Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης
КПСС.svg
Γενικός Γραμματέας Έλενα Στασόβα (πρώτη)
Βλαντιμίρ Ιβάσκο (τελευταίος)
Ίδρυση 1 Ιανουαρίου 1912
Διάλυση 29 Αυγούστου 1991
6 Νοεμβρίου 1991 (εντός της επικράτειας της ΡΣΟΣΔ)
Προκάτοχος Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα
Εφημερίδα Πράβντα
Πτέρυγα νεολαίας Κομσομόλ
Οργάνωση Νέων Πρωτοπόρων της Σοβιετικής Ένωσης
Μέλη 19 εκατομμύρια (1986)
Ιδεολογία Κομμουνισμός
Μαρξισμός-Λενινισμός
Διεθνής προσχώρηση Κομιντέρν (μέχρι 1943)
Κομινφόρμ (μέχρι 1956)
Πολιτικό σύστημα Σοβιετικής Ένωσης
Πολιτικά κόμματα
Εκλογές

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης (ρωσ. Коммунистическая партия Советского Союза, συντομογραφία - КПСС) ήταν πολιτικό κόμμα της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Δημιουργός και πρώτος ηγέτης του Κόμματος ήταν ο Β. Ι. Λένιν. Η οργάνωση νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης ήταν η Κομσομόλ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια (1912-1924)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προέλευση του ΚΚΣΕ ήταν η Μπολσεβίκικη φράξια του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, η οποία αποχώρησε από το κόμμα τον Ιανουάριο του 1912 για να σχηματίσει ένα νέο κόμμα στην Διάσκεψη του Κόμματος στην Πράγα, που ονομαζόταν Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (Μπολσεβικικό).

Η Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία, το πρώτο συνταγματικά κομμουνιστικό κράτος στον κόσμο, και ιδρύθηκε από τους Μπολσεβίκους ως επακόλουθο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αμέσως μετά την Επανάσταση, η νέα κυβέρνηση του Λένιν πραγματοποίησε σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς της περιουσίας και της αυτοκρατορικής γης στα σοβιέτ των εργαζομένων. Έτσι, το 1918, το ΡΣΕΚ μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Όλης της Ρωσίας (Μπολσεβικικό) και παρέμεινε έτσι έως το 1997.

Υποστηρίζοντας την παγκόσμια επανάσταση, ο Λένιν υπέγραψε άμεση ειρήνη με τις Κεντρικές Δυνάμεις και υπέγραψε μια τιμωρητική συνθήκη που παραχώρησε αρκετές δυτικές περιοχές της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας στην Γερμανία. Η συγκεκριμένη συνθήκη ακυρώθηκε μετά την Συμμαχική νίκη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το 1921, ο Λένιν παρουσίασε την Νέα Οικονομική Πολιτική, ένα σύστημα κρατικού καπιταλισμού που ξεκίνησε την πρόοδο της βιομηχανοποίησης και της ανάκτησης από τον Εμφύλιο Πόλεμο. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1922, η Ρωσική ΣΟΣΔ διευρύνθηκε με τις πρώην περιοχές της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στις οποίες ο Λένιν εκλέχθηκε ηγέτης, με αποτέλεσμα την ίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης. Στις 9 Μαρτίου του 1923, ο Λένιν υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, που τον αποδυνάμωσε και έτσι τελείωσε ο ρόλος του στην κυβέρνηση. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου του 1924 και τον διαδέχθηκε ο Ιωσήφ Στάλιν.

Εποχή του Στάλιν (1924-1953)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωσήφ Στάλιν, αρχηγός του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης από το 1924 έως τον θάνατό του.

Μετά από μία νικηφόρα πάλη για την εξουσία με τον Τρότσκι, ο Στάλιν απέκτησε τον πλήρη έλεγχο του κόμματος και ο Σταλινισμός έγινε η μόνη επίσημη ιδεολογία του κόμματος. Το επίσημο όνομα του κόμματος ήταν το Πανενωσιακό κομμουνιστικό κόμμα (Μπολσεβίκων), το 1925.

Κάτω από την ηγεσία του Στάλιν, το κόμμα ξεκίνησε αρκετές πολιτικές καμπάνιες, όπως το Πρώτο Πενταετές Πλάνο, το Σοσιαλισμός σε Μία Χώρα και μία δεύτερη αντιθρησκευτική καμπάνια που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο αρκετών εκατομμυρίων ατόμων από λιμό (όπως τον Γολοντομόρ), μαζικές εκτελέσεις και από το κρύο ή κάποια σθένεια που προκλήθηκε από τις εκτοπίσεις στην Σιβηρία και την μαζική καταστροφή πολλών εκκλησιών, τζαμιών και άλλων θρησκευτικών κτιρίων.

Την δεκαετία του 1930, ο Στάλιν εισήγαγε τον Μεγάλο Διωγμό, μιας περιόδου εκτεταμένης παράνοιας, φόνων και καταστολής που κορυφώθηκε σε μία σειρά δικών, στις οποίες δικάστηκαν αυτοί στους οποίους υπήρχαν υποψίες ότι συνωμοτούν εναντίον του Στάλιν και αυτό είχε ως αποτέλεσμα των διωγμό σχεδόν όλων των αρχικών μελών του Κόμματος. Οι πολιτικοί διωγμοί του Στάλιν επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την σύνθεση του κόμματος, καθώς πολλά μέλη εκτελέστηκαν ή καταδικάστηκαν σε καταναγκαστική εργασία. Οι διωγμοί συνέβησαν την ίδια χρονική περίοδο με την άνοδο του φασισμού στην εξουσία στην Γερμανία και την Ιταλία. Βλέποντάς το ως πιθανή απειλή, το Κόμμα προσπάθησε ενεργά να συνάψει συμμαχίες "συλλογικής ασφάλειας" με δυτικές αντιφασιστικές δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Βρετανία. Μετά από την αποτυχία της προσπάθειας, η ΕΣΣΔ υπέγραψε Σύμφωνο μη Επίθεσης με την Ναζιστική Γερμανία, που έσπασε το 1941 όταν η Γερμανία επιτέθηκε στην Σοβιετική Ένωση, ξεκινώντας τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο.

Μετά την συμμαχική νίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1945, το Κόμμα εργάστηκε για την ίδρυση φιλοσταλινικών κυβερνήσεων στα μεταπολεμικά κατεχόμενα εδάφη, καθώς και για την ενεργή αναζήτηση για την επέκταση της σφαίρας επιρροής, χρησιμοποιώντας τους διαμεσολαβητικούς πολέμους, την κατασκοπεία, καθώς και την κατάρτιση και χρηματοδότηση για την προώθηση των Κομμουνιστικών στοιχείων στο εξωτερικό.

Μετα-σταλινική εποχή (1953-1985)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Στάλιν, ο Χρουστσόφ ανήλθε στην εξουσία μετά την υπέρβαση των πολιτικών του αντιπάλων, συμπεριλαμβανομένου του Λαβρέντι Μπέρια και του Γκεόργκι Μαλένκοφ, σε μία πάλη για την εξουσία. Το 1955, ο Χρουστσόφ ασφάλισε την θέση του ως ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, πετυχαίνοντας τον υποβιβασμό του Μαλενκόφ. Στην αρχή της εξουσίας του και με την υποστήριξη αρκετών μελών του Προεδρίου, ο Χρουστσόφ ξεκίνησε το Ξεπάγωμα, που σήμανε την αρχή της μαζικής τρομοκρατίας του Στάλιν των προηγούμενων δεκαετιών, και μείωσε την κοινωνικοοικονομική καταπίεση σημαντικά, και στο 20ο Συνέδριο του 1956, ο Χρουστσόφ κατήγγειλε τα εγκλήματα του Στάλιν. Οι οικονομικές του πολιτικές, αν και επιτεύχθηκαν βελτιώσεις, δεν ήταν αρκετές για να λύσουν τα θεμελιώδη προβλήματα της Σοβιετικής οικονομίας. Το βιοτικό επίπεδο για τους απλούς πολίτες αυξήθηκε, και 108 εκατομμύρια άνθρωποι μετακόμισαν σε νέες κατοικίες ανάμεσα στο 1956 και το 1965.

Οι εξωτερικές πολιτικές του Χρουστσόφ είχαν ως αποτέλεσμα το Σινο-Σοβιετικό Σχίσμα, εν μέρει ως συνέπεια για την δημόσια καταγγελία του Στάλιν. Ο Χρουστσόφ βελτίωσε τις σχέσεις με τον Γιόσιπ Μπροζ Τίτο της Ομάδας των Κομμουνιστών της Γιουγκοσλαβίας, αλλά απέτυχε να ιδρύσει τις στενές, σχέσεις κόμμα με κόμμα που ήθελε. Ενώ το Ξεπάγωμα μείωσε την πολιτική καταπίεση στο εσωτερικό, οδήγησε σε ανεξέλεγκτες συνέπειες στο εξωτερικό, όπως την Ουγγρική Επανάσταση του 1956 και την αναταραχή στην Πολωνία, όπου τώρα οι κάτοικοι των συγκεκριμένων περιοχών είχαν αρκετή αυτοπεποίθηση για να επαναστατήσουν κατά της Σοβιετικής εξουσίας. Επίσης, ο Χρουστσόφ απέτυχε να βελτιώσει τις Σοβιετικές σχέσεις με την Δύση, εν μέρει λόγω πολεμοχαρούς στρατιωτικής στάσης. Ως επακόλουθο της Κρίσης των πυραύλων στην Κούβα, η θέση του Χρουστσόφ εντός του κόμματος αποδυναμώθηκε σημαντικά. Λίγο πριν την ενδεχόμενη εκδίωξη του από το κόμμα, προσπάθησε να εισάγει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που πρότεινε ο Εβσέι Λίμπερμαν, ενός Σοβιετικού οικονομολόγου, που προσπάθησε να εφαρμόσει τους μηχανισμούς της αγοράς στην σχεδιασμένη οικονομία.

Ο Χρουστσόφ εκδιώχθηκε στις 14 Οκτωβρίου του 1964, σε μία ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής που ανέφερε την ανικανότητά του να ακούσει τους άλλους, την αποτυχία του για την διαβούλευση με τα μέλη του προεδρείου, την εισαγωγή της λατρείας της προσωπικότητας, τις οικονομικής κακοδιαχείρισης του, και τις αντικομματικές μεταρρυθμίσεις του ως λόγους που δεν ήταν πλέον σε θέση να συνεχίσει να είναι επικεφαλής του κόμματος. Την θέση του διαδέχτηκε ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ ως Πρώτος Γραμματές και ο Αλεξέι Κοσίγκιν ως Πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών.

Η εποχή του Μπρέζνεφ αναφέρεται κοινώς από τους ιστορικούς ως Εποχή της Στασιμότητας, ένας όρος που δημιουργήθηκε από τον τελευταίο Γενικό Γραμματέα του ΚΚΣΕ, τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ

Η εποχή του Μπρέζνιεφ ξεκίνησε με την απόρριψη του Χρουστσοφισμού σε όλους σχεδόν τους τομείς, εκτός από την εναντίωση στην αντίθεση στις Σταλινικές μεθόδους τρομοκρατίας και της πολιτικής βίας. Οι πολιτικές του Χρουστσόφ επικρίθηκαν ως εθελοντισμός, ενώ η άνοδος του Νεοσταλινισμού πραγματοποιήθηκε στην εποχή του Μπρέζνιεφ. Ενώ ο Στάλιν δεν αντικαταστάθηκε ποτέ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα πιο συντηρητικά περιοδικά της χώρας είχαν τη δυνατότητα να αναδείξουν τα θετικά χαρακτηριστικά τις εξουσίας του.

Στο 23ο Συνέδριο που διεξήχθη το 1966, τα ονόματα του γραφείου του Πρώτου Γραμματέα και το Σώμα του Προεδρείου επανήλθαν στα αρχικά τους ονόματα: Γενικός Γραμματέας και Πολιτικό Γραφείο, αντίστοιχα. Στην αρχή της πρωθυπουργίας του, ο Κοσίγκιν πειραματίστηκε με οικονομικές μεταρρυθμίσεις, παρόμοιες με αυτές που υποστηρίζονταν από τον Μαλενκόφ, συμπεριλαμβανομένης της ιεράρχησης της ελαφρής βιομηχανίας πάνω από την βαριά βιομηχανία για την αύξηση της παραγωγής των καταναλωτικών αγαθών. Παρόμοιες μεταρρυθμίσεις πραγματοποιήθηκαν στην Ουγγαρία με το όνομα Νέος Οικονομικός Μηχανισμός, ωστόσο με την άνοδο του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ στην εξουσία στην Τσεχοσλοβακία, ο οποίος κάλεσε την δημιουργία του ''Σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο'', όλες οι μη-συμβατικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες στην ΕΣΣΔ σταμάτησαν.

Κατά την διάρκεια της εξουσίας του, ο Μπρέζνεφ υποστήριξε την detente, μια παθητική εξασθένιση της έχθρας με την Δύση με σκοπό την βελτίωση των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων. Ωστόσο, από το 25ο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε το 1976, άρχισαν να εμφανίζονται πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα στην Σοβιετική Ένωση και η διοίκηση του Μπρέζνεφ άρχισε να βρίσκεται σε μία αυξανόμενη δύσκολη θέση. Το προηγούμενο έτος, η υγεία του Μπρέζνεφ άρχισε να επιδεινώνεται. Εθίστηκε στα παυσίπονα και χρειαζόταν να λαμβάνει πιο ισχυρά φάρμακα για να παρακολουθεί επίσημες συναντήσεις. Λόγω της πολιτικής "εμπιστοσύνη στα στελέχη" η οποία εφαρμόστηκε στην διοίκησή του, η ηγεσία του ΚΚΣΕ μετατράπηκε σε μία γεροντοκρατία. Προς το τέλος της κυβέρνησης Μπρέζνεφ, τα προβλήματα συνέχισαν να υπάρχουν, και το 1979 έδωσε την συγκατάθεσή του για την Σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν για να σώσει το εμπόλεμο κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας και υποστήριξε την καταστολή του κινήματος Αλληλεγγύη στην Πολωνία. Καθώς τα προβλήματα μεγάλωναν στο εσωτερικό και το εξωτερικό, ο Μπρέζνεφ γινόταν όλο και πιο αναποτελεσματικός στη αντιμετώπιση της αυξανόμενης κριτικής της Σοβιετικής Ένωσης από Δυτικούς ηγέτες, ιδιαίτερα από τους Αμερικανούς προέδρους Τζίμι Κάρτερ και Ρόναλντ Ρίγκαν και την Βρετανή πρωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτσερ. Το ΚΚΣΕ, που είχε ερμηνεύσει ότι η παγκόσμια κρίση της δεκαετίας του 1970 ήταν η αρχή του τέλους του καπιταλισμού, βρήκε την χώρα να βρίσκεται πολύ μακριά από την Δύση στην οικονομική ανάπτυξη. Ο Μπρέζνεφ πέθανε στις 10 Νοεμβρίου του 1982, και τον διαδέχτηκε ο Γιούρι Αντρόποφ στις 12 Νοεμβρίου.

Ο Αντρόποφ, ένθερμος Αντι-σταλινικός, ήταν ο πρόεδρος της KGB κατά την μεγαλύτερη περίοδο της κυβέρνησης του Μπρέζνεφ. Διόρισε αρκετούς μεταρρυθμιστές σε ηγετικές θέσεις στην Κα-Γκε-Μπε, και αρκετοί από αυτούς έγιναν αργότερα ηγετικοί αξιωματούχοι κάτω από τον Γκορμπατσόφ. Ο Αντρόποφ υποστήριξε την αυξημένη ελευθερία στον τύπο, ιδιαίτερα όσον αφορά τις προκλήσεις που αντιμετώπιζε η Σοβιετική Ένωση. Η κυβέρνηση του Αντρόποφ είχε μικρή διάρκεια, αλλά διόρισε αρκετούς μεταρρυθμιστές σε σημαντικές θέσεις, όπως τον Γιεγκόρ Λιγκάτσεφ, τον Νικολάι Ρίζκοφ και τον μετέπειτα ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Επίσης, υποστήριξε την καταστολή στην διαφθορά. Ο Αντρόποφ είχε σκοπό να αφήσει τον Γκορμπατσόφ να τον διαδεχθεί, αλλά ο Κονσταντίν Τσερνένκο και οι υποστηρικτές του κατέστειλαν την παράγραφο στην επιστολή για την άνοδο του Γκορμπατσόφ. Ο Αντρόποφ πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1984 και τον διαδέχτηκε ο Τσερνένκο. Παρά την μικρή του ηγεσία, ο Τσερνένκο ήταν ανίκανος να εδραιώσει την εξουσία και ο αποτελεσματικός έλεγχος του οργανισμού του κόμματος παρέμεινε στον έλεγχο του Γκορμπατσόφ. Ο Τσερνένκο πέθανε στις 10 Μαρτίου του 1985 και τον διαδέχτηκε ο Γκορμπατσόφ στις 11 Μαρτίου του 1985.

Ο Γκορμπατσόφ και ο θάνατος του ΚΚΣΕ (1985-1991)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκορμπατσόφ εκλέχθηκε ως Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ στις 11 Μαρτίου του 1985, μία μέρα μετά τον θάνατο του Τσερνένκο. Όταν ανέλαβε το αξίωμα, η Σοβιετική Ένωση ήταν στην στασιμότητα αλλά ήταν σταθερή και ίσως να είχε συνεχίσει να υπάρχει σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη και τον 21ο αιώνα, χωρίς τις μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσόφ.

Επίσημα ονόματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1898—1912 — Ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα (ρωσ. Российская социал-демократическая рабочая партия)
  • 1912—1918 — Ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα (Μπολσεβίκων) (ρωσ. Российская социал-демократическая рабочая партия (большевиков))
  • 1918—1925 — Ρωσικό κομμουνιστικό κόμμα (Μπολσεβίκων) (ρωσ. Российская коммунистическая партия (большевиков))
  • 1925—1952 — Πανενωσιακό κομμουνιστικό κόμμα (Μπολσεβίκων) (ρωσ. Всесоюзная коммунистическая партия (большевиков))
  • 1952—1991 — Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα