Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Άποψη της Μονής Λαζαριστών στη Σταυρούπολη, όπου στεγάζεται το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης (ΚΜΣΤ) ιδρύθηκε το 1997 μετά την απόκτηση της Συλλογής του Γεωργίου Κωστάκη με έργα καλλιτεχνών της ρωσικής πρωτοπορίας. Από τότε εξελίσσεται συνεχώς και σήμερα είναι ένα από τα κύρια μουσεία στον τομέα του. Τα έργα της συλλογής έχουν παρουσιαστεί σε πολλές χώρες όπως τη Γερμανία, την Αυστρία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ισπανία. Ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΜΣΤ ήταν ο καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του ΑΠΘ Μιλτιάδης Παπανικολάου. Από το 2006 καλλιτεχνική διευθύντρια του ΚΜΣΤ είναι η Μαρία Τσαντσάνογλου, εξειδικευμένη επιστημονικά στη μελέτη της ρωσικής πρωτοπορίας.

Το μουσείο διοργανώνει εκθέσεις τόσο από την μόνιμη συλλογή όσο και άλλες περιοδικές εκθέσεις μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης. Ταυτόχρονα διοργανώνει ξεναγήσεις, εκπαιδευτικά και ερευνητικά προγράμματα, παράλληλες εκδηλώσεις λόγου, θεάτρου και μουσικής και έχει πλούσια εκδοτική δραστηριότητα. Το μουσείο έχει αναπτύξει διεθνείς συνεργασίες και συμπαραγωγές με μεγάλα μουσεία όπως η Tate Modern, το Martin Gropius Bau, το Μουσείο Maillol, η Πινακοθήκη Τρετιάκοφ, το Κρατικό Μουσείο Αρχιτεκτονικής της Μόσχας, η Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου κ.ά.

Το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης είναι ο διοργανωτής της Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης.

Το Φεβρουάριο του 2013 ανακοινώθηκε η συγχώνευση του οργανισμού με το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, δημιουργώντας ένα Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου. Στη συγχώνευση δεν εντάσσεται το Μουσείο Φωτογραφίας, το οποίο θα αυτονομηθεί και θα λειτουργήσει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο.[1]

Μόνιμη Συλλογή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συλλογή Κωστάκη στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Η συλλογή Κωστάκη απαρτίζεται από 1275 έργα τέχνης: πίνακες ζωγραφικής, σχέδια, κατασκευές, κεραμικά σημαντικών καλλιτεχνών της ρωσικής πρωτοπορίας όπως οι Kazimir Malevich, Vasilii Kandinsky, Liubov Popova, Vladimir Tatlin, Aleksandr Rodchenko, Ivan Kliun, Solomon Nikritin, Olga Rozanova, Varvara Stepanova, Nadezhda Udaltsova, Mikhail Matiushin, Gustav Klutsis. Η συλλογή είναι αντιπροσωπευτική όλων των ρευμάτων και των τάσεων της ρωσικής πρωτοπορίας, μίας από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους της παγκόσμιας τέχνης που άνθισε στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η αγορά της Συλλογής Κωστάκη έγινε από το ελληνικό δημόσιο το Μάρτιο του 2000, μετά από πολιτική απόφαση του υπουργού πολιτισμού Ευάγγελου Βενιζέλου ο οποίος εξασφάλισε τη συλλογή για το νεοϊδρυθέν τότε Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Η συμφωνία υπογράφηκε ανάμεσα στην οικογένεια Κωστάκη και στη διοίκηση του Μουσείου αφού προηγήθηκε η σύσταση διεθνούς επιτροπής ειδικών, η οποία εκτίμησε την οικονομική και καλλιτεχνική αξία της συλλογής αφού τόνισε την αυθεντικότητα και τη μοναδικότητά της.


Εγκαταστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ΚΜΣΤ στεγάζεται στη βορειοανατολική πτέρυγα του συγκροτήματος της Μονής Λαζαριστών στη Σταυρούπολη, σε ένα χώρο συνολικής έκτασης 3.300 τ.μ. και ειδικά διαμορφωμένο σύμφωνα με τις διεθνείς αρχές λειτουργίας των μουσείων. Οι εκθεσιακοί χώροι της Μονής Λαζαριστών φιλοξενούν εκθέσεις με τα έργα της μόνιμης συλλογής του μουσείου, της Συλλογής Κωστάκη αλλά και τις περιοδικές εκθέσεις σύγχρονης τέχνης. Οι εκθεσιακοί χώροι του Μουσείου αναπτύσσονται στο υπόγειο, το ισόγειο και τους δύο ορόφους, με συνολική έκταση 1.400 τ.μ. Στο υπόγειο εκτός από τους εκθεσιακούς χώρους (8 συνολικά αίθουσες), υπάρχουν και αποθηκευτικοί χώροι. Στο ισόγειο υπάρχει χώρος υποδοχής, το πωλητήριο, το γραφείο ελέγχου των συστημάτων ασφάλειας, εκθεσιακοί χώροι, το εργαστήρι συντήρησης και γραφεία διοίκησης. Στον πρώτο όροφο βρίσκονται η βιβλιοθήκη του Μουσείου με εκτεταμένη βιβλιογραφία σχετική με τη νεότερη και σύγχρονη ευρωπαϊκή και ελληνική τέχνη αλλά και με τη Ρωσική Πρωτοπορία. Υπάρχουν επίσης γραφεία διοίκησης και ένας μεγάλος εκθεσιακός χώρος. Στον δεύτερο όροφο βρίσκεται ένας μεγάλος εκθεσιακός χώρος, γραφεία διοίκησης και τα γραφεία του επιστημονικού προσωπικού.

Το μουσείο λειτουργεί και σε παράλληλο εκθεσιακό χώρο, στην Αποθήκη Β1, στο λιμάνι Θεσσαλονίκης, όπου φιλοξενούνται περιοδικές εκθέσεις του ΚΜΣΤ, εκθέσεις που διοργανώνονται απο το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, αυτοτελούς τμήματος του ΚΜΣΤ, αλλά και εκθέσεις συνεργαζόμενων φορέων με το μουσείο. Από τις 8 Ιουνίου 2001 η Αποθήκη Β1 παραδόθηκε από τον Οργανισμό Λιμένα Θεσσαλονίκης στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης για την αποκλειστική εξυπηρέτηση και στέγαση εκδηλώσεων πολιτιστικού χαρακτήρα, με κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εμπορικής Ναυτιλίας και Πολιτισμού. Το Κ.Μ.Σ.Τ. μετέτρεψε την Αποθήκη σε εκθεσιακό χώρο. Για την προσαρμογή της πραγματοποιήθηκαν οι επιβεβλημένες παρεμβάσεις σε ζητήματα ασφάλειας, φωτισμού, εγκατάστασης συστημάτων παρακολούθησης και όλων γενικά των μηχανισμών, σύμφωνα με τις διεθνείς αρχές λειτουργίας των μουσειακών χώρων. Η Αποθήκη Β1 που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του επιβατικού σταθμού του Λιμένα Θεσσαλονίκης, διαθέτει συνολική έκταση 700 περίπου τ.μ. Οι εκθεσιακοί χώροι αναπτύσσονται στο ισόγειο, στον όροφο και στους διαδρόμους, συνολικής έκτασης 651 τ.μ. Στο ισόγειο βρίσκεται, επίσης, ο χώρος υποδοχής, το πωλητήριο και το control room. Στον όροφο βρίσκονται τα γραφεία διοίκησης του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης και χώρος συνεδριάσεων.

Σημαντικοί καλλιτέχνες μόνιμης έκθεσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Liubov Popova, Spatial Force Construction, 1920-21.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ««Αναίμακτη» συγχώνευση δύο μουσείων», άρθρο στον ιστότοπο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», 8 Φεβρουαρίου 2013.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]