Ιλαρίων Καρατζόγλου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιλαρίων Καρατζόγλου
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση Δεκαετία του 1790
Καβάλα
Εθνικότητα Έλληνες
Υπηκοότητα Ελλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Νέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα στρατιωτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχες Ελληνική Επανάσταση του 1821

Ο Ιλαρίων Καρατζόγλου ή Καράτζογλου ήταν οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 από την Καβάλα.

Πρώτα χρόνια και συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιλαρίων Καρατζόγλου γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στην Καβάλα. Συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, πολεμώντας ως αξιωματικός στις μάχες που έλαβαν χώρα στη Μακεδονία. Το 1824, και εν μέσω του εμφυλίου πολέμου, μετά από υπόδειξη της κυβέρνησης του Γεώργιου Κουντουριώτη, διατάχθηκε η μεταφορά στρατευμάτων στην Ύδρα, προκειμένου να υπερασπιστούν το νησί από ενδεχόμενη επίθεση του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου. Έτσι ο Ιλαρίων Καρατζόγλου βρέθηκε στο νησί με το σώμα του, καθώς η πλειοψηφία των στρατευμάτων εκεί ήταν Μακεδόνες. Εκεί, ως πρωτοπαλίκαρο του Αναστάσιου Καρατάσου, γνωρίστηκε με το Βασίλειο Αθανασίου και τον στρατηγό Ιωάννη Μακρυγιάννη και ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης αναγνώρισε τον Αναστάσιο Καρατάσο ως γεροντότερο, και τελικά δόθηκε στον τελευταίο, η γενική αρχηγία των στρατευμάτων της Ύδρας.[1]

Όταν το 1828 έφτασε στην Ελλάδα ο Ιωάννης Καποδίστριας και προχώρησε σε αναδιοργάνωση των ατάκτων στρατευμάτων σε χιλιαρχίες και ελαφρά τάγματα, πολλοί οπλαρχηγοί και στρατιώτες, έμειναν έξω από την νέα αυτή επίσημη στρατιωτική δομή. Όπως αναφέρει ο Ι. Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του, ο αξιωματικός Ιλαρίων Καρατζόγλου αδικήθηκε και έμεινε έξω από το στράτευμα. Τότε αποφάσισε να ακολουθήσει την κλέφτικη ζωή, όπως συνέβη με πολλούς οπλαρχηγούς που βρέθηκαν στην ίδια θέση. [2]

Πίσω στη Μακεδονία και ανάμιξή του στη φιλορωσική κίνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μακρυγιάννης τον συγκράτησε και τον συμβούλεψε να επιστρέψει στην πατρίδα του, την Καβάλα ώστε να προετοιμάσει μία νέα εξέγερση προκειμένου να προσπαθήσει να πιέσει για την ένωση των υπόδουλων Ελληνικών επαρχιών στο υπό ίδρυση Ελληνικό κράτος. Οργανώθηκε μάλιστα και μια μυστική επιτροπή υπό το Μακρυγιάννη, που θα επικοινωνούσε κρυφά με τους αγωνιστές της Μακεδονίας. Ο Ιλαρίων Καρατζόγλου τελικά κατέληξε στη Χαλκιδική, όπου το έδαφος ήταν πιο πρόσφορο για επαναστατικές ενέργειες και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε οπλαρχηγός (αρματολός) στο Άγιο Όρος και στα Μαδεμοχώρια. Εκεί συντηρούσε το επαναστατικό πνεύμα των κατοίκων και πρόσμενε την κατάλληλη συγκυρία και την έξωθεν υποστήριξη προκειμένου να αναλάβει εκ νέου μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις. [3]

Μετά το 1836 όμως και την ίδρυση της "Φιλορθοδόξου Εταιρείας" από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου, τον εξ Οικονόμων και του Ρώσου αρχιμανδρίτη Ανατόλιου, τα πράγματα παίρνουν άλλη τροπή, καθώς οι Ρώσοι προωθούν την πολιτική του πανσλαβισμού εντός της Ελλάδας με τη βοήθεια του φιλορωσικού κόμματος. Σκοπός τους ήταν η δημιουργία ξεχωριστού κράτους σε Θεσσαλία και Μακεδονία, όπου θα έστελναν και Ρώσο ηγεμόνα. Τα σχέδια αυτά της Φιλορθοδόξου εταιρείας αποκαλύπτει ο Ιωάννης Μακρυγιάννης και ανακόπτεται προσωρινά η φιλορωσική κίνηση στην Ελλάδα. Τότε ο Ρώσος αρχιμανδρίτης Ανατόλιος μετέβη στη Χαλκιδική και στο Άγιο Όρος, συναντήθηκε με τον Ιλαρίωνα Καρατζόγλου και τον μύησε στην οργάνωση της εταιρείας. Ο Καρατζόγλου μη γνωρίζοντας τους πραγματικούς σκοπούς της κίνησης αυτής, δέχτηκε τη βοήθεια του Ανατόλιου που τον προμήθευσε με όπλα και χρήματα. Εν τω μεταξύ ο Ι. Μακρυγιάννης έστειλε αγγελιοφόρους στη Χαλκιδική και πληροφόρησε τον Ιλαρίωνα Καρατζόγλου τα σχετικά με τη δράση της Φιλορθοδόξου Εταιρείας. Έτσι ο Καβαλιώτης οπλαρχηγός, συμβουλευόμενος και από τους Αγιορείτες μοναχούς, αποσύρθηκε από τα σχέδια αυτά. Τότε ο αρχιμανδρίτης Ανατόλιος ενημερώνει τον πρέσβη της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη και έκτοτε ο Ιλαρίων καταδιώκεται από τις Οθωμανικές αρχές μετά από τις Ρωσικές υποδείξεις.[4]

Προσπάθεια συνεργασίας με τον Ιμπραήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιλαρίων Καρατζόγλου βρισκόμενος σε δεινή θέση αποφάσισε να μεταβεί στην Αίγυπτο και να συναντήσει τον συντοπίτη του Ιμπραήμ πασά (Μεχμέτ Αλή) προκειμένου να ζητήσει βοήθεια, καθώς ο τελευταίος βρίσκονταν τότε σε σύγκρουση με το σουλτάνο. Ο Ιμπραήμ όμως, θεώρησε ανέφικτη την επανάσταση στη Μακεδονία λόγω των περιστάσεων της εποχής και ζήτησε από τον Ιλαρίωνα Καρατζόγλου να ξεσηκώσει τους Κρητικούς σε επανάσταση κατά του σουλτάνου, κάτι που θα διευκόλυνε πολιτικά και τον πασά της Αιγύπτου. Πράγματι ο Καρατζόγλου μετέβη στην Κρήτη εργαζόμενος εκεί για την προετοιμασία της επικείμενης επανάστασης. Το 1839 και ενώ ο Ιμπράημ βρίσκεται στο απόγειο των πολεμικών επιχειρήσεων κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μετά μάλιστα τη νίκη στο Νεζίπ (της επαρχίας Γκαζιαντέπ), στις 24 Ιουνίου, ο Ιλαρίων Καρατζόγλου προσπαθεί εκ νέου με επιστολές του, να τον πείσει για βοήθεια σε ενδεχόμενη επανάσταση της Μακεδονίας. Ο Ιμπραήμ Πασάς αδιαφορεί για το θέμα της Μακεδονίας γιατί έχει στρέψει αλλού την προσοχή του και έτσι ο Ι. Καρατζόγλου αφήνει την Κρήτη εν μέσω γενικού αναβρασμού (λόγω της άσχημης τροπής που παίρνουν τα πράγματα για το νησί, μετά την εμπλοκή της Αγγλίας) και μεταβαίνει στην Αθήνα.[5]

Εκ νέου προετοιμασία εξέγερσης στη Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αθήνα ο Καβαλιώτης αγωνιστής συναντήθηκε με το Μακρυγιάννη, του εξιστόρησε τα γεγονότα και του έδειξε και τις επιστολές του Ιμπραήμ πασά που υπόσχονταν για βοήθεια. Εκείνη την εποχή (Απρίλιος του 1840) παρατηρήθηκε νέος αναβρασμός στη Μακεδονία, καθώς έφταναν πληροφορίες για επικείμενες εξεγέρσεις των Ελλήνων στα Γιαννιτσά[6] και στην Ανατολική Μακεδονία. Τότε επαναδραστηριοποιήθηκε η μυστική οργάνωση υπό τον Μακρυγιάννη που επικοινώνησε με όλους τους Μακεδόνες που βρίσκονταν στο Ελληνικό κράτος, συγκέντρωσε χρήματα, πολεμοφόδια και άντρες, προκειμένου να βοηθήσει την επικείμενη εξέγερση. Η επιτροπή που ασχολούνταν με την προετοιμασία της επανάστασης, εκτός από το Μακρυγιάννη και τον Ιλαρίωνα Καρατζόγλου περιελάμβανε και άλλους επιφανείς Μακεδόνες αγωνιστές, όπως ο γιος του Αναστάσιου Καρατάσου, Τσάμης Καρατάσος, ο Κωνσταντίνος Δόσιος, ο Παναγιώτης Ναούμ και ο Δαμιανός. Ο Δημήτριος Τσάμης Καρατάσος όμως, ο οποίος ήταν φιλικά διακείμενος με τον Όθωνα, ενημέρωσε τον τελευταίο για τα σχέδια της επιτροπής ελπίζοντας σε επίσημη βοήθεια, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Ιλαρίωνα Καρατζόγλου και του Ιωάννη Μακρυγιάννη, καθώς ο Όθωνας ακολουθούσε φιλορωσική πολιτική και ήταν σίγουρο ότι θα ενημέρωνε τη Ρωσική πλευρά. Ο Ιλαρίων Καρατζόγλου αναχώρησε για τη Χαλκιδική, έχοντας διακόψει άσχημα τις σχέσεις του με τον Δημήτριο Καρατάσο, ενώ ο Μακρυγιάννης παραιτήθηκε προσωρινά από την ηγεσία της επιτροπής, αλλά μετά από παρότρυνση των Κ. Δόσιου, Π. Ναούμ και Δαμιανού, συνέχισε τη δράση του. Έτσι η επιτροπή απέστειλε δύο γολέτες με πολεμοφόδια στο Άγιο Όρος. Η αποστολή συνοδεύτηκε από αρκετούς Μακεδόνες οπλαρχηγούς και στρατιώτες που ζούσαν στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος. Όταν ο Ιλαρίων Καρατζόγλου έσπευσε να τους συναντήσει, ορισμένοι οπλαρχηγοί, "άτακτοι και ακατάστατοι" κατά το Μακρυγιάννη, που διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τον Δημήτριο Καρατάσο, εξοργίστηκαν και τον κατέδωσαν στις Οθωμανικές αρχές.[7]

Η δολοφονία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τούρκοι φυλάκισαν τον Ιλαρίωνα Καρατζόγλου στις φυλακές καταναγκαστικών έργων στο ναύσταθμο του Μπάνιου, στην Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Ι. Μακρυγιάννης με αλλεπάλληλα διαβήματα στη βρετανική και τη γαλλική πρεσβεία της Αθήνας κατάφερε να πείσει τους ξένους διπλωμάτες να προσπαθήσουν για την αποφυλάκισή του, όπως και έγινε λίγο αργότερα. Λίγο μετά την αποφυλάκισή του, στα τέλη του 1841, δολοφονήθηκε από πράκτορες της Ρωσίας μετά από υπόδειξη του αρχιμανδρίτη Ανατόλιου της Φιλορθοδόξου Εταιρείας, που τον θεώρησε εχθρό της ρωσικής πασλαβιστικής πολιτικής. Ο Μακρυγιάννης έγραψε στα Απομνημονεύματά του για το Λαρίωνα (όπως τον αποκαλούσε): "..και χάσαμε έναν γενναίον άντρα".

Το 1842 ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του, δημοσιεύτηκε στην φιλορωσική εφημερίδα "Αιών" του Ιωάννη Φιλήμονος ανώνυμη επιστολή με ιστορικά στοιχεία που προσπαθούσε να συνδέσει τον Ιλαρίωνα Καρατζόγλου με κάποιον μοναχό Ιλαρίωνα του Αγίου Όρους, ο οποίος ήταν Τουρκαλβανός και διατέλεσε ληστής. Αργότερα αποδείχτηκε ότι την επιστολή την έγραψε ο ίδιος ο Ανατόλιος προκειμένου να σπιλώσει τη μνήμη του Ιλαρίωνα Καρατζόγλου και ουδεμία σχέση είχε ο Αλβανός μοναχός με τον Καβαλιώτη οπλαρχηγό της ελληνικής Επανάστασης του 1821.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

{references/2}

  1. Θεσσαλονικιά και άλλα Μακεδονικά μελετήματα, δημοσιευμένα μεταξύ 1981 – 1990, Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 246
  2. Θεσσαλονικιά και άλλα Μακεδονικά μελετήματα, δημοσιευμένα μεταξύ 1981 – 1990, Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 252, 253
  3. Θεσσαλονικιά και άλλα Μακεδονικά μελετήματα, δημοσιευμένα μεταξύ 1981 – 1990, Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 252, 253
  4. Θεσσαλονικιά και άλλα Μακεδονικά μελετήματα, δημοσιευμένα μεταξύ 1981 – 1990, Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 253, 254
  5. Θεσσαλονικιά και άλλα Μακεδονικά μελετήματα, δημοσιευμένα μεταξύ 1981 – 1990, Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 254, 255, 256
  6. Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912), Από τη γένεση του Νεοελληνικού κράτους ως την απελευθέρωση, ΗΡΟΔΟΤΟΣ, Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 24
  7. Θεσσαλονικιά και άλλα Μακεδονικά μελετήματα, δημοσιευμένα μεταξύ 1981 – 1990, Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 256, 257
  8. Θεσσαλονικιά και άλλα Μακεδονικά μελετήματα, δημοσιευμένα μεταξύ 1981 – 1990, Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 257 - 260