδονικά) Επίσημος ιστότοπος
