Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το κτήριο του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείο Μακεδονίας- Θράκης στην Θεσσαλονίκη

Το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας Θράκης είναι μουσείο που ιδρύθηκε το 1970 στη Θεσσαλονίκη και ουσιαστικά διαδέχτηκε το Λαογραφικό Μουσείο Βορείου Ελλάδος που είχε ιδρυθεί από τη Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα[1].

Σκοπός του ΛΕΜΜ-Θ είναι η έρευνα και η μελέτη του παραδοσιακού πολιτισμού στη Βόρεια Ελλάδα. Οι συλλογές του μουσείου φτάνουν σήμερα τα 20000 αντικείμενα και αφορούν στις παραγωγικές δραστηριότητες, τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, αλλά και με τις παραδοσιακές τεχνικές, όπως την υφαντική, τη ραπτική, την κεντητική, τη μεταλλοτεχνία, την ξυλοτεχνία και την κεραμική. Τα αντικείμενα των συλλογών προέρχονται από τη Μακεδονία και τη Θράκη, καθώς και από τις ιστορικά κεκυρωμένες προεκτάσεις του βορειοελλαδικού χώρου.

Άποψη από τη μόνιμη έκθεση του ΛΕΜΜ-Θ ‘Στους Μύλους της Μακεδονίας και της Θράκης: Νερόμυλοι, Νεροπρίονα, Νεροτριβές και Μαντάνια στην Παραδοσιακή Κοινωνία’. Η έκθεση περιλαμβάνει ομοιώματα των υδροκίνητων εργαστηρίων τα οποία ο επισκέπτης παρακολουθεί να λειτουργούν ζωντανά.

Το 2003, το ΛΕΜΜ-Θ, με την ολοκλήρωση των εργασιών που αφορούσαν στην αποκατάσταση – ανάπλαση του διατηρητέου κτηρίου του (1995 – 2000), εγκαινίασε τη μόνιμη έκθεση με τίτλο Στους Μύλους της Μακεδονίας και της Θράκης – Νερόμυλοι, νεροπρίονα, νεροτριβές, μαντάνια στην παραδοσιακή κοινωνία, και θέμα την υδροκίνηση στον βορειοελλαδικό χώρο κατά την προβιομηχανική εποχή. Το 2005 εγκαινιάζεται η μόνιμη έκθεση που αφορά στην παραδοσιακή ενδυμασία με τίτλο Παραδοσιακές Ενδυμασίες της Μακεδονίας και της Θράκης 1860-1960. Σύμφωνα με τον εκθεσιακό προγραμματισμό του μουσείου, θα ακολουθήσουν οι μόνιμες εκθέσεις για την κατοικία και τη διατροφή.

Σήμερα το μουσείο, μέσα από τη συνεργασία με την ακαδημαϊκή κοινότητα, τον καλλιτεχνικό κόσμο και την τοπική κοινωνία (δωρητές, εξωτερικούς συνεργάτες, πολιτιστικούς συλλόγους, εθελοντές), επικοινωνεί με το κοινό διοργανώνοντας περιοδικές εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, εκδόσεις, ημερίδες, μουσικές και θεατρικές δράσεις. Αρωγοί στο έργο του στέκονται οι δυο σύλλογοι: Οι Φίλοι του ΛΕΜΜ-Θ και το Ελληνικό Κέντρο Προβολής Λαογραφίας Μακεδονίας – Θράκης «Αλκή».

Παράλληλα, το ΛΕΜΜ-Θ εμπλουτίζει τις συλλογές του με αντικείμενα του αστικού πολιτισμού της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής και αναπτύσσει δραστηριότητα στον τομέα της ψηφιακής τεκμηρίωσης και διαχείρισης του πολιτιστικού του αποθέματος (βλ. Ψηφιακή Σύγκλιση www.digitalplan.gr). 

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση του ΛΕΜΜ-Θ οφείλεται στη Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα (Κωνσταντινούπολη 1871 - Θεσσαλονίκη 1924 κ.ε.), ένα σωματείο με μεγάλη δράση στον εκπαιδευτικό τομέα.

Άποψη από τη μόνιμη έκθεση του ΛΕΜΜ-Θ ‘Μακεδονία-Θράκη: Παραδοσιακές ενδυμασίες, 1860-1960’. Η έκθεση περιλαμβάνει 55 ενδυμασίες από τη Μακεδονία και τη Θράκη και από τις ιστορικά κεκυρωμένες προεκτάσεις του βορειοελλαδικού χώρου (Βόρεια Μακεδονία, Ανατολική Θράκη, Ανατολική Ρουμελία, Εύξεινος Πόντος, Μικρά Ασία), καθώς και παραδοσιακές μεταμφιέσεις

Το 1931 η Αδελφότητα, με επικεφαλής τον πρόεδρό της, Ιωάννη Τάρη (1885 - 1968), επεκτείνοντας τα ενδιαφέροντά της, ξεκίνησε τη συγκέντρωση λαογραφικού υλικού από το βορειοελλαδικό χώρο. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι φιλόπονες προσπάθειες των μελών της Αδελφότητας είχαν ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση ενός μεγάλου αριθμού αξιόλογων αντικειμένων, αντιπροσωπευτικών της ζωής των αγροτικών κοινωνιών της Μακεδονίας.

Το 1957 ιδρύθηκε ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου το Λαογραφικό Μουσείο Βορείου Ελλάδος που στεγάστηκε σε διαμέρισμα 5 δωματίων στη Λεωφόρο Νίκης 55, στη Θεσσαλονίκη. Το 1958 τον Ιωάννη Τάρη διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Κεφαλάς, ο οποίος συνέχισε με ζήλο το έργο του εμπλουτισμού, της καταγραφής και της έκθεσης της αρχικής συλλογής.

Το 1970 ιδρύεται, ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας (ΛΕΜΜ), στο οποίο παραχωρείται η χρήση του κτηρίου επί της οδού Βασιλίσσης Όλγας 68, που είναι γνωστό ως «Παλαιό Κυβερνείο» ή «Έπαυλη Μοδιάνο». Πυρήνας των συλλογών του νέου Μουσείου αποτελεί η συλλογή της Αδελφότητας.

Το 1971 το Μουσείο υπάγεται στην εποπτεία του νεοϊδρυθέντος Υπουργείου Πολιτισμού. Μετά από εργασίες για την προσαρμογή του κτηρίου στις ανάγκες του Μουσείου, το ΛΕΜΜ ανοίγει τις πύλες του το 1973, ενώ το 1981 παρουσιάζει στο κοινό τις εκθέσεις του, στο πλαίσιο των νέων μουσειολογικών αντιλήψεων.

Το 1986 η εποπτεία του Μουσείου μεταφέρεται από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης και το 1993 το Μουσείο μετονομάζεται σε Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης με επέκταση της αρμοδιότητάς του και στη Θράκη. Το 1995 οι εκθέσεις του τίθενται προσωρινά εκτός λειτουργίας για το κοινό, καθώς ξεκινούν στο κτήριο εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και ανάπλασης. Το νέο κτήριο παραδίδεται αποκαταστημένο το 2000. Το 2001 η εποπτεία του ΛΕΜΜ-Θ επανέρχεται στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Το 2003, με τη λειτουργία της μόνιμης έκθεσης Στους Μύλους της Μακεδονίας και της Θράκης – Νερόμυλοι, νεροπρίονα, νεροτριβές, μαντάνια στην παραδοσιακή κοινωνία, το Μουσείο ανοίγει και πάλι τις πόρτες του στο κοινό, εγκαινιάζοντας μια νέα περίοδο ζωής για τον οργανισμό. Το 2005 εγκαινιάζεται η δεύτερη μόνιμη έκθεσή του, που αφορά στις Παραδοσιακές Ενδυμασίες της Μακεδονίας και της Θράκης (1860 – 1960).
 

Σκοπός και Στόχοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης είναι ίδρυμα μόνιμο (Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου -ΝΠΔΔ), μη κερδοσκοπικό, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού.
Το ΛΕΜΜ-Θ αποσκοπεί στη γνωριμία και την εξοικείωση των ανθρώπων και ειδικά της νέας γενιάς με τον παραδοσιακό πολιτισμό, στην ευαισθητοποίηση του κόσμου για τα υλικά και άυλα μνημεία της νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς, στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης και στην κατανόηση και την ερμηνεία του χτες, συνδέοντάς το με το σήμερα.
Οι δραστηριότητες του Μουσείου εκτείνονται στους τομείς της έρευνας, της μουσειολογίας και της γνωμοδοτικής εποπτείας:

  • στην προώθηση της επιστημονικής έρευνας και μελέτης (εθνολογικής-εθνογραφικής) του νεότερου πολιτισμού στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνεργασία και με άλλους φορείς ή ιδρύματα της Ελλάδας και του εξωτερικού
  • διάσωση και διαφύλαξη των τεκμηρίων αυτού του πολιτισμού και στην κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας με κάθε τρόπο (εκθέσεις, εκδόσεις, ξεναγήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, εκδηλώσεις κλπ.)
  • άσκηση γνωμοδοτικής εποπτείας σε μουσεία και συλλογές της Βόρειας Ελλάδας και
  • στη συνεργασία με συλλόγους και φορείς για την πληρέστερη προβολή του νεότερου πολιτισμού.


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σκαμπάλης, Ζήσης, 40 χρόνια Λαογραφικό Μουσείο, Θεσσαλονικέων Πόλις, τχ. 21/44 (Ιουν. 2013), σ. 36-45