Ιωάννης Μπούτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιωάννης Μπούτος
Γέννηση
Θάνατος
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Ιδιότητα πολιτικός και δικηγόρος
Αξίωμα Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας
Υπουργός Γεωργίας της Ελλάδας
Υπουργός Εμπορίου της Ελλάδας
Υπουργός Συντονισμού της Ελλάδας
μέλος της Βουλής των Ελλήνων

Ο Ιωάννης Μπούτος (Μάιος 1925 - 8 Δεκεμβρίου 2004) ήταν Έλληνας δικηγόρος, οικονομολόγος και πολιτικός, βουλευτής Μεσσηνίας, πολλές φορές υπουργός σε σημαντικά υπουργεία και διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ανήκε σε σπουδαίο πολιτικό «τζάκι» της Πελοποννήσου: ήταν ο πέμπτος Μπούτος που έγινε βουλευτής. Μεταπολιτευτικά προκάλεσε μεγάλη αίσθηση με την απόφασή του να στηρίξει τον Ανδρέα Παπανδρέου την περίοδο του «βρώμικου '89» αν και ο ίδιος ήταν κορυφαίο στέλεχος και υπουργός της ελληνικής δεξιάς.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Μελιγαλά Μεσσηνίας τον Μάιο του 1925. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές οικονομικών και πολιτικών επιστημών στο LSE. Το 1950 κατήλθε την πολιτική συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση και εξελέγη βουλευτής Μεσσηνίας με το Κόμμα των Φιλελευθέρων σε ηλικία 25 ετών. Επανεξελέγη το 1956 με το ίδιο κόμμα και αργότερα συμμετέχοντας στο κόμμα της καραμανλικής ΕΡΕ επανεξελέγη το 1961, 1963 και 1964.

Υπουργοποιήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν από τη Δικτατορία είχε διατελέσει υφυπουργός Συντονισμού στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή από το 1961 ως το 1963 καθώς και στην κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου το 1967. Στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας 1974 ανέλαβε υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ. Στη συνέχεια πολιτεύτηκε με τη ΝΔ όπου επανεκλεγείς βουλευτής Μεσσηνίας ανέλαβε κατά σειρά: υπουργός Εμπορίου (1974-1975), υπουργός αναπληρωτής Συντονισμού και Προγραμματισμού (1975-1976) και υπουργός Γεωργίας (1976-1977). Μετά τις εκλογές του 1977 ανέλαβε υπουργός Οικονομικών (1977-1978), υπουργός Γεωργίας (1978-1980) και Συντονισμού (Μάιος-Οκτώβριος 1980).

Πέρασμα στο ΠΑΣΟΚ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το Σεπτέμβριο του 1984 και την ανάληψη της ηγεσίας της ΝΔ από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ο Μπούτος βρισκόταν σε συνεχή αντιδικία με τα ηγετικά κλιμάκια της Ρηγίλλης. Το καλοκαίρι του 1989 πήρε ανοιχτά το μέρος του Ανδρέα Παπανδρέου χαρακτηρίζοντας «πρωτοφανή αθλιότητα και ιταμότητα» τις κατηγορίες εναντίον του για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Υπήρχαν και άλλα στελέχη της ΝΔ που τότε πήραν αποστάσεις από την απόφαση της ηγεσίας Μητσοτάκη να ποινικοποιήσει την υπόθεση Κοσκωτά (όπως ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης) αλλά κανείς που τόσο ανοιχτά να υπερασπίσει τον παραδοσιακό εχθρό της Δεξιάς παράταξης.

Τον Οκτώβριο του 1989 πέρασε και επίσημα στις γραμμές του ΠΑΣΟΚ, μέσω της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, στην οποία συμμετείχαν και προσωπικότητες της Αριστεράς, όπως ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Μανώλης Γλέζος, και ο Αντώνης Μπριλλάκης. Εξελέγη βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ το Νοέμβριο του 1989 και το 1990.[1] Όταν το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1993 ο Ιωάννης Μπούτος διορίστηκε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Όμως τελικά ήρθε σε σύγκρουση με τον υπουργό παρά τω πρωθυπουργώ και πολύ στενό συνεργάτη του Ανδρέα Παπανδρέου Αντώνη Λιβάνη λόγω της πολιτικής της Τράπεζας, και έτσι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση το Δεκέμβριο του 1994. Τον αντικατέστησε ο Λουκάς Παπαδήμος.

Ο Ιωάννης Μπούτος ήταν μόνιμος κάτοικος Παλαιού Ψυχικού (Αθήνα). Πέθανε στις 8 Δεκεμβρίου του 2004.

Λίστα Λαγκάρντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 12 Απριλίου 2014 δημοσιεύτηκε πως οι ελεγκτές του ΣΔΟΕ έπειτα από διεξοδική έρευνα στη λίστα της τράπεζας HSBC στη Γενεύη (λίστα Λαγκάρντ), ισχυρίζονται ότι ο Ιωάννης Μπούτος, και η σύζυγός του Μαίρη, είχαν αποκρύψει έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000 το ποσό των 3.700.000 ευρώ. Όμως ερωτηματικά για την έρευνα του ΣΔΟΕ προκαλεί το γεγονός ότι ο λογαριασμός τους στη λίστα την εποχή που είχε δημοσιευθεί (2007), ήταν μηδενικός χωρίς κανένα ποσό. Επειδή τόσο ο Ιωάννης Μπούτος όσο και η σύζυγός του έχουν φύγει από τη ζωή, οι κληρονόμοι του ζεύγους θα κληθούν να πληρώσουν πρόστιμο, αν τελικά τεκμηριωθεί ότι υπήρξε φοροδιαφυγή.[2][3].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Who's Who 1979, σελ. 457-458.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]