Επτά σοφοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι αναφερόμενοι, από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, Επτά σοφοί, ήταν ιστορικά πρόσωπα που έζησαν από τον 7ο αιώνα π.Χ. και νεότερα, που διέπρεψαν ως νομοθέτες, άρχοντες ή πολιτικοί. Οι επικρατέστεροι θεωρούμενοι επτά σοφοί της αρχαιότητας (κατά γενικότερη ομολογία συγγραφέων) ήταν οι:

Αρκετοί συγγραφείς που παρουσίασαν κατάλογο των Επτά Σοφών, φέρονται να μη συμφωνούν, κατά περιοχές, σε αυτά τα πρόσωπα. Έτσι ενώ οι τέσσερις πρώτοι κατά κανόνα συμπεριλαμβάνονται στην επτάδα απ΄ όλους, οι επόμενοι τρεις (οι τελευταίοι) συχνά παραβάλλονται με κάποιους από τους παρακάτω (τα πρόσωπα παρατίθενται με χρονολογική σειρά):

Σύνολο, δίνονται 25 ονόματα.

Ο ιερός αριθμός Επτά κατά την Αρχαιότητα.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αριθμός επτά ήταν ο ιερός αριθμός του Απόλλωνα. Γενικότερα, στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία συναντάται επανελειμμένα ως ο αριθμός μελών διαφόρων θεϊκών ομάδων (π. χ. οι 7 Πλειάδες, οι 7 Εσπερίδες). Επίσης, η Νιόβη είχε με τον Αμφίονα 7 γιούς και 7 κόρες - τους Νιοβίδες (Διόδωρος Σικελιώτης, Οβίδιος ("Μεταμορφώσεις"), Ψευδο-Υγίνος), τους οποίους εξόντωσαν ο Απόλλων και η αδελφή του η Άρτεμις. Την Θήβα πολιόρκησαν πρώτα οι Επτά, και αργότερα οι γιοί τους - οι επτά Επίγονοι. Ο Οδυσσέας πρωτού φτάσει στο νησί της Καλυψούς (την Ωγυγία) βρισκόταν επί επτά ημέρες στο έλεος της θάλασσας.

Ο Ησίοδος στο έργο του "Έργα και Ημέραι" 770-779 λέει ότι η εβδόμη του κάθε μήνα είναι μια μέρα ιερή, καθώς αυτήν την ημέρα του μήνα γεννήθηκε ο Απόλλων:

Πρῶτον ἔνη τετράς τε καὶ ἑβδόμη ἱερὸν ἦμαρ·

τῇ γὰρ Ἀπόλλωνα χρυσάορα γείνατο Λητώ·

ὀγδοάτη δ᾽ ἐνάτη τε, δύω γε μὲν ἤματα μηνὸς

ἔξοχ᾽ ἀεξομένοιο βροτήσια ἔργα πένεσθαι·

ἑνδεκάτη δὲ δυωδεκάτη τ᾽, ἄμφω γε μὲν ἐσθλαί,

ἠμὲν ὄις πείκειν ἠδ᾽ εὔφρονα καρπὸν ἀμᾶσθαι·

ἡ δὲ δυωδεκάτη τῆς ἑνδεκάτης μέγ᾽ ἀμείνων·

τῇ γάρ τοι νῇ νήματ᾽ ἀερσιπότητος ἀράχνης

ἤματος ἐκ πλείου, ὅτε ἴδρις σωρὸν ἀμᾶται·

τῇ δ᾽ ἱστὸν στήσαιτο γυνὴ προβάλοιτό τε ἔργον.

Το ίδιο αναφέρει και ο Πλούταρχος στα "Συμποσιακά", βιβλίο Η', ερώτημα 1 (Περὶ ἡμερῶν ἐν αἷς γεγόνασί τινες τῶν ἐπιφανῶν: ἐν ᾧ καὶ περὶ τῆς λεγομένης ἐκ θεῶν γενέσεως) 717d-e:

ὁ δὲ Φλῶρος οὐδὲ Καρνεάδην ἀπαξιοῦν ἔφη μνήμης: ἐν τοῖς Πλάτωνος γενεθλίοις, ἄνδρα τῆςἈκαδημείας 1 εὐκλεέστατον ὀργιαστὴν Ἀπόλλωνος γὰρ ἀμφοτέρους ἑορτῇ γενέσθαι, τὸν μὲν 2Θαργηλίοις Ἀθήνησι, τὸν δὲ Κάρνεια 3 Κυρηναίων ἀγόντων: ἑβδόμῃ δ᾽ ἀμφοτέρας 4 ἑορτάζουσι. ‘καὶ τὸν θεόν, ὡς ταύτῃ γενόμενον, ὑμεῖς’ εἶπεν ‘οἱ προφῆται καὶ ἱερεῖς ’ ‘Ἑβδομαγενῆ καλεῖτε.

Ο Αισχύλος στο "Επτά επί Θήβας" 797-802 λέγει ότι ο Εβδομαγέτης Απόλλων έκανε την τελευταία, έβδομη πύλη των Θηβών, ευάλωτη στους εχθρούς εξ'αιτίας του φόνου του Λάιου και της κατάρας του γένους του Οιδίποδα που προέκυψε από αυτό το γεγονός:

Ἄγγελος

στέγει δὲ πύργος, καὶ πύλας φερεγγύοις

ἐφραξάμεσθα μονομάχοισι προστάταις:

καλῶς ἔχει τὰ πλεῖστ᾽, ἐν ἓξ πυλώμασι:

800τὰς δ᾽ ἑβδόμας ὁ σεμνὸς ἑβδομαγέτης

ἄναξ Ἀπόλλων εἵλετ᾽, Οἰδίπου γένει

κραίνων παλαιὰς Λαΐου δυσβουλίας.

Ο Ηρόδοτος (Στ' 57, 1-2) λέει ότι την πρώτη και την εβδόμη του κάθε μήνα όλος ο σπαρτιατικός λαός έφερνε στους βασιλείς της Σπαρτης το καλύτερο ζώο προς θυσία στο ιερό του Απόλλωνος.

Στον Ύμνο Δ' (Προς τη Δήλο) ο Καλλίμαχος λέει ότι το σπήλαιο του Βορέα διέθετε 7 χώρους (δωμάτια). Επίσης, λέει ότι ενώ γεννιόταν ο Απόλλων στη Δήλο, οι κύκνοι τραγούδησαν επτά φορές το τραγούδι τους, αφού έκαναν το κύκλο του νησιού επτά φορες - και αυτή τους η πράξη είναι ο λόγος που αργότερα ο Απόλλων είχε τη λύρα με 7 χορδές, και όχι παραπάνω.

Κατά την Ύστερη Κλασική και την Ελληνιστική εποχή ο αριθμός αυτός απέκτησε ξεκάθαρα ιερό χαρακτήρα, με τη δημιουργία των ομάδων των επτά - όπως οι Επτά Σοφοί και τα Επτά θαύματα του κόσμου. Κατά τη Ρωμαϊκή εποχή η ιερότητα αυτού του αριθμού τονίζεται με τον τονισμό ως αριθμού των Επτά λόφων της Ρώμης και των Επτά λόφων της Κωνσταντινούπολης. Επίσης στη Ρώμη η παράδοση απέδιδε την ύπαρξη των επτά βασιλέων, πριν την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας.

Θα πρέπει να τονιστεί και ο παραλληλισμός της ελληνικής παράδοσης με την ινδική μυθική παράδοση, η οποία επίσης γνωρίζει Επτά Σοφους - τους ρίσι.

Φυσικά οι αρχαίοι Έλληνες είχαν και άλλους ιερούς αριθμούς, για παράδειγμα το εννέα (π. χ. οι Εννέα Μούσες, τα εννιά χρόνια που περνούσε εξόριστος από τον Όλυμπο όποιος θεός δεν τηρούσε τον όρκο που είχε δώσει στο όνομα του νερού ποταμού Στυγός κ. ο. κ.) και το τρία (π. χ. οι Τρεις Μοίρες, οι Τρείς Μούσες, οι Τρεις Χάριτες, οι Τρεις Γραίες, οι Τρεις Γοργόνες κ. ο. κ.). Για την σχέση του Απόλλωνα ίσως με το πέντε περισσότερο, παρά με το επτά, λέει πολλά πράγματα το έργο του Πλουτάρχου, "Περὶ τοῦ Εἶ τοῦ ἐν Δελφοῖς".

Οι Κατάλογοι των Επτά Σοφών κατά την Αρχαιότητα και έτος της σύστασής τους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Διογένη Λαέρτιο ("Βίοι Φιλοσόφων", βιβλίο Α', I (Βίος του Θαλή) 22), πρώτος εκ των Επτά Σοφών κατά τον "Κατάλογο των αρχόντων" του Δημήτριου Φαληρέα ήταν ο Θαλής, ενώ οι Επτά Σοφοί ανακηρύχθηκαν ως τέτοιοι κατά το έτος, όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Δαμασίας:

22 Ἦν τοίνυν ὁ Θαλῆς, ὡς μὲν Ἡρόδοτος καὶ Δοῦρις καὶ Δημόκριτός φασι, πατρὸς μὲν Ἐξαμύου, μητρὸς δὲ Κλεοβουλίνης, ἐκ τῶν Θηλιδῶν, οἵ εἰσι Φοίνικες, εὐγενέστατοι τῶν ἀπὸ Κάδμου καὶ Ἀγήνορος. <Ἦν δὲ τῶν ἑπτὰ σοφῶν,> καθὰ καὶ Πλάτων φησί· καὶ πρῶτος σοφὸς ὠνομάσθη ἄρχοντος Ἀθήνησι Δαμασίου, καθ’ ὃν καὶ οἱ ἑπτὰ σοφοὶ ἐκλήθησαν, ὥς φησι Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς ἐν τῇ τῶν Ἀρχόντων ἀναγραφῇ.

Ξέρουμε, ότι ο Δαμάσιος ή Δαμασίας Β' (ο οποίος ήταν σύγχρονος του Θαλή, του Πιττακού, του Σόλωνα και του Χίλωνα, ενώ η διαφοροποίηση στην γραφή του ονόματός του αποδίδει την μορφή που αυτό έχει στο Πάριο Χρονικό και στον Αριστοτέλη αντίστοιχα) ήταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα το 582/1 π. Χ., κατά το Πάριο Χρονικό 54α (το οποίο αναφέρει, ότι ο Δαμασίας Β' ήταν επώνυμος άρχων 318 χρόνια πριν τη σύνταξη του Πάριου Χρονικού, δηλ. το έτος 582/1 π. Χ., και ότι κατά το έτος αυτό για πρώτη φορά καθιερώθηκαν τα Πύθια στους Δελφούς). Κατά τον Αριστοτέλη (Αθηναίων Πολιτεία Α' V 13, 1-2), ο Δαμασίας διατήρησε το αξίωμα του επωνύμου άρχοντα κατά 2 έτη και 2 μήνες (δηλαδή διατέλεσε 2 πλήρεις θητείες του επωνύμου άρχοντα και ήταν στο ξεκίνημα της τρίτης). Επομένως, ίσως ο Δαμασίας Β' θα μπορούσε να ήταν επώνυμος άρχων είτε το 583/2 και το 582/1 π. Χ., είτε το 582/1 και το 581/0 π. Χ. (βλέπε "THE CAMBRIDGE ANCIENT HISTORY", VOLUME III, PART 3 (The Expansion of the Greek World, Eighth to Sixth Centuries B.C.), Edited by JOHN BOARDMAN F.B.A. and N. G. L. HAMMOND F.B.A., Cambridge University Press, 2008, σελίδα 392). Ευρέως αποδεκτή είναι η ανασύσταση της χρονολογικής σειράς των γεγονότων που συνδέονται με το αξίωμα του επωνύμου άρχοντα, που προτάθηκε από τον Kenyon (Aristotelis respublica Atheniensium consilio et auctoritate Academiae Borussicae ed. Kenyon, Berolini 1903 (Supplementum Aristotelicum)), ο οποίος δίνει την εξής σειρά των γεγονότων: το 594/3 π. Χ. επώνυμος άρχων ήταν ο Σόλων, το 594—591 ή 593—590 π. Χ. είναι η πρώτη τετραετία, το 590/589 π. Χ. είναι η πρώτη αναρχία, το 590—587 ή 589—586 π. Χ. είναι η δεύτερη τετραετία, το 586/5 π. Χ. είναι η δεύτερη αναρχία, το 586—583 ή 585—582 π. Χ. είναι η τρίτη τετραετία, το 582/1 π. Χ. είναι το πρώτο έτος που επώνυμος άρχων διατέλεσε ο Δαμασίας. Ο M. Miller, "Clio" 37, 1959 p. 46f λέει, ότι τα Σχόλια στον Πίνδαρο χρονολογούν την επανίδρυση των Πυθίων 6 χρόνια μετά την πτώση της Κίρρας (κατά τη διάρκεια του Α' Ιερού πολέμου), η οποία κατ'αυτά έπεσε όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Σίμων (δηλαδή, κατά το Πάριο Χρονικό, το έτος 591/0 π. Χ.). Επομένως, το Πάριο Χρονικό λανθασμένα χρονολογεί τον άρχοντα Δαμασία το έτος 582/1 π. Χ.

Ο Κλήμης Αλεξανδρείας, "Στρώματα" Α' XXI, 129, 3-4 λέγει για τον χρόνο που έδρασαν οι Έλληνες Σοφοί:

ἀποδείκνυνται τοίνυν οἱ ἐπὶ ∆αρείου τοῦ Ὑστάσπου προφητεύσαντες κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς βασιλείας αὐτοῦ Ἀγγαῖος καὶ Ζαχαρίας καὶ ὁ ἐκ τῶν δώδεκα Ἄγγελος κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ὀγδόης καὶ τεσσαρακοστῆς ὀλυμπιάδος προφητεύσαντες πρεσβύτεροι εἶναι Πυθαγόρου τοῦ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ ἑξηκοστὴν ὀλυμπιάδα φερομένου καὶ τοῦ πρεσβυτάτου τῶν παρ' Ἕλλησι σοφῶν Θαλοῦ περὶ τὴν πεντηκοστὴν ὀλυμπιάδα γενομένου. 1.21.129.4 συνεχρόνισαν δὲ οἱ συγκαταλεγέντες σοφοὶ τῷ Θαλεῖ, ὥς φησιν Ἄνδρων ἐν τῷ Τρίποδι.

Εν συντομία μπορούμε να συμπεράνουμε από τα παραπάνω, ότι οι Έπτα ανακηρύχθηκαν ως Σοφοί στο διάστημα μεταξύ 586/5 και 581/0 π. Χ., με πιο πιθανό το έτος 582/1 π. Χ.

Ήδη στα Αρχαία χρόνια υπήρξαν διαφωνίες για τους Επτά Σοφούς - και μάλιστα όχι μόνο για το τι έλεγε συγγεκριμένα ο καθένας τους, αλλά ακόμη και για το ποιός ήταν.

Ο Πλάτων ("Πρωταγόρας" 342e-343b) λέγει:

[342e]αὐτὸν φαῦλόν τινα φαινόμενον, ἔπειτα, ὅπου ἂν τύχῃ τῶν λεγομένων, ἐνέβαλεν ῥῆμα ἄξιον λόγου βραχὺ καὶ συνεστραμμένον ὥσπερ δεινὸς ἀκοντιστής, ὥστε φαίνεσθαι τὸν προσδιαλεγόμενον παιδὸς μηδὲν βελτίω. τοῦτο οὖν αὐτὸ καὶ τῶν νῦν εἰσὶν οἳ κατανενοήκασι καὶ τῶν πάλαι, ὅτι τὸ λακωνίζειν πολὺ μᾶλλόν ἐστιν φιλοσοφεῖν ἢ φιλογυμναστεῖν, εἰδότες ὅτι τοιαῦτα οἷόν τ᾽ εἶναι ῥήματα φθέγγεσθαι [343a] τελέως πεπαιδευμένου ἐστὶν ἀνθρώπου. τούτων ἦν καὶ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος καὶ Πιττακὸς ὁ Μυτιληναῖος καὶ Βίας ὁ Πριηνεὺς καὶ Σόλων ὁ ἡμέτερος καὶ Κλεόβουλος ὁ Λίνδιος καὶ Μύσων ὁ Χηνεύς, καὶ ἕβδομος ἐν τούτοις ἐλέγετο Λακεδαιμόνιος Χίλων. οὗτοι πάντες ζηλωταὶ καὶ ἐρασταὶ καὶ μαθηταὶ ἦσαν τῆς Λακεδαιμονίων παιδείας, καὶ καταμάθοι ἄν τις αὐτῶν τὴν σοφίαν τοιαύτην οὖσαν, ῥήματα βραχέα ἀξιομνημόνευτα ἑκάστῳ εἰρημένα: οὗτοι καὶ κοινῇ συνελθόντες[343b] ἀπαρχὴν τῆς σοφίας ἀνέθεσαν τῷ Ἀπόλλωνι εἰς τὸν νεὼν τὸν ἐν Δελφοῖς, γράψαντες ταῦτα ἃ δὴ πάντες ὑμνοῦσιν, γνῶθι σαυτόν καὶ μηδὲν ἄγαν. τοῦ δὴ ἕνεκα ταῦτα λέγω; ὅτι οὗτος ὁ τρόπος ἦν τῶν παλαιῶν τῆς φιλοσοφίας, βραχυλογία τις Λακωνική: καὶ δὴ καὶ τοῦ Πιττακοῦ ἰδίᾳ περιεφέρετο τοῦτο τὸ ῥῆμα ἐγκωμιαζόμενον ὑπὸ τῶν σοφῶν, τὸ χαλεπὸν ἐσθλὸν ἔμμεναι.

Ο Αντίπατρος από τη Σιδώνα έγραψε το εξής επίγραμμα αφιερωμένο στους Επτά Σοφούς ("Ελληνική Ανθολογία" Ζ' 81):

ἑπτὰ σοφῶν, Κλεόβουλε, σὲ μὲν τεκνώσατο Λίνδος

φατὶ δὲ Σισυφία χθὼν Περίανδρον ἔχειν [p. 50]

Πιττακὸν ἁ Μιτυλᾶνα: Βίαντα δὲ δῖα Πριήνη:

Μίλητος δὲ Θαλῆν, ἄκρον ἔρεισμα Δίκας:

ἁ Σπάρτα Χίλωνα: Σόλωνα δὲ Κεκροπὶς αἶα,

πάντας ἀριζάλου σωφροσύνας φύλακας.

Ο Ψευδο-Υγίνος ("Fabulae" CCXXI) δίνει τα εξής ονόματα των Επτά Σοφών, τις πατρίδες και τις βασικές ρήσεις τους:

Optimus est, Cleobulus ait modus, incola Lindi.

Ex Ephyra Periandre doces cuncta et meditanda.

Tempus nosce inquit Mitylenis Pittacus ortus.

Plures esse malos Bias autumat ille Prieneus.

Milesiusque Thales sponsori damna minatur.

Nosce inquit tete Chilon Lacedaemone cretus.

Cecropiusque Solon ne quid nimis induperabit.

Ο Πλούταρχος στο "Περὶ τοῦ Εἶ τοῦ ἐν Δελφοῖς" λέγει, ότι κατά τον αδελφό του, τον Λαμπρία, αρχικά οι Σοφοί ήταν πέντε (εξ'ου και το Ε εν Δελφοίς κατ'αυτόν), ενώ όταν αργότερα και οι τύραννοι Κλεόβουλος και Περίανδρος έλαβαν την φήμη των σοφών, οι πρώτοι πέντε τους περιέλαβαν μαζί με τους εαυτούς τους όχι τόσο επειδή τους αναγνώριζαν μια κάποια σοφία, αλλά επειδή δεν ήθελαν να προκληθεί έχθρα μεταξύ σε αυτούς και εκείνους τους ισχυρούς άνδρες (αν και ο Αμμώνιος, ο οποίος επίσης συμμετείχε σε εκείνη τη συζήτηση, μάλλον θεώρησε αυτή την ιστορία του Λαμπρία ως δική του εφεύρεση, και όχι κάτι το γνωστό από κάποια άλλη πηγή):

Εἰπόντος δὲ ταῦτα τοῦ Ἀμμωνίου Λαμπρίας ὁ ἀδελφὸς εἶπε «καὶ μὴν ὃν ἡμεῖς ἀκηκόαμεν λόγον ἁπλοῦς τίς ἐστι καὶ κομιδῇ βραχύς. λέγουσι γὰρ ἐκείνους τοὺς σοφοὺς ὑπ' ἐνίων δὲ σοφιστὰς προσαγορευθέντας αὐτοὺς μὲν εἶναι πέντε, Χίλωνα καὶ Θαλῆν καὶ Σόλωνα καὶ Βίαντα καὶ Πιττακόν. ἐπεὶ δὲ Κλεόβουλος ὁ Λινδίων τύραννος, εἶτα Περίανδρος ὁ Κορίνθιος, οὐδὲν αὐτοῖς ἀρετῆς μετὸν οὐδὲ σοφίας, ἀλλὰ δυνάμει καὶ φίλοις καὶ χάρισι καταβιαζόμενοι τὴν δόξαν ἐνέβαλλον εἰς τοὔνομα τῶν σοφῶν καί τινας γνώμας καὶ λόγους ἐξέπεμπον καὶ διέσπειρον εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῖς ὑπ' ἐκείνων λεγομένοις ὁμοίους. δυσχεράναντας ἄρα τοὺς ἄνδρας ἐξελέγχειν μὲν οὐκ ἐθέλειν τὴν ἀλαζονείαν οὐδὲ φανερῶς ὑπὲρ δόξης ἀπεχθάνεσθαι καὶ διαμάχεσθαι πρὸς ἀνθρώπους μέγα δυναμένους, ἐνταῦθα δὲ συνελθόντας αὐτοὺς καθ' αὑτοὺς καὶ διαλεχθέντας ἀλλήλοις ἀναθεῖναι τῶν γραμμάτων ὃ τῇ τε τάξει πέμπτον ἐστὶ καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τὰ πέντε δηλοῖ, μαρτυρομένους μὲν ὑπὲρ αὑτῶν πρὸς τὸν θεὸν ὅτι πέντ' εἰσί, τὸν δ' ἕβδομον καὶ τὸν ἕκτον ἀποποιουμένους καὶ ἀποβάλλοντας ὡς οὐ προσήκοντας αὑτοῖς. ὅτι δ' οὐκ ἀπὸ σκοποῦ ταῦτα λέγεται, γνοίη τις ἂν ἀκούσας τῶν κατὰ τὸ ἱερὸν τὸ μὲν χρυσοῦν εἶ Λιβίας τῆς Καίσαρος γυναικὸς ὀνομαζόντων, τὸ δὲ χαλκοῦν Ἀθηναίων. τὸ δὲ πρῶτον καὶ παλαιότατον τῇ δ' οὐσίᾳ ξύλινον ἔτι νῦν τῶν σοφῶν καλοῦσιν, ὡς οὐχ ἑνὸς ἀλλὰ κοινὸν ἀνάθημα πάντων γενόμενον.»

Ὁ μὲν οὖν Ἀμμώνιος ἡσυχῆ διεμειδίασεν, ὑπονοήσας ἰδίᾳ τὸν Λαμπρίαν δόξῃ κεχρῆσθαι, πλάττεσθαι δ' ἱστορίαν καὶ ἀκοὴν ἑτέρων πρὸς τὸ ἀνυπεύθυνον.

Πλούταρχος, "Τῶν ἐπτὰ σοφῶν συμπόσιον" VII 152 a-b λέγει:

Μικρὸν οὖν ἐπισχὼν ὁ Σόλων « ἐμοὶ μέν, » ἔφη, « δοκεῖ μάλιστ´ ἂν ἔνδοξος γενέσθαι καὶ βασιλεὺς καὶ τύραννος, εἰ δημοκρατίαν ἐκ μοναρχίας κατασκευάσειε τοῖς πολίταις. » Δεύτερος δ´ ὁ Βίας εἶπεν, « εἰ πρῶτος χρῷτο τοῖς νόμοις τῆς πατρίδος. » Ἐπὶ τούτῳ δ´ ὁ Θαλῆς ἔφησεν, εὐδαιμονίαν ἄρχοντος νομίζειν, εἰ τελευτήσειε γηράσας κατὰ φύσιν. Τέταρτος Ἀνάχαρσις, « εἰ μόνον εἴη φρόνιμος. » Πέμπτος δ´ ὁ Κλεόβουλος, « εἰ μηδενὶ πιστεύοι τῶν συνόντων. » Ἕκτος δ´ ὁ Πιττακός, « εἰ τοὺς ὑπηκόους ὁ ἄρχων παρασκευάσειε φοβεῖσθαι μὴ αὐτὸν ἀλλ´ ὑπὲρ αὐτοῦ. » Μετὰ τοῦτον ὁ Χίλων ἔφη τὸν ἄρχοντα χρῆναι μηδὲν φρονεῖν θνητόν, ἀλλὰ πάντ´ ἀθάνατα.

Πλούταρχος, "Τῶν ἐπτὰ σοφῶν συμπόσιον" XI 164 d-e λέγει:

καὶ πρῶτος ὁ Σόλων « ἀλλ´ ἀκήκοας μέν, » εἶπεν, « ὦ Μνησίφιλε, μετὰ πάντων Ἀθηναίων ἣν ἔχω γνώμην περὶ πολιτείας· εἰ δὲ βούλει καὶ νῦν ἀκούειν, δοκεῖ μοι πόλις ἄριστα πράττειν καὶ μάλιστα σῴζειν δημοκρατίαν, ἐν ᾗ τὸν ἀδικήσαντα τοῦ ἀδικηθέντος οὐδὲν ἧττον οἱ μὴ ἀδικηθέντες προβάλλονται καὶ κολάζουσι. » Δεύτερος δ´ ὁ Βίας ἔφησε κρατίστην εἶναι δημοκρατίαν ἐν ᾗ πάντες ὡς τύραννον φοβοῦνται τὸν νόμον. Ἐπὶ τούτῳ Θαλῆς τὴν μήτε πλουσίους ἄγαν μήτε πένητας ἔχουσαν πολίτας. Μετὰ δὲ τοῦτον ὁ Ἀνάχαρσις ἐν ᾗ τῶν ἄλλων ἴσων νομιζομένων ἀρετῇ τὸ βέλτιον ὁρίζεται, καὶ κακίᾳ τὸ χεῖρον. Πέμπτος δ´ ὁ Κλεόβουλος ἔφη μάλιστα σωφρονεῖν δῆμον ὅπου τὸν ψόγον μᾶλλον οἱ πολιτευόμενοι δεδοίκασιν ἢ τὸν νόμον. Ἕκτος δ´ ὁ Πιττακός, ὅπου τοῖς πονηροῖς οὐκ ἔξεστιν ἄρχειν καὶ τοῖς ἀγαθοῖς οὐκ ἔξεστι μὴ ἄρχειν. Μεταστραφεὶς δ´ ὁ Χίλων ἀπεφήνατο τὴν μάλιστα νόμων ἥκιστα δὲ ῥητόρων ἀκούουσαν πολιτείαν ἀρίστην εἶναι.

Πλούταρχος, "Τῶν ἐπτὰ σοφῶν συμπόσιον" XII 165 a-d λέγει:

Καὶ ὁ Ἀνάχαρσις, « διὰ τοῦτό τοι, » εἶπεν, « ἢ μόνος ἢ μάλιστα τῶν θεῶν ἐλεύθερός ἐστι καὶ αὐτόνομος, καὶ κρατεῖ πάντων, κρατεῖται δ´ ὑπ´ οὐδενός, ἀλλὰ βασιλεύει καὶ ἡνιοχεῖ. πλὴν σέ γε τὸ ἅρμα λέληθεν αὐτοῦ, ὡς ὑπερφυὲς κάλλει καὶ μεγέθει θαυμάσιόν ἐστιν· οὐ γὰρ ἂν παίζων ἐπὶ γέλωτι παρέβαλες ἐκεῖνο τοῖς ἡμετέροις. οἶκον δέ μοι δοκεῖς, ὦ Αἴσωπε, ταυτὶ τὰ πήλινα καὶ ξύλινα καὶ κεραμεᾶ στεγάσματα νομίζειν, ὥσπερ εἰ κοχλίαν ἡγοῖο τὸ κέλυφος, ἀλλὰ μὴ τὸ ζῷον. εἰκότως οὖν σοι γέλωτα παρέσχεν ὁ Σόλων, ὅτι τοῦ Κροίσου τὴν οἰκίαν κεκοσμημένην πολυτελῶς θεασάμενος οὐκ εὐθὺς ἀπεφήνατο τὸν κεκτημένον εὐδαιμόνως οἰκεῖν καὶ μακαρίως, ἅτε δὴ τῶν ἐν αὐτῷ μᾶλλον ἀγαθῶν ἢ τῶν παρ´ αὐτῷ βουλόμενος γενέσθαι θεατής· σὺ δ´ ἔοικας οὐδὲ τῆς σεαυτοῦ μνημονεύειν ἀλώπεκος. ἐκείνη μὲν γὰρ εἰς ἀγῶνα ποικιλίας καταστᾶσα πρὸς τὴν πάρδαλιν ἠξίου τὰ ἐντὸς αὐτῆς καταμαθεῖν τὸν δικαστήν, ποικιλωτέρα γὰρ ἐκεῖθεν φανεῖσθαι· σὺ δὲ τὰ τεκτόνων καὶ λιθοξόων ἔργα περινοστεῖς, οἶκον ἡγούμενος, οὐ τὰ ἐντὸς ἑκάστου καὶ οἰκεῖα, παῖδας καὶ γάμον καὶ φίλους καὶ θεράποντας, οἷς κἂν ἐν μυρμηκιᾷ τις ἢ νεοττιᾷ νοῦν ἔχουσι καὶ σωφρονοῦσι κοινωνῇ τῶν ὑπαρχόντων, χρηστὸν οἶκον οἰκεῖ καὶ μακάριον. ἐγὼ μὲν οὖν, » ἔφη, « ταῦτα καὶ πρὸς Αἴσωπον ἀποκρίνομαι καὶ Διοκλεῖ συμβάλλομαι· τῶν δ´ ἄλλων ἕκαστος ἀποφαίνεσθαι δίκαιός ἐστι τὴν ἑαυτοῦ γνώμην. » Τοῦτον οὖν ἄριστον ὁ Σόλων εἶπεν αὑτῷ δοκεῖν οἶκον, ὅπου τὰ χρήματα μήτε κτωμένοις ἀδικία μήτε φυλάττουσιν ἀπιστία μήτε δαπανῶσι μετάνοια πρόσεστιν. Ὁ δὲ Βίας ἐν ᾧ τοιοῦτός ἐστιν ὁ δεσπότης δι´ αὑτὸν οἷος ἔξω διὰ τὸν νόμον. Ὁ δὲ Θαλῆς ἐν ᾧ πλείστην ἄγειν τῷ δεσπότῃ σχολὴν ἔξεστιν. Ὁ δὲ Κλεόβουλος εἰ πλείονας ἔχοι τῶν φοβουμένων αὐτὸν τοὺς φιλοῦντας ὁ δεσπότης. Ὁ δὲ Πιττακὸς εἶπεν ὡς ἄριστος οἶκός ἐστιν ὁ τῶν περιττῶν μηδενὸς δεόμενος καὶ τῶν ἀναγκαίων μηδενὸς ἐνδεόμενος. Ὁ δὲ Χίλων ἔφη δεῖν μάλιστα βασιλευομένῃ πόλει προσεοικέναι τὸν οἶκον. εἶτα προσεπεῖπεν ὅτι καὶ Λυκοῦργος πρὸς τὸν κελεύοντα δημοκρατίαν ἐν τῇ πόλει καταστῆσαι, « πρῶτος, » ἔφη, « ποίησον ἐν τῇ οἰκίᾳ σου δημοκρατίαν. »

Πλούταρχος, "Βίος του Σόλωνα" 12.4 λέγει:

[12.4] οὕτω δὴ μετάπεμπτος αὐτοῖς ἧκεν ἐκ Κρήτης Ἐπιμενίδης ὁ Φαίστιος, ὃν ἕβδομον ἐν τοῖς σοφοῖς καταριθμοῦσιν ἔνιοι τῶν οὐ προσιεμένων τὸν Περίανδρον.

Ένας εκ των λεγόμενων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, στα "Στρώματά" του (Α' XIV, 61) λέγει:

1.14.59.1 Φασὶ δὲ Ἕλληνες μετά γε Ὀρφέα καὶ Λίνον καὶ τοὺς παλαιοτάτους παρὰ σφίσι ποιητὰς ἐπὶ σοφίᾳ πρώτους θαυμασθῆναι τοὺς ἑπτὰ τοὺς ἐπικληθέντας σοφούς, ὧν τέσσαρες μὲν ἀπὸ Ἀσίας ἦσαν, Θαλῆς τε ὁ Μιλήσιος καὶ Βίας ὁ Πριηνεὺς καὶ Πιττακὸς ὁ Μιτυληναῖος καὶ Κλεόβουλος ὁ Λίνδιος, δύο δὲ ἀπὸ Εὐρώπης, Σόλων τε ὁ Ἀθηναῖος καὶ Χίλων ὁ Λακεδαιμόνιος, τὸν δὲ ἕβδομον οἳ μὲν Περίανδρον εἶναι λέγουσιν τὸν Κροίνθιον, οἳ δὲ Ἀνάχαρσιν τὸν 1.14.59.2 Σκύθην, οἳ δὲ Ἐπιμενίδην τὸν Κρῆτα· (ὃν Ἑλληνικὸν οἶδε προφήτην, οὗ μέμνηται ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Τίτον ἐπιστολῇ, λέγων οὕτως· εἶπέν τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος προφήτης οὕτως· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί· 1.14.59.3 καὶ ἡ μαρτυρία αὕτη ἐστὶν ἀληθής. ὁρᾷς ὅπως κἂν τοῖς Ἑλλήνων προφήταις δίδωσί τι τῆς ἀληθείας καὶ οὐκ ἐπαισχύνεται πρός τε οἰκοδομὴν καὶ πρὸς ἐντροπὴν διαλεγόμενός τινων Ἑλληνικοῖς συγχρῆ1.14.59.4 σθαι ποιήμασι; πρὸς γοῦν Κορινθίους, οὐ γὰρ ἐνταῦθα μόνον, περὶ τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως διαλεγόμενος ἰαμβείῳ συγκέχρηται τραγικῷ τί μοι ὄφελος; λέγων, εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, φάγωμεν καὶ πίωμεν· αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν. μὴ πλανᾶσθε· φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί)· 1.14.59.5 οἳ δὲ Ἀκουσίλαον τὸν Ἀργεῖον ἐγκατέλεξαν τοῖς ἑπτὰ σοφοῖς, ἄλλοι δὲ Φερεκύδην τὸν Σύριον. Πλάτων δὲ ἀντὶ Περιάνδρου ὡς ἀναξίου σοφίας διὰ τὸ τετυραννηκέναι ἀντικατατάττει Μύσωνα τὸν Χηνέα. 1.14.60.1 ὡς μὲν οὖν κάτω που τῆς Μωυσέως ἡλικίας οἱ παρ' Ἕλλησι σοφοὶ γεγόνασι, μικρὸν ὕστερον δειχθήσεται·

Ο Παυσανίας (Ι' 24, 1) δίνει τη δική του λίστα ως εξής:

[24.1] ταῦτα μὲν δὴ οὕτω γενόμενα ἴστω τις: ἐν δὲ τῷ προνάῳ τῷ ἐν Δελφοῖς γεγραμμένα ἐστὶν ὠφελήματα ἀνθρώποις ἐς βίον, ἐγράφη δὲ ὑπὸ ἀνδρῶν οὓς γενέσθαι σοφοὺς λέγουσιν Ἕλληνες. οὗτοι δὲ ἦσαν ἐκ μὲν Ἰωνίας Θαλῆς τε Μιλήσιος καὶ Πριηνεὺς Βίας, Αἰολέων δὲ τῶν ἐν Λέσβῳ Πιττακὸς Μιτυληναῖος, ἐκ δὲ Δωριέων τῶν ἐν τῇ Ἀσίᾳ Κλεόβουλος Λίνδιος, καὶ Ἀθηναῖός τε Σόλων καὶ Σπαρτιάτης Χίλων: τὸν δὲ ἕβδομον Πλάτων ὁ Ἀρίστωνος ἀντὶ Περιάνδρου τοῦ Κυψέλου Μύσωνα κατείλοχε τὸν Χηνέα: κώμη δὲ ἐν τῇ Οἴτῃ τῷ ὄρει ᾠκοῦντο αἱ Χῆναι. οὗτοι οὖν οἱ ἄνδρες ἀφικόμενοι ἐς Δελφοὺς ἀνέθεσαν τῷ Ἀπόλλωνι τὰ ᾀδόμενα Γνῶθι σαυτὸν καὶ Μηδὲν ἄγαν.

Kατά τον Διογένη Λαέρτιο ("Βίοι Φιλοσόφων", βιβλίο Α', Προοίμιο, 12), οι Επτά Σοφοί της Αρχαιότητας ήταν οι εξής:

13 Σοφοὶ δὲ ἐνομίζοντο οἵδε· Θαλῆς, Σόλων, Περίανδρος, Κλεόβουλος, Χείλων, Βίας, Πιττακός. Τούτοις προσαριθμοῦσιν Ἀνάχαρσιν τὸν Σκύθην, Μύσωνα τὸν Χηνέα, Φερεκύδην τὸν Σύριον, Ἐπιμενίδην τὸν Κρῆτα· ἔνιοι δὲ καὶ Πεισίστρατον τὸν τύραννον... Καὶ οὗτοι μὲν οἱ κληθέντες σοφοί, οἷς τινες καὶ Πεισίστρατον τὸν τύραννον προσκαταλέγουσι.

O Διογένης ο Λαέρτιος ("Βίοι Φιλοσόφων", βιβλίο Α', I (Βίος του Θαλή) 40-42) μας πληροφορεί επίσης ότι:

Περὶ δὴ τῶν ἑπτά - ἄξιον γὰρ ἐνταῦθα καθολικῶς κἀκείνων ἐπιμνησθῆναι - λόγοι φέρονται τοιοῦτοι. Δάμων ὁ Κυρηναῖος, γεγραφὼς Περὶ τῶν φιλοσόφων, πᾶσιν ἐγκαλεῖ, μάλιστα δὲ τοῖς ἑπτά. Ἀναξιμένης δέ φησι πάντας ἐπιθέσθαι ποιητικῇ· ὁ δὲ Δικαίαρχος οὔτε σοφοὺς οὔτε φιλοσόφους φησὶν αὐτοὺς γεγονέναι, συνετοὺς δέ τινας καὶ νομοθετικούς.

Ἀρχέτιμος δὲ ὁ Συρακούσιος ὁμιλίαν αὐτῶν ἀναγέγραφε παρὰ Κυψέλῳ, ᾗ καὶ αὐτός φησι παρατυχεῖν· Ἔφορος δὲ παρὰ Κροίσῳ πλὴν Θαλοῦ. Φασὶ δέ τινες καὶ ἐν Πανιωνίῳ καὶ ἐν Κορίνθῳ καὶ ἐν Δελφοῖς συνελθεῖν αὐτούς.

41 Διαφωνοῦνται δὲ καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν καὶ ἄλλου ἄλλο φασὶν εἶναι, ὡς ἐκεῖνο·

Ἦν Λακεδαιμόνιος Χίλων σοφός, ὃς τάδ’ ἔλεξε·
μηδὲν ἄγαν· καιρῷ πάντα πρόσεστι καλά.

Στασιάζεται δὲ καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Λεάνδριος μὲν γὰρ ἀντὶ Κλεοβούλου καὶ Μύσωνος Λεώφαντον Γορσιάδα, Λεβέδιον ἢ Ἐφέσιον, ἐγκρίνει καὶ Ἐπιμενίδην τὸν Κρῆτα· Πλάτων δὲ ἐν Πρωταγόρᾳ Μύσωνα ἀντὶ Περιάνδρου· Ἔφορος δὲ ἀντὶ Μύσωνος Ἀνάχαρσιν· οἱ δὲ καὶ Πυθαγόραν προσγράφουσιν. Δικαίαρχος δὲ τέσσαρας ὡμολογημένους ἡμῖν παραδίδωσι, Θαλῆν, Βίαντα, Πιττακόν, Σόλωνα. Ἄλλους δὲ ὀνομάζει ἕξ, ὧν ἐκλέξασθαι τρεῖς, Ἀριστόδημον, Πάμφυλον, Χίλωνα Λακεδαιμόνιον, Κλεόβουλον, Ἀνάχαρσιν, Περίανδρον. Ἔνιοι προστιθέασιν Ἀκουσίλαον Κάβα ἢ Σκάβρα Ἀργεῖον.

42 Ἕρμιππος δ’ ἐν τῷ Περὶ τῶν σοφῶν ἑπτακαίδεκά φησιν, ὧν τοὺς ἑπτὰ ἄλλους ἄλλως αἱρεῖσθαι· εἶναι δὲ Σόλωνα, Θαλῆν, Πιττακόν, Βίαντα, Χίλωνα, <Μύσωνα,> Κλεόβουλον, Περίανδρον, Ἀνάχαρσιν, Ἀκουσίλαον, Ἐπιμενίδην, Λεώφαντον, Φερεκύδην, Ἀριστόδημον, Πυθαγόραν, Λᾶσον Χαρμαντίδου ἢ Σισυμβρίνου, ἢ ὡς Ἀριστόξενος Χαβρίνου, Ἑρμιονέα, Ἀναξαγόραν.

Ἱππόβοτος δὲ ἐν τῇ Τῶν φιλοσόφων ἀναγραφῇ· Ὀρφέα, Λίνον, Σόλωνα, Περίανδρον, Ἀνάχαρσιν, Κλεόβουλον, Μύσωνα, Θαλῆν, Βίαντα, Πιττακόν, Ἐπίχαρμον, Πυθαγόραν.

Ωριγένης, "Πρὸς τὸν ἐπιγεγραμμένον Κέλσου Ἀληθῆ λόγον" A' 16:

Πάλιν τε αὖ κατάλογον ποιούμενος ἀνδρῶν ἀρχαίων καὶ σοφῶν, ὠφελησάντων τοὺς κατ' αὐτοὺς καὶ διὰ συγγραμμάτων τοὺς μετ' αὐτούς, Μωϋσέα ἐξέβαλε τοῦ καταλόγου τῶν σοφῶν. Καὶ Λίνου μέν, ὃν προέταξεν ὧν ὠνόμασεν ὁ Κέλσος, οὔτε νόμοι οὔτε λόγοι φέρονται ἐπιστρέψαντες καὶ θεραπεύσαντες ἔθνη· Μωϋσέως δὲ τοὺς νόμους ὅλον ἔθνος φέρει ἐπεσπαρμένον τῇ πάσῃ οἰκουμένῃ. Ὅρα οὖν εἰ μὴ ἄντικρυς κακουργῶν ἐξέβαλε τοῦ καταλόγου τῶν σοφῶν καὶ Μωϋσέα, Λίνον δὲ καὶ Μουσαῖον καὶ Ὀρφέα καὶ τὸν Φερεκύδην καὶ τὸν Πέρσην Ζωροάστρην καὶΠυθαγόραν φήσας περὶ τῶνδε διειληφέναι, καὶ ἐς βίβλους κατατεθεῖσθαι τὰ ἑαυτῶν δόγματα καὶ πεφυλάχθαι αὐτὰ μέχρι δεῦρο.

17. Καὶ ἑκὼν μὲν ἐπελάθετο τοῦ περὶ τῶν νομιζομένων θεῶν μύθου ὡς ἀνθρωποπαθῶν, ἀναγεγραμμένου μάλιστα ὑπὸ Ὀρφέως, ἐν δὲ τοῖς ἑξῆς κατηγορῶν τῆς Μωϋσέως ἱστορίας αἰτιᾶται τοὺς τροπολογοῦντας καὶ ἀλληγοροῦντας αὐτήν.

Επομένως, έχουμε τις εξής λίστες:

  1. Κατά τον Λεάνδριο, αντί τους Κλεόβουλο και Μύσωνα στη λίστα των Επτά Σοφών υπήρξαν ο Λεώφαντος, γιος του Γοργία, από τη Λέβεδο ή την Έφεσο, και ο Επιμενίδης από την Κρήτη (ως γνωστόν, αυτός ήταν από την Κνωσό ή τη Φαιστό - δεν είναι ακριβώς γνωστό το πότε έζησε ο Επιμενίδης, και ούτε αν ήταν πρόσωπο ιστορικό και όχι μυθικό, αλλά οπωσδήποτε πολλές φορές αναφέρεται (Βίοι του Πυθαγόρα που συνέγραψαν ο Διογένης ο Λαέρτιος και ο Ιάμβλιχος (ΚΗ'), επίσης Βίοι του Σόλωνα και του Επιμενίδη από τον Διογένη Λαέρτιο και ο Βίος του Σόλωνα από τον Πλούταρχο) ως σύγχρονος και ενεργός συνεργάτης είτε του Πυθαγόρα (γύρω στο 530 π. Χ.), είτε του Σόλωνα (γύρω στο 590 π. Χ.) - καθώς αναφέρεται ο καθαρμός των Αθηνών από τον Επιμενίδη κατά τη 46-η Ολυμπιάδα (περί του 596-3 π. Χ.).
  2. Ο Πλάτων στον "Πρωταγόρα" του αριθμούσε το Μύσωνα αντί του Περιάνδρου. Και συγκεκριμένα αριθμούσε ανάμεσα στους Επτά Σοφούς τους: Θαλή Μιλήσιο, Πιττακό Μυτιληναίο, Βίαντα Πριηναίο, Κλεόβουλο Λίνδιο, Μύσωνα Χηναίο και έβδομο τον Χίλωνα Λακεδαιμόνιο.
  3. Ο Έφορος έθετε τον Σκύθη Ανάχαρση στη θέση του Μύσωνα.
  4. Άλλοι και Πυθαγόρα προσέθεταν στη λίστα αυτή (πράγμα αδύνατο χρονολογικά, καθώς το 586-580 π. Χ., περίοδο που ανακηρύχθηκαν οι Επτά Σοφοί, αυτός μπορεί να μην είχε ακόμη γεννηθεί).
  5. Ο Δικαίαρχος ο Μεσσήνιος αναφέρει μονάχα τέσσερις από τους Εφτά - τον Θαλή, τον Βίαντα, τον Πιττακό και τον Σόλωνα. Τους τρεις απομείναντες πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα στους εξής έξη, που τους αναφέρει παρακάτω: τον Αριστόδημο (πιο σωστά ίσως θα πρέπει να αναφέρεται δωριστί ως ο Αριστόδαμος) εκ Σπαρτης, τον Πάμφυλο (σαφέστατα, δεν είναι ο ίδιος με τον κατά πολύπρωϊμότερο γιο του Αιγιμίου, βασιλιά των Δωριέων στα χρόνια του Ηρακλή), τον Λακεδαιμόνιο Χίλωνα, τον Κλεόβουλο, τον Ανάχαρση και τον Περίανδρο. Ο Αριστόδημος εκ Σπάρτης αναφέρεται πιο πάνω ("Βίοι φιλοσόφων", βιβλίο Α' ΙΙ (Θαλής) 30) από τον Διογένη Λαέρτιο ως σύγχρονος του Χίλωνα (α' μισό του 6ου αι. π. Χ.), ενώ στον ίδιο τον Αριστόδημο εκ της Σπάρτης αναφερόταν και ο Αλκαίος (Διογένης Λαέρτιος, "Βίοι φιλοσόφων", βιβλίο Α' ΙΙ (Θαλής) 31), και επομένως αυτός δεν είναι καθόλου ταυτόσημος με έναν από τους Ηρακλείδες που κατέκτησαν την Πελοπόννησο Αριστόδημο (11ος αιώνας π. Χ.).
  6. Άλλοι (π. χ. μεταξύ τους και ο Έρμιππος στο "Περί των σοφών") προσθέτουν επίσης τους εξής: Ακουσίλαο εκ Άργους (γιο του;) Κάβα ή Σκάβρα και τον Φερεκύδη από τη Σύρο.
  7. Ο Έρμιππος στο βιβλίο του "Περί των σοφών" απαριθμεί 17 άτομα, εκ των οποίων ο καθένας από τους συγγραφείς επιλέγει επτά, κάθε φορά διαφορετικά, και είναι οι εξής: ο Σόλων, ο Θαλής, ο Πιττακός, ο Βίας, ο Χίλων, ο Μύσων, ο Κλεόβουλος, ο Περίανδρος, ο Ανάχαρσης, ο Ακουσίλαος, ο Επιμενίδης, ο Λεώφαντος, ο Φερεκύδης (αυτός ήταν από τη Σύρο, και θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς δασκάλους του Πυθαγόρα, καθώς αναφέρει ο ίδιος ο Διογένης Λαέρτιος στο "Βιο του Πιθαγόρα" παρακατω στο βιβλιο του "Βίοι Φιλοσόφων", βιβλίο Η'), ο Αριστόδημος, ο Πυθαγόρας, ο Λας εκ Ερμιόνης (που αναφέρεται ως γιος του Χαρμαντίδα ή του Σισυμβρίνου, ή, κατά τον Αριστόξενο - ως γιος του Χαβρίνου), ο Αναξαγόρας (αν πρόκειται για το δάσκαλο του Περικλή, τότε και αυτό χρονολογικά φαντάζει πολύ δύσκολο, καθώς αυτός έζησε παραπάνω από ένα αιώνα αργότερα από το έτος που ο Δαμασίας ήταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα).
  8. Ο Ιππόβοτος στο έργο του "[Περί] των φιλοσόφων" αναφέρει τους εξής: Ορφέα, Λίνο, Σόλωνα, Περίανδρο, Ανάχαρση, Κλεόβουλο, Μύσωνα, Θαλή, Βίαντα, Πιττακό, Επίχαρμο, Πυθαγόρα. Φυσικά, εξ αυτών μονο οι εξής 8 ήταν μεταξύ τους περίπου σύγχρονοι: Σόλων, Περίανδρος, Ανάχαρσις, Κλεόβουλος, Μύσων, Θαλής, Βίας, Πιττακός. Οι υπόλοιποι είναι είτε πρόσωπα μυθικά (Ορφέας και Λίνος), είτε άκμασαν αργότερα από τους παραπάνω (είναι ο Πυθαγόρας, καθώς και ο Επίχαρμος, τον οποίο ο Ιάμβλιχος θεωρεί ως σύγχρονο και έναν από τους "έξωθεν ακροατές" του Πυθαγόρα).
  9. Ο Αντίπατρος εκ Σιδώνας απαριθμεί στους Επτά Σοφούς τους εξής: Κλεόβουλο από τη Λίνδο, Περίανδρο από την Κόρινθο, Πιττακό από τη Μυτιλήνη, Βίαντα από την Πριήνη, Θαλή από τη Μίλητο, Χίλωνα από τη Σπάρτη και Σόλωνα από την Αθήνα.
  10. Ο Νικόλαος Δαμασκηνός (fr. 67 (Exc. De virt., I, p. 342, 22)) λέει ότι μερικοί από παρανόηση θεωρούν και τον τύραννο Περίανδρο της Κορίνθου, τον γιο του Κυψέλου ως έναν από τους Επτά Σοφούς.
  11. Ο Πλούταρχος ("Τῶν ἐπτὰ σοφῶν συμπόσιον" στο σύνολό του, και ιδίως ξεκάθαρα στο VII 152 a και b, και XI 164 d και e, και XII 165 a-d) αριθμεί ανάμεσα στους Επτά Σοφούς (τους οποίους κατά την υπόθεση της διήγησης προσκάλεσε και φιλοξένησε ο Περίανδρος στην Κόρινθο) τους: Θαλή, Βίαντα, Πιττακό, Σόλωνα, Χίλωνα, Ανάχαρση, Κλεόβουλο. Στο "Βίο του Σόλωνα" αναφέρει ανάμεσα στους Επτά Σοφούς τους Θαλή, Βίαντα και Σόλωνα, και εναλλακτικά είτε τον Περίανδρο είτε τον Επιμενίδη.
  12. Ο Παυσανίας αριθμεί τους εξής: τον Θαλή Μιλήσιο, τον Βίαντα εκ Πριήνης, τον Πιττακό εκ Μυτιλήνης, τον Κλεόβουλο εκ Λίνδου, τον Αθηναίο Σόλωνα, τον Σπαρτιάτη Χίλωνα, ενώ ως έβδομο, ακολουθώντας τον Πλάτωνα, έθεσε τον Μύσωνα εκ Χήνης στο όρος Οίτη, αντί του συνηθέστερου, προφανώς, Περιάνδρου, γιου του Κυψέλου εκ Κορίνθου.
  13. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας αριθμεί ανάμεσα στους Επτά Σοφούς τους εξής: Θαλή εκ Μιλήτου, Βίαντα εκ Πριήνης, Πιττακό εκ Μυτιλήνης, Κλεόβουλο εκ Λίνδου, Σόλωνα εκ Αθηνών, Χίλωνα εκ Σπάρτης. Ως έβδομο Σοφό ο συγγραφέας αυτός λέγει ότι άλλοι αναφέρουν είτε τον Περίανδρο εκ Κορίνθου, είτε τον Ανάχαρση τον Σκύθη, είτε τον Επιμενίδη εκ Κρήτης. Επίσης αναφέρει, ότι άλλοι απαριθμούν ανάμεσα στους Επτά Σοφούς τους Ακουσίλαο από το Άργος και τον Φερεκύδη από τη Σύρο, ενώ λέει ο Πλάτων, που θεωρεί τον Περίανδρο ανάξιο του τίτλου του Σοφού και ενός εκ των Επτά, θέτει ανάμεσά τους τον Μύσωνα εκ Χήνης.
  14. Ο 'ιδιος ο Διογένης Λαέρτιος (την ίδια λίστα ονομάτων, με διαφορετική σειρά, παραθέτει στα Λατινικά ο Ψευδο-Υγίνος) αναφέρει τον εξής κατάλογο των Επτά Σοφών: Θαλής, Σόλων, Περίανδρος, Κλεόβουλος, Χίλων, Βίας, Πιττακός, στους οποίους, κατά τον ίδιο, πολλές φορές προσέθεταν τον Ανάχαρση τον Σκύθη, τον Μύσωνα εκ Χηνης, τον Φερεκύδη εκ της Σύρου, τον Επιμενίδη εκ Κρήτης.
  15. Κατά τον Ιωάννη Στοβαίο ("Ανθολόγιον" Γ' 1, 172), που ακολουθεί τον Δημήτριο Φαληρέα, οι Επτά Σοφοί ήταν οι εξής: ο τύραννος Κλεόβουλος εκ της Λίνδου, ο γιος του Ευαγόρα, ο Αθηναίος Σόλων, ο γιος του Εξηκεστίδη, ο Λακεδαιμόνιος Χίλων, ο γιος του Δαμάγητου, ο Θαλής Μιλήσιος, ο γιος του Εξαμίου, ο Πιττακός εκ Λέσβου, ο γιος του Υρραδίου, ο Βίας εκ Πριήνης, ο γιος του Τευταμίδου, ο τύραννος Περίανδρος Κορίνθιος, ο γιος του Κυψέλου. Κατά τον Διογένη Λαέρτιο, μάλιστα, τη λίστα αυτή στον Δημήτριο Φαληρέα την ξεκινούσε ο Θαλής Μιλήσιος.
  16. Η λίστα του Κέλσου περιείχε ανάμεσα στους "Σοφούς της Αρχαιότητας" τους Λίνο, Μουσαίο, Ορφέα, Φερεκύδη, Ζωροάστρη (Πέρση) και Πυθαγόρα.
  17. Ο Ωριγένης προσθέτει στη λίστα των Αρχαίων Σοφών τον Μωϋσή.

Ο τρόπος με τον οποίο συστήθηκε η ομάδα των Επτά Σοφών κατά την Αρχαιότητα.

Οι Επτά Σοφοί ανακηρύχθηκαν ως τέτοιοι με τον εξής τρόπο (Διογένης ο Λαέρτιος, "Βίοι Φιλοσόφων", βιβλίο Α', I (Βίος του Θαλή) 27-33):

Τὰ δὲ περὶ τὸν τρίποδα φανερὰ τὸν εὑρεθέντα ὑπὸ τῶν ἁλιέων καὶ διαπεμφθέντα τοῖς σοφοῖς ὑπὸ τοῦ δήμου τῶν Μιλησίων.

28 Φασὶ γὰρ Ἰωνικούς τινας νεανίσκους βόλον ἀγοράσαι παρὰ Μιλησίων ἁλιέων. Ἀνασπασθέντος δὲ τοῦ τρίποδος ἀμφισβήτησις ἦν, ἕως οἱ Μιλήσιοι ἔπεμψαν εἰς Δελφούς· καὶ ὁ θεὸς ἔχρησεν οὕτως·

Ἔκγονε Μιλήτου, τρίποδος πέρι Φοῖβον ἐρωτᾷς;
Τίς σοφίῃ πάντων πρῶτος, τούτου τρίποδ’ αὐδῶ.

Διδοῦσιν οὖν Θαλῇ· ὁ δὲ ἄλλῳ καὶ ἄλλος ἄλλῳ ἕως Σόλωνος. Ὁ δὲ ἔφη σοφίᾳ πρῶτον εἶναι τὸν θεὸν καὶ ἀπέστειλεν εἰς Δελφούς. Ταῦτα δὴ ὁ Καλλίμαχος ἐν τοῖς Ἰάμβοις ἄλλως ἱστορεῖ, παρὰ Λεανδρίου λαβὼν τοῦ Μιλησίου. Βαθυκλέα γάρ τινα Ἀρκάδα φιάλην καταλιπεῖν καὶ ἐπισκῆψαι δοῦναι τῶν σοφῶν ὀνηΐστῳ. Ἐδόθη δὴ Θαλῇ καὶ κατὰ περίοδον πάλιν Θαλῇ·

29 ὁ δὲ τῷ Διδυμεῖ Ἀπόλλωνι ἀπέστειλεν, εἰπὼν οὕτω κατὰ τὸν Καλλίμαχον

Θαλῆς με τῷ μεδεῦντι Νείλεω δήμου
δίδωσι, τοῦτο δὶς λαβὼν ἀριστεῖον.

Τὸ δὲ πεζὸν οὕτως ἔχει· Θαλῆς Ἐξαμύου Μιλήσιος Ἀπόλλωνι Δελφινίῳ Ἑλλήνων ἀριστεῖον δὶς λαβών. Ὁ δὲ περιενεγκὼν τὴν φιάλην τοῦ Βαθυκλέους παῖς Θυρίων ἐκαλεῖτο, καθά φησιν Ἔλευσις ἐν τῷ Περὶ Ἀχιλλέως καὶ Ἀλέξων ὁ Μύνδιος ἐν ἐνάτῳ Μυθικῶν. Εὔδοξος δ’ ὁ Κνίδιος καὶ Εὐάνθης ὁ Μιλήσιός φασι τῶν Κροίσου τινὰ φίλων λαβεῖν παρὰ τοῦ βασιλέως ποτήριον χρυσοῦν, ὅπως δῷ τῷ σοφωτάτῳ τῶν Ἑλλήνων· τὸν δὲ δοῦναι Θαλῇ.

30 Καὶ περιελθεῖν εἰς Χίλωνα, ὃν πυνθάνεσθαι τοῦ Πυθίου τίς αὑτοῦ σοφώτερος· καὶ τὸν ἀνειπεῖν Μύσωνα, περὶ οὗ λέξομεν. Τοῦτον οἱ περὶ τὸν Εὔδοξον ἀντὶ Κλεοβούλου τιθέασι, Πλάτων δ’ ἀντὶ Περιάνδρου. Περὶ αὐτοῦ δὴ τάδε ἀνεῖπεν ὁ Πύθιος·

Οἰταῖόν τινα φημὶ Μύσων’ ἐνὶ Χηνὶ γενέσθαι
σοῦ μᾶλλον πραπίδεσσιν ἀρηρότα πευκαλίμῃσιν.

Ὁ δ’ ἐρωτήσας ἦν Ἀνάχαρσις. Δαΐμαχος δ’ ὁ Πλαταιικὸς καὶ Κλέαρχος φιάλην ἀποσταλῆναι ὑπὸ Κροίσου Πιττακῷ καὶ οὕτω περιενεχθῆναι. Ἄνδρων δ’ ἐν τῷ Τρίποδι Ἀργείους ἆθλον ἀρετῆς τῷ σοφωτάτῳ τῶν Ἑλλήνων τρίποδα θεῖναι· κριθῆναι δὲ Ἀριστόδημον Σπαρτιάτην, ὃν παραχωρῆσαι Χίλωνι.

31 Μέμνηται τοῦ Ἀριστοδήμου καὶ Ἀλκαῖος οὕτως·

Ὡς γὰρ δή ποτ’ Ἀριστόδαμον φαῖσ’ οὐκ ἀπάλαμνον ἐν Σπάρτᾳ λόγον
εἴπην· χρήματ’ ἄνηρ, πένιχρος δ’ οὐδ’ εἲς πέλετ’ ἔσλος <οὐδὲ τίμιος.>

Ἔνιοι δέ φασιν ὑπὸ Περιάνδρου Θρασυβούλῳ τῷ Μιλησίων τυράννῳ πλοῖον ἔμφορτον ἀποσταλῆναι· τοῦ δὲ περὶ τὴν Κῴαν θάλασσαν ναυαγήσαντος, ὕστερον εὑρεθῆναι πρός τινων ἁλιένω τὸν τρίποδα. Φανόδικος δὲ περὶ τὴν Ἀθηναίων θάλασσαν εὑρεθῆναι καὶ ἀνενεχθέντα εἰς ἄστυ γενομένης ἐκκλησίας Βίαντι πεμφθῆναι·

32 διὰ τί δέ, ἐν τῷ περὶ Βίαντος λέξομεν. Ἄλλοι φασὶν ἡφαιστότευκτον εἶναι αὐτὸν καὶ δοθῆναι πρὸς τοῦ θεοῦ Πέλοπι γαμοῦντι· αὖθίς τε εἰς Μενέλαον ἐλθεῖν καὶ σὺν τῇ Ἑλένῃ ἁρπασθέντα ὑπ’ Ἀλεξάνδρου ῥιφῆναι εἰς τὴν Κῴαν θάλασσαν πρὸς τῆς Λακαίνης, εἰπούσης ὅτι περιμάχητος ἔσται. Χρόνῳ δὲ Λεβεδίων τινῶν αὐτόθι γρῖπον ὠνησαμένων καταληφθῆναι καὶ τὸν τρίποδα, μαχομένων δὲ πρὸς τοὺς ἁλιέας γενέσθαι τὴν ἄνοδον ἕως τῆς Κῶ· καὶ ὡς οὐδὲν ἤνυτον, τοῖς Μιλησίοις μητροπόλει οὔσῃ μηνύουσιν. Οἱ δ’ ἐπειδὴ διαπρεσβευόμενοι ἠλογοῦντο, πρὸς τοὺς Κῴους πολεμοῦσι. Καὶ πολλῶν ἑκατέρωθεν πιπτόντων ἐκπίπτει χρησμὸς δοῦναι τῷ σοφωτάτῳ· καὶ ἀμφότεροι συνῄνεσαν Θαλῇ. Ὁ δὲ μετὰ τὴν περίοδον τῷ Διδυμεῖ τίθησιν Ἀπόλλωνι.

33 Κῴοις μὲν οὖν τοῦτον ἐχρήσθη τὸν τρόπον·

Οὐ πρότερον λήξει νεῖκος Μερόπων καὶ Ἰώνων,
πρὶν τρίποδα χρύσειον, ὃν Ἥφαιστος βάλε πόντῳ,
ἐκ πόλιος πέμψητε καὶ ἐς δόμον ἀνδρὸς ἵκηται,
ὃς σοφὸς ᾖ τά τ’ ἐόντα τά τ’ ἐσσόμενα πρό τ’ ἐόντα.

Μιλησίοις δέ·

Ἔκγονε Μιλήτου, τρίποδος πέρι Φοῖβον ἐρωτᾷς;

Καὶ ὡς προείρηται. Καὶ τόδε μὲν οὕτως.

Παρακάτω ("Βίοι Φιλοσόφων", βιβλίο Α', V (Βίος του Βιάντα) 82-83) ο Διογένης Λαέρτιος συμπληρώνει αυτή την ιστορία με νέες λεπτομέρειες:

Φανόδικος δὲ κόρας αἰχμαλώτους λυτρωσάμενον Μεσσηνίας θρέψαι τε ὡς θυγατέρας καὶ προῖκας ἐπιδοῦναι καὶ εἰς τὴν Μεσσήνην ἀποστεῖλαι τοῖς πατράσιν αὐτῶν. Χρόνῳ δὲ ἐν ταῖς Ἀθήναις, ὡς προείρηται, τοῦ τρίποδος εὑρεθέντος ὑπὸ τῶν ἁλιέων, τοῦ χαλκοῦ, ἐπιγραφὴν ἔχοντος « Τῷ σοφῷ », Σάτυρος μέν φησι παρελθεῖν τὰς κόρας - οἱ δὲ τὸν πατέρα αὐτῶν, ὡς καὶ Φανόδικος - εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ εἰπεῖν τὸν Βίαντα σοφόν, διηγησαμένας τὰ καθ' ἑαυτάς. Καὶ ἀπεστάλη ὁ τρίπους· καὶ ὁ Βίας ἰδὼν ἔφη τὸν Ἀπόλλω σοφὸν εἶναι, οὐδὲ προσήκατο.

83 Οἱ δὲ λέγουσιν ἐν Θήβαις τῷ Ἡρακλεῖ αὐτὸν ἀναθεῖναι, ἐπεὶ ἀπόγονος ἦν Θηβαίων ἀποικίαν εἰς Πριήνην στειλάντων, ὥσπερ καὶ Φανόδικός φησι.

Ξέρει την ιστορία αυτή και ο Πλούταρχος, "Τῶν ἐπτὰ σοφῶν συμπόσιον" ΧΙΙΙ 155 d-e:

[13] Ἐπεὶ δὲ καὶ οὗτος ἔσχεν ὁ λόγος τέλος, ἡ μὲν Εὔμητις ἐξῆλθε μετὰ τῆς Μελίσσης, τοῦ δὲ Περιάνδρου τῷ Χίλωνι προπιόντος εὐμεγέθη κύλικα, τῷ δὲ Βίαντι τοῦ Χίλωνος, Ἄρδαλος ἐπαναστὰς καὶ προσαγορεύσας τὸν Αἴσωπον, « σὺ δ´ οὐκ ἄν, » ἔφη, « διαπέμψαιο δεῦρο τὸ ποτήριον πρὸς ἡμᾶς, ὁρῶν τούτους ὥσπερ τὴν Βαθυκλέους κύλικα διαπεμπομένους ἀλλήλοις, ἑτέρῳ δὲ μὴ μεταδιδόντας; » Καὶ ὁ Αἴσωπος, « ἀλλ´ οὐδὲ τοῦτ´, » ἔφη, « τὸ ποτήριον δημοτικόν ἐστι· Σόλωνι γὰρ ἔκπαλαι παράκειται μόνῳ. » Τὸν οὖν Μνησίφιλον προσαγορεύσας ὁ Πιττακὸς ἠρώτησε τί οὐ πίνει Σόλων ἀλλὰ καταμαρτυρεῖ τῶν ποιημάτων ἐν οἷς γέγραφεν, ἔργα δὲ Κυπρογενοῦς νῦν μοι φίλα καὶ Διονύσου καὶ Μουσέων, ἃ τίθης´ ἀνδράσιν εὐφροσύνας.

Και ακόμα πιο ξεκάθαρα στο "Βίο του Σόλωνα" 4:

[4.1] γενέσθαι δὲ μετ' ἀλλήλων ἔν τε Δελφοῖς ὁμοῦ λέγονται καὶ πάλιν ἐν Κορίνθῳ, Περιάνδρου σύλλογόν τινα κοινὸν αὐτῶν καὶ συμπόσιον κατασκευάσαντος. ἔτι δὲ μᾶλλον εἰς ἀξίωμα καὶ δόξαν αὐτοὺς κατέστησεν ἡ τοῦ τρίποδος περίοδος καὶ διὰ πάντων ἀνακύκλησις καὶ ἀνθύπειξις μετ' εὐμενείας φιλοτίμου γενομένη. [4.2] Κῴων γάρ, ὥς φασι, καταγόντων σαγήνην, καὶ ξένων ἐκ Μιλήτου πριαμένων τὸν βόλον οὔπω φανερὸν ὄντα, χρυσοῦς ἐφάνη τρίπους ἑλκόμενος, ὃν λέγουσιν Ἑλένην πλέουσαν ἐκ Τροίας αὐτόθι καθεῖναι χρησμοῦ τινος ἀναμνησθεῖσαν παλαιοῦ. γενομένης δὲ τοῖς ξένοις πρῶτον ἀντιλογίας πρὸς τοὺς ἁλιέας περὶ τοῦ τρίποδος, εἶτα τῶν πόλεων ἀναδεξαμένων τὴν διαφορὰν ἄχρι πολέμου προελθοῦσαν, ἀνεῖλεν ἀμφοτέροις ἡ Πυθία τῷ σοφωτάτῳ τὸν τρίποδα ἀποδοῦναι. [4.3] καὶ πρῶτον μὲν ἀπεστάλη πρὸς Θαλῆν εἰς Μίλητον, ἑκουσίως τῶν Κῴων ἑνὶ δωρουμένων ἐκείνῳ περὶ οὗ πρὸς ἅπαντας ὁμοῦ Μιλησίους ἐπολέμησαν. Θάλεω δὲ Βίαντα σοφώτερον ἀποφαίνοντος αὑτοῦ πρὸς ἐκεῖνον ἧκεν: ἀπ' ἐκείνου δ' αὖθις ἀπεστάλη πρὸς ἄλλον ὡς σοφώτερον. εἶτα περιϊὼν καὶ ἀναπεμπόμενος οὕτως ἐπὶ Θαλῆν τὸ δεύτερον ἀφίκετο, καὶ τέλος εἰς Θήβας ἐκ Μιλήτου κομισθεὶς τῷ Ἰσμηνίῳ Ἀπόλλωνι καθιερώθη.

[4.4] Θεόφραστος δέ φησι, πρῶτον μὲν εἰς Πριήνην Βίαντι τὸν τρίποδα πεμφθῆναι, δεύτερον δ' εἰς Μίλητον Θαλῇ Βίαντος ἀποπέμψαντος: οὕτω δὲ διὰ πάντων πάλιν εἰς Βίαντα περιελθεῖν, τέλος δὲ εἰς Δελφοὺς ἀποσταλῆναι. ταῦτα μὲν οὖν ὑπὸ πλειόνων τεθρύληται, πλὴν ὅτι τὸ δῶρον ἀντὶ τοῦ τρίποδος οἱ μὲν φιάλην ὑπὸ Κροίσου πεμφθεῖσαν, οἱ δὲ ποτήριον Βαθυκλέους ἀπολιπόντος εἶναι λέγουσιν.

Γνωρίζει κάποια εκδοχή αυτής της ιστορίας και ο Αθηναίος από τη Ναύκρατη της Αιγύπτου ("Δειπνοσοφιστῶν" ΙΑ' 781d):

Οἴδαμεν δὲ καὶ  τὸ Βαθυκλέους τοῦ Ἀρκάδος ποτήριον, ὃ σοφίας ἆθλον ὁ Βαθυκλῆς τῷ κριθέντι ἀρίστῳ τῶν καλουμένων 〈ζʹ〉 σοφῶν ἀπέλιπε.

Μια εκδοχή της ιστορίας παραδίδει επίσης ο Καλλίμαχος στο Α' ίαμβό του, όπου η διήγηση γίνεται εκ μέρους του Ιππώνακτα. Η ιστορία αυτή (ουσιαστικά ξεκινά από το στίχο 15) λέει ότι κάποιος Βαθυκλής από την Αρκαδία (ο οποίος είχε ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή) πριν πεθάνει έδωσε ένα χρυσό κύπελλο σε έναν γιο του με την εντολή να δοθεί στον καλύτερο από τους Επτά Σοφούς. Εκείνος το έδωσε στον Θαλή (τον οποίο ο απεσταλμένος του Βαθυκλή βρήκε στο ναό του Διδυμαίου Απόλλωνα την ώρα που εκείνος σχεδίαζε στη γη το σχήμα που επινόησε ο Φρύγας Εύφορβος - ένα μη συμμετρικό τρίγωνο εντός ενός κύκλου). Ο Θαλής αρνήθηκε να το λάβει, και συμβούλευσε το γιο του Βαθυκλή να δώσει το δώρο του στον Βίαντα, και το κύπελλο, αφού (προφανώς) έκανε τον κύκλο των σοφών (το ποίημα σώζεται αποσπασματικά, και μαθαίνουμε στη μέση του, ότι ο Σόλων έστειλε το κύπελλο του Βαθυκλή στον Χίλωνα), κατέληξε και πάλι στον Θαλή, ο οποίος το αφιέρωσε στον Απόλλωνα (ίσως στο Διδυμαίο, αν και από άλλη πηγή γνωρίζουμε ότι το κύπελλο είχε αφιερωθεί στον Ισμήνιο Απόλλωνα στις Θήβες) με την επιγραφή, που έλεγε ότι το αφιέρωσε στον άρχοντα των Νηλείων (ο Νηλέας, που κρατούσε από τη Μεσσηνία, ήταν ο ιδρυτής της Μιλήτου - βλεπε Στράβων, "Γεωγραφικά" ΙΔ' 1, 3) ο Θαλής, στον οποίο με αυτό το τρόπο αυτό το κύπελλο είχε επιδικαστεί δύο φορές.

Τα αποφθέγματα των Επτά Σοφών της Αρχαιότητας.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λεπτομερέστερη καταγραφή των αποφθεγμάτων των Επτά Σοφών υπάρχει στο Α' βιβλίο του έργου του Διογένη Λαέρτιου "Βιοι Φιλοσοφων", στο οποίο αναφέρονται οι βίοι και οι ρήσεις των εξής Σοφών της λίστας παραπάνω: Θαλής, Σόλων, Χίλων, Πιττακός, Βίας, Κλεόβουλος, Περίανδρος, Ανάχαρσης, Μύσων, Επιμενίδης, Φερεκύδης. Άλλη πηγή πληροφοριών (συγκεκριμένα για τον βίο και τις ρήσεις του Σόλωνα) είναι ο Πλούταρχος ("Βίος του Σόλωνα") και η ποίηση του Σόλωνα.

Αποφθέγματα των Επτά Σοφών της Αρχαιότητας κατά τον Ιωάννη Στοβαίο (Ανθολόγιον Γ' 1, 172α-η):

Δημητρίου Φαληρέως τῶν ἑπτὰ σοφῶν ἀποφθέγματα

[3.1.172α] Κλεόβουλος Εὐαγόρου Λίνδιος ἔφη·

Μέτρον ἄριστον. Πατέρα δεῖ αἰδεῖσθαι. Εὖ τὸ σῶμα ἔχειν καὶ τὴν ψυχήν. Φιλήκοον εἶναι καὶ μὴ πολύλαλον. Πολυμαθῆ † ἢ ἀμαθῆ. Γλῶσσαν εὔφημον κεκτῆσθαι. Ἀρετῆς οἰκεῖον ‹εἶναι›, κακίας ἀλλότριον. Ἀδικίαν μισεῖν. Εὐσέβειαν φυλάσσειν. Πολίταις τὰ βέλτιστα συμβουλεύειν. Ἡδονῆς κρατεῖν. Βίᾳ μηδὲν πράττειν. Τέκνα παιδεύειν. Τύχῃ εὔχεσθαι. Ἔχθρας διαλύειν. Τὸν τοῦ δήμου ἐχθρὸν πολέμιον νομίζειν. Γυναικὶ μὴ μάχεσθαι μηδὲ ἄγαν † φρονεῖν ἀλλοτρίων παρόντων· τὸ μὲν γὰρ ἄνοιαν, τὸ δὲ μανίαν δύναται παρέχειν. Οἰκέτας μεθύοντας μὴ κολάζειν· εἰ δὲ μή, δόξεις παροινεῖν. Γαμεῖν ἐκ τῶν ὁμοίων· ἐὰν γὰρ ἐκ τῶν κρειττόνων, δεσπότας, οὐ συγγενεῖς κτήσῃ. Μὴ ἐπιγέλα τῷ σκώπτοντι· ἀπεχθὴς γὰρ ἔσῃ τοῖς σκωπτομένοις. Εὐποροῦντα μὴ ὑπερήφανον εἶναι, ἀποροῦντα μὴ ταπεινοῦσθαι.

[3.1.172β] Σόλων Ἐξηκεστίδου Ἀθηναῖος ἔφη·

Μηδὲν ἄγαν. Κριτὴς μὴ κάθησο· εἰ δὲ μή, τῷ ληφθέντι ἐχθρὸς ἔσῃ. Ἡδονὴν φεῦγε, ἥτις λύπην τίκτει. Φύλασσε τρόπου καλοκαγαθίαν ὅρκου πιστοτέραν. Σφραγίζου τοὺς μὲν λόγους σιγῇ, τὴν δὲ σιγὴν καιρῷ. Μὴ ψεύδου, ἀλλ᾽ ἀλήθευε. Τὰ σπουδαῖα μελέτα. Τῶν γονέων μὴ λέγε δικαιότερα. Φίλους μὴ ταχὺ κτῶ, οὓς δ᾽ ἂν κτήσῃ, μὴ ταχὺ ἀποδοκίμαζε. Ἄρχεσθαι μαθών, ἄρχειν ἐπιστήσῃ. Εὐθύνας ἑτέρους ἀξιῶν διδόναι, καὶ αὐτὸς ὕπεχε. Συμβούλευε μὴ τὰ ἥδιστα, ἀλλὰ τὰ βέλτιστα. Τοῖς πολίταις μὴ θρασύνου. Μὴ κακοῖς ὁμίλει. Χρῶ τοῖς θεοῖς. Φίλους εὐσέβει. Ὃ ἂν ‹μὴ› ἴδῃς μὴ λέγε. Εἰδὼς σίγα. Τοῖς ἑαυτοῦ πρᾷος ἴσθι. Τὰ ἀφανῆ τοῖς φανεροῖς τεκμαίρου.

[3.1.172γ] Χείλων Δαμαγήτου Λακεδαιμόνιος ἔφη·

Γνῶθι σαυτόν. Πίνων, μὴ πολλὰ λάλει· ἁμαρτήσῃ γάρ. Μὴ ἀπείλει τοῖς ἐλευθέροις· οὐ γὰρ δίκαιον. Μὴ κακολόγει τοὺς πλησίον· εἰ δὲ μή, ἀκούσῃ ἐφ᾽ οἷς λυπηθήσῃ. Ἐπὶ τὰ δεῖπνα τῶν φίλων βραδέως πορεύου, ἐπὶ δὲ τὰς ἀτυχίας ταχέως. Γάμους εὐτελεῖς ποιοῦ. Τὸν τετελευτηκότα μακάριζε. Πρεσβύτερον σέβου. Τὸν τὰ ἀλλότρια περιεργαζόμενον μίσει. Ζημίαν αἱροῦ μᾶλλον ἢ κέρδος αἰσχρόν· τὸ μὲν γὰρ ἅπαξ λυπήσει, τὸ δὲ ἀεί. Τῷ δυστυχοῦντι μὴ ἐπιγέλα. Τραχέσιν ἥσυχον σεαυτὸν πάρεχε, ὅπως σε αἰσχύνωνται μᾶλλον ἢ φοβῶνται. Τῆς ἰδίας οἰκίας προστάτει. Ἡ γλῶσσά σου μὴ προτρεχέτω τοῦ νοῦ. Θυμοῦ κράτει. Μὴ ἐπιθύμει ἀδύνατα. Ἐν ὁδῷ μὴ σπεῦδε προάγειν, μηδὲ τὴν χεῖρα κινεῖν· μανικὸν γάρ. Νόμοις πείθου. Ἀδικούμενος διαλλάσσου· ὑβριζόμενος τιμωροῦ.

[3.1.172δ] Θαλῆς Ἐξαμίου Μιλήσιος ἔφη·

Ἐγγύα, πάρα δ᾽ ἄτα. Φίλων παρόντων καὶ ἀπόντων μέμνησο. Μὴ τὴν ὄψιν καλλωπίζου, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν ἴσθι καλός. Μὴ πλούτει κακῶς. Μή σε διαβαλλέτω λόγος πρὸς τοὺς πίστεως κεκοινωνηκότας. Κολακεύειν γονεῖς μὴ ὄκνει. Μὴ προσδέχου τὸ φαῦλον. Οἵους ἂν ἐράνους ἐνέγκῃς τοῖς γονεῦσι, τούτους αὐτοὺς ἐν τῷ γήρᾳ παρὰ τῶν τέκνων προσδέχου. Χαλεπὸν τὸ εὖ γνῶναι. Ἥδιστον τὸ ἐπιθυμίας τυχεῖν. Ἀνιαρὸν ἀργία. Βλαβερὸν ἀκρασία. Βαρὺ ἀπαιδευσία. Δίδασκε καὶ μάνθανε τὸ ἄμεινον. Ἀργὸς μὴ ἴσθι, μηδ᾽ ἂν πλουτῇς. Κακὰ ἐν οἴκῳ κρύπτε. † Φθονοῦ μᾶλλον ἢ οἰκτείρου. Μέτρῳ χρῷ. Μὴ πᾶσι πίστευε. Ἄρχων κόσμει σεαυτόν.

[3.1.172ε] Πιττακὸς ρραδίου Λέσβιος ἔφη·

Καιρὸν γνῶθι. Ὃ μέλλεις ποιεῖν, μὴ λέγε· ἀποτυχὼν γὰρ καταγελασθήσῃ. Τοῖς ἐπιτηδείοις χρῶ. Ὅσα νεμεσᾷς τῷ πλησίον, αὐτὸς μὴ ποίει. Κακοπραγοῦντα μὴ ὀνείδιζε· ἐπὶ γὰρ τούτοις νέμεσις θεῶν κάθηται. Παρακαταθήκας ἀπόδος. Ἀνέχου ὑπὸ τῶν πλησίον μικρὰ ἐλαττούμενος. Τὸν φίλον κακῶς μὴ λέγε, μηδ᾽ εὖ τὸν ἐχθρόν· ἀσυλλόγιστον γὰρ τὸ τοιοῦτον. Δεινὸν συνιδεῖν τὸ μέλλον, ἀσφαλὲς τὸ γενόμενον. Πιστὸν γῆ, ἄπιστον θάλασσα. Ἄπληστον κέρδος. Κτῆσαι ἀίδια· εὐσέβειαν, παιδείαν, σωφροσύνην, φρόνησιν, ἀλήθειαν, πίστιν, ἐμπειρίαν, ἐπιδεξιότητα, ἑταιρείαν, ἐπιμέλειαν, οἰκονομίαν, τέχνην.

[3.1.172ζ] Βίας Τευταμίδου Πριηνεὺς ἔφη·

Οἱ πλεῖστοι ἄνθρωποι κακοί. Ἐς τὸ ἔσοπτρον [ἔφη] ἐμβλέψαντα δεῖ, εἰ μὲν καλὸς φαίνῃ, καλὰ ποιεῖν, εἰ δὲ αἰσχρός, τὸ τῆς φύσεως ἐλλιπὲς διορθοῦσθαι τῇ καλοκαγαθίᾳ. Βραδέως ἐγχείρει· ὃ δ᾽ ἂν ἄρξῃ, διαβεβαιοῦ. Μίσει τὸ ταχὺ λαλεῖν, μὴ ἁμάρτῃς· μετάνοια γὰρ ἀκολουθεῖ. Μήτ᾽ εὐήθης ἴσθι, μήτε κακοήθης. Ἀφροσύνην μὴ προσδέχου. Φρόνησιν ἀγάπα. Περὶ θεῶν λέγε, ὡς εἰσὶ θεοί. Νόει τὸ πραττόμενον. Ἄκουε πολλά. Λάλει καίρια. Πένης ὢν πλουσίοις μὴ ἐπιτίμα, ἢν μὴ μέγα ὠφελῇς. Ἀνάξιον ἄνδρα μὴ ἐπαίνει διὰ πλοῦτον. Πείσας λάβε, μὴ βιασάμενος. Ὅ τι ἂν ἀγαθὸν πράσσῃς, θεούς. μὴ σεαυτὸν αἰτιῶ. Κτῆσαι ἐν μὲν νεότητι εὐπραξίαν, ἐν δὲ τῷ γήρᾳ σοφίαν. Ἕξεις ἔργῳ μνήμην, καιρῷ εὐλάβειαν, τρόπῳ γενναιότητα, πόνῳ ἐγκράτειαν, φόβῳ εὐσέβειαν, πλούτῳ φιλίαν, λόγῳ πειθώ, σιγῇ κόσμον, γνώμῃ δικαιοσύνην, τόλμῃ ἀνδρείαν, πράξει δυναστείαν, δόξῃ ἡγεμονίαν.

[3.1.172η] Περίανδρος Κυψέλου Κορίνθιος ἔφη·

Μελέτα τὸ πᾶν. Καλὸν ἡσυχία· ἐπισφαλὲς προπέτεια. Κέρδος αἰσχρὸν. Δημοκρατία κρεῖττον τυραννίδος. Αἱ μὲν ἡδοναὶ θνηταί, αἱ δ᾽ ἀρεταὶ ἀθάνατοι. Εὐτυχῶν μὲν μέτριος ἴσθι, ἀτυχῶν δὲ φρόνιμος. Φειδόμενον κρεῖττον ἀποθανεῖν ἢ ζῶντα ἐνδεῖσθαι. Σεαυτὸν ἄξιον παρασκεύαζε τῶν γονέων. Ζῶν μὲν ἐπαινοῦ, ἀποθανὼν δὲ μακαρίζου. Φίλοις εὐτυχοῦσι καὶ ἀτυχοῦσιν ὁ αὐτὸς ἴσθι. Ὃν ἂν ἑκὼν ὁμολογήσῃς πονηρόν, παράβαινε. Λόγων ἀπορρήτων ἐκφορὰν μὴ ποιοῦ. Λοιδοροῦ ὡς ταχὺ φίλος ἐσόμενος. Τοῖς μὲν νόμοις παλαιοῖς χρῶ, τοῖς δ᾽ ὄψοις προσφάτοις. Μὴ μόνον τοὺς ἁμαρτάνοντας κόλαζε, ἀλλὰ καὶ τοὺς μέλλοντας κώλυε. Δυστυχῶν κρύπτε, ἵνα μὴ τοὺς ἐχθροὺς εὐφράνῃς.

Υποθήκες των επτά αρχαίων Σοφών κατά τον Σωσιάδη, που διασώζεται από τον Ιωάννη Στοβαίο ("Ανθολόγιον" Γ' 1, 173):

[3.1.173] Ἕπου θεῷ. Νόμῳ πείθου. Θεοὺς σέβου. Γονεῖς αἰδοῦ. Ἡττῶ ὑπὸ δικαίου. Γνῶθι μαθών. Ἀκούσας νόει. Σαυτὸν ἴσθι. Γαμεῖν μέλλε. Καιρὸν γνῶθι. Φρόνει θνητά. Ξένος ὢν ἴσθι. Ἑστίαν τίμα. Ἄρχε σεαυτοῦ. Φίλοις βοήθει. Θυμοῦ κράτει. Φρόνησιν ἄσκει. Πρόνοιαν τίμα. Ὅρκῳ μὴ χρῶ. Φιλίαν ἀγάπα. Παιδείας ἀντέχου. Δόξαν δίωκε. Σοφίαν ζήλου. Καλὸν εὖ λέγε. Ψέγε μηδένα. Ἐπαίνει ἀρετήν. Πρᾶττε δίκαια. Φίλοις εὐνόει. Ἐχθροὺς ἀμύνου. Εὐγένειαν ἄσκει. Κακίας ἀπέχου. Κοινὸς γίνου. Ἴδια φύλαττε. Ἀλλοτρίων ἀπέχου. Ἄκουε πάντα. Εὔφημος ἴσθι. Φίλῳ χαρίζου. Μηδὲν ἄγαν. Χρόνου φείδου. Ὅρα τὸ μέλλον. Ὕβριν μίσει. Ἱκέτας αἰδοῦ. Πᾶσιν ἁρμόζου. Υἱοὺς παίδευε. Ἔχων χαρίζου. Δόλον φοβοῦ. Εὐλόγει πάντας. Φιλόσοφος γίνου. Ὅσια κρῖνε. Γνοὺς πρᾶττε. Φόνου ἀπέχου. Εὔχου δυνατά. Σοφοῖς χρῶ. Ἦθος δοκίμαζε. Λαβὼν ἀπόδος. Ὑφορῶ μηδένα. Τέχνῃ χρῶ. Ὃ μέλλεις, δός. Εὐεργεσίας τίμα. Φθόνει μηδενί. Φυλακῇ πρόσεχε. Ἐλπίδα αἴνει. Διαβολὴν μίσει. Δικαίως κτῶ. Ἀγαθοὺς τίμα. Κριτὴν γνῶθι. Γάμους κράτει. Τύχην νόμιζε. Ἐγγύην φεῦγε. Πᾶσι διαλέγου. Ὁμοίοις χρῶ. Δαπανῶν ἄρχου. Κτώμενος ἥδου. Αἰσχύνην σέβου. Χάριν ἐκτέλει. Εὐτυχίαν εὔχου. Τύχην στέργε. Ἀκούων ὅρα. Ἐργάζου κτητά. Ἔριν μίσει. Ὄνειδος ἔχθαιρε. Γλῶτταν ἴσχε. Ὕβριν ἀμύνου. Κρῖνε δίκαια. Χρῶ χρήμασιν. Ἀδωροδόκητος δίκαζε. Αἰτιῶ παρόντα. Λέγε εἰδώς. Βίας μὴ ἔχου. Ἀλύπως βίου. Ὁμίλει πρᾴως. Πέρας ἐπιτέλει μὴ ἀποδειλιῶν. Φιλοφρόνει πᾶσιν. Υἱοῖς μὴ καταρῶ. Γυναικὸς ἄρχε. Σεαυτὸν εὖ ποίει. Εὐπροσήγορος γίνου. Ἀποκρίνου ἐν καιρῷ. Πόνει μετ᾽ εὐκλείας. Πρᾶττε ἀμετανοήτως. Ἁμαρτάνων μετανόει. Ὀφθαλμοῦ κράτει. Βουλεύου χρόνῳ. Πρᾶττε συντόμως. Φιλίαν φύλαττε. Εὐγνώμων γίνου. Ὁμόνοιαν δίωκε. Ἄρρητον κρύπτε. Τὸ κρατοῦν φοβοῦ. Τὸ συμφέρον θηρῶ. Καιρὸν προσδέχου. Ἔχθρας διάλυε. Γῆρας προσδέχου. Ἐπὶ ῥώμῃ μὴ καυχῶ. Εὐφημίαν ἄσκει. Ἀπέχθειαν φεῦγε. Πλούτει δικαίως. Δόξαν μὴ λεῖπε. Κακίαν μίσει. Κινδύνευε φρονίμως. Μανθάνων μὴ κάμνε. Φειδόμενος μὴ λεῖπε. Χρησμοὺς θαύμαζε. Οὓς τρέφεις, ἀγάπα. Ἀπόντι μὴ μάχου. Πρεσβύτερον αἰδοῦ. Νεώτερον δίδασκε. Πλούτῳ ἀπίστει. Σεαυτὸν αἰδοῦ. Μὴ ἄρχε ὑβρίζειν. Προγόνους στεφάνου. Θνῆσκε ὑπὲρ πατρίδος. Τῷ βίῳ μὴ ἄχθου. Ἐπὶ νεκρῷ μὴ γέλα. Ἀτυχοῦντι συνάχθου. Χαρίζου ἀβλαβῶς. Μὴ ἐπὶ παντὶ λυποῦ. Ἐξ εὐγενῶν γέννα. Ἐπαγγέλλου μηδενί. Φθιμένους μὴ ἀδίκει. Εὖ πάσχε ὡς θνητός. Τύχῃ μὴ πίστευε. Παῖς ὢν κόσμιος ἴσθι, ἡβῶν ἐγκρατής, μέσος δίκαιος, πρεσβύτης εὔλογος, τελευτῶν ἄλυπος.

Τα λεγόμενα του Σωσιάδη πιστοποιούνται μερικώς από μια επιγραφή Ελληνιστικών χρόνων, που βρέθηκε στο Αι-Χανούμ (πρώην Βακτριανά εδάφη), σε μια επιγραφή της Μελιτούπολης της Μικράς Ασίας, και σε λεγόμενο "νέο" κείμενο των Υποθηκών, που βρέθηκε σε πάπυρο.

Σώζεται ένα ανώνυμο επίγραμμα, ανάμεσα στα επιγράμματα της "Ελληνικής Ανθολογίας". Είναι το επίγραμμα 366 στο βιβλίο Θ':

ἀποφθέγματα τῶν ἑπτὰ σοφῶν

ἑπτὰ σοφῶν ἐρέω κατ’ ἔπος πόλιν οὔνομα φωνὴν·

μέτρον μὲν Κλεόβουλος ὁ Λίνδιος εἶπεν ἄριστον·

Χίλων δ’ ἐν κοίλῃ Λακεδαίμονι γνῶθι σεαυτόν·

ὃς δὲ Κόρινθον ἔναιε χόλου κρατέειν Περίανδρος·

Πιττακὸς οὐδὲν ἄγαν ὃς ἔην γένος ἐκ Μυτιλήνης·

τέρμα δ’ ὁρᾶν βιότοιο Σόλων ἱεραῖς ἐν Ἀθήναις·

τοὺς πλέονας κακίους δὲ Βίας ἀπέφηνε Πριηνεύς·

ἐγγύην φεύγειν δὲ Θαλῆς Μιλήσιος ηὔδα.

Άλλες πληροφορίες και ομαδικές αναφορές για τους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σώζεται στον Διογένη Λαέρτιο ("Βίοι Φιλοσόφων", βιβλίο Α', VII (Βίος του Βιάντα) 99) και ένα γράμμα του τυράννου της Κορίνθου Περιάνδρου προς του Επτά Σοφούς (μάλλον μεταγενέστερο και πλαστό, όπως και τα περισσότερα δήθεν Αρχαϊκής εποχής γράμματα που παραθέτει ο Διογένης Λαέρτιος):

Φέρεται δὲ αὐτοῦ καὶ ἐπιστολή·

Περίανδρος τοῖς Σοφοῖς

Πολλὰ χάρις τῷ Πυθοῖ Ἀπόλλωνι τοῦ εἰς ἓν ἐλθόντας εὑρεῖν. Ἀξοῦντί
τε καὶ ἐς Κόρινθον ταὶ ἐμαὶ ἐπιστολαί. Ἐγὼν δὲ ὑμᾶς ἀποδέχομαι, ὡς ἴστε
αὐτοί, ὅτι δαμοτικώτατα. Πεύθομαι ὡς πέρυτι ἐγένετο ὑμῶν ἁλία παρὰ
τὸν Λυδὸν ἐς Σάρδεις. Ἤδη ὦν μὴ ὀκνεῖτε καὶ παρ' ἐμὲ φοιτῆν τὸν
Κορίνθου τύραννον. Ὑμᾶς γὰρ καὶ ἄσμενοι ὄψονται Κορίνθιοι φοιτεῦντας
ἐς οἶκον τὸν Περιάνδρου.

Ο Κικέρων (στο "DE RE PUBLICA", βιβλίο I 7, 12) παροτρύνει σε συμμετοχή στο δημόσιο βίο θέτοντας ως παράδειγμα τους Επτά Σοφούς των Ελλήνων, οι οποίοι όλοι τους ήταν ενεργοί πολίτες:

Eos vero septem quos Graeci sapientis nominaverunt, omnis paene video in media re publica esse versatos. neque enim est ulla res in qua propius ad deorum numen virtus accedat humana, quam civitatis aut condere novas aut conservare iam conditas.

Παρόμοια αναφέρεται σε αυτούς και στο άλλο του έργο - "DE ORATORE AD QUINTUM FRATREM", βιβλίο III, 34, 137:

[XXXIV] [137] Sed ut ad Graecos referam orationem, quibus carere hoc quidem in sermonis genere non possumus - nam ut virtutis a nostris, sic doctrinae sunt ab illis exempla petenda - septem fuisse dicuntur uno tempore, qui sapientes et haberentur et vocarentur: hi omnes praeter Milesium Thalen civitatibus suis praefuerunt.

Οι Επτά Σοφοί στην Τέχνη και στη Λογοτεχνία.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην "Παλατινή Ανθολογία" ( XVI 332) σώζεται το εξής επίγραμμα (στο οποίο αναφέρεται το έργο "Αισωπός" του Λυσίππου, το οποίο είχε τοποθετηθεί μπροστά από τους "Επτά Σοφούς"), το οποίο συνέγραψε ο Αγαθίας ο Σχολαστικός, ένας συγγραφέας της εποχής του Ιουστινιανού και των άμεσων διαδόχων του (6ος αιώνας):

Εὖγε ποιῶν, Λύσιππε γέρων, Σικυώνιε πλάστα,

δείκελον Αἰσώπου στήσαο τοῦ Σαμίου

ἑπτὰ σοφῶν ἔμπροσθεν, ἐπεὶ κεῖνοι μὲν ἀνάγκην

ἔμβαλον, οὐ πειθώ, φθέγμασι τοῖς σφετέροις.

ὃς δὲ σοφοῖς μύθοις καὶ πλάσμασι καίρια λέξας,

παίζων ἐν σπουδῆι, πείθει ἐχεφρονέειν.

φευκτὸν δ' ἡ τρηχεῖα παραίνεσις· ἡ Σαμίου δὲ

τὸ γλυκὺ τοῦ μύθου καλὸν ἔχει δέλεαρ.

Στο National Museum της Βηρυττού φυλάσσεται ένα αρχαίο ψηφιδωτό (στο οποίο απεικόνίζονται οι Επτά Σοφοί με τη βασική ρήση του καθ'ενός δίπλα τους) από τη βίλα Suweydie κοντά στην Ηλιούπολη της Συρίας, το οποίο χρονολογείται συνήθως στον 3ο ή στο 4ο αιώνα μ. Χ. Οι μορφές απεικονίζονται ως τοποθετημένα κυκλικά πορτραίτα των Επτά Σοφών μαζί με τον Σωκράτη στην κορυφή, ενώ ανάμεσα στους αποδόθηκε στο κέντρο η Μούσα Καλλιόπη.

Ο Αυσόνιος έχει γράψει μια θεατρική πραγματεία περί των Επτά Σοφών (το "LUDUS SEPTEM SAPIENTUM").

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]