Εβδομάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως εβδομάδα ορίζεται το χρονικό διάστημα που απαρτίζεται από επτά συνεχόμενα ημερονύκτια. Ο κύκλος επτά ημερών τρέχει ανεξάρτητα από τον κύκλο ενός ημερολογίου. Οι ημέρες της εβδομάδας σήμερα στην Ελληνική φέρουν τα ονόματα: Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, ενώ σε άλλες γλώσσες φέρουν τα ονόματα πλανητών.

Προγενέστερα ημερολογιακά συστήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηλιακός λίθος με ημερολόγιο των Αζτέκων, οι οποίοι υποδιαιρούσαν τον χρόνο σε «εβδομάδες» των είκοσι ημερών

Οι ανθρωπολόγοι έχουν παρατηρήσει ότι ημερολογιακές υποδιαιρέσεις διαφορετικές από την επταήμερη εβδομάδα (από τρεις μέχρι και οκτώ ημέρες) συναντώνται σε διάφορες αρχαίες κοινωνίες. Ένα αξιοπαρατήρητο κοινό σημείο είναι ότι συχνά η λέξη για την «εβδομάδα» συμπίπτει με τη λέξη για την «ημέρα της αγοράς (ή της εμποροπανήγυρης)», πράγμα που αποτελεί ένδειξη ότι η εν λόγω έννοια αναπτύχθηκε σε αγροτικές ή προ-αγροτικές κοινωνίες, στις οποίες υπήρχε τόσο «αγορά» όσο και «ημέρα αγοράς». Σε αραιοκατοικημένες περιοχές, στις οποίες δεν διεξάγονται καθημερινά εμπορικές δραστηριότητες, ήταν ουσιώδες για τους παραγωγούς και τους καταναλωτές να καταλήξουν σε μια εκ των προτέρων συμφωνηθείσα ημέρα συναλλαγών, ειδικώς αν ο δρόμος προς την αγορά διαρκούσε αρκετές ώρες ή ημέρες.

Η εβδομάδα (ως καθορισμένο διάστημα ημερών) αποτελούσε πολύ απλούστερο και ακριβέστερο τρόπο υπολογισμού του χρόνου εν σχέσει με το σύστημα που βασιζόταν στο σεληνιακό ημερολόγιο ή στην εποχική (φαινόμενη) περιστροφή της ουράνιας σφαίρας (του στερεώματος). Το μόνο μειονέκτημα ήταν ότι η εβδομάδα δεν είχε «ουράνια» προέλευση, αλλά στηριζόταν σε υπολογισμούς ανθρώπων μάλλον παρά στην κίνηση της σελήνης και των άστρων. Στην παραδοσιακή επταήμερη εβδομάδα, το μειονέκτημα αυτό ξεπεράστηκε με την αντιστοίχιση του ηλίου, της σελήνης και πέντε πλανητών γνωστών στους αρχαίους (Ερμής, Αφροδίτη, Άρης, Δίας, Κρόνος) σε κάθε μια από τις επτά ημέρες.

Η επταήμερη εβδομάδα στους μη ινδοευρωπαϊκούς πολιτισμούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εβδομαδιαίο επτάγραμμα αντιστοιχίας των πλανητών με ημέρες της εβδομάδας.

Οι αρχαίοι Χαλδαίοι/Βαβυλώνιοι φαίνεται ότι διέθεταν επταήμερη εβδομάδα, κατά την οποία κάθε ημέρα ήταν αφιερωμένη σε διαφορετική θεότητα. Η σπουδαιότητα του αριθμού επτά στη χαλδαϊκή αστρολογία και αστρονομία ήταν αξιοσημείωτη λόγω των επτά ουρανίων σωμάτων ή φωστήρων που φαίνονται κανονικά με γυμνό μάτι (ήλιος, σελήνη και πέντε πλανήτες) και συσχετίστηκαν με θεότητες.

Η κινεζική χρήση της επταήμερης εβδομάδας (και των πολιτισμών της Κορέας, της Ιαπωνίας, του Θιβέτ και του Βιετνάμ) ανάγεται στο 600 π.Χ. περίπου, όταν η βαβυλωνιακή έννοια των επτά «φωστήρων» εισέδυσε και διαδόθηκε στην Κίνα. Μολονότι σε κάθε ημέρα αντιστοιχήθηκε ένας από τους φωστήρες, η εβδομάδα δεν επηρέασε την κοινωνική ζωή ή το επίσημο ημερολόγιο. Συνήθως χρησιμοποιείται για αστρολογικούς σκοπούς ή παρατίθεται σε βουδιστικά κείμενα, μέχρις ότου οι Ιησουίτες επανεισήγαγαν την έννοια τον 16ο αιώνα.

Ως αποτέλεσμα, όταν τον 16ο αιώνα οι Ιάπωνες ήλθαν για πρώτη φορά σε επαφή με τους Ευρωπαίους, διαπίστωσαν έκπληκτοι ότι τα δικά τους ονόματα για τις ημέρες της εβδομάδας αντιστοιχούσαν στα αγγλικά ονόματα (και στην πραγματικότητα διατηρούσαν πιστότερα τις αρχικές βαβυλωνιακές έννοιες, διότι στην Αγγλική είχαν εν τω μεταξύ εισέλθει θεωνύμια από τη σκανδιναβική μυθολογία).

Η προέλευση του εβδομαδιαίου συστήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εβδομάδα ως επταήμερο σύστημα υπολογισμού του χρόνου έχει φθάσει στον Δυτικό πολιτισμό με αφετηρία το εβραϊκό ημερολόγιο. Οι Ινδοευρωπαίοι δεν φαίνεται να είχαν ενδιάμεση μονάδα μετρήσεως του χρόνου μεταξύ του μήνα και της ημέρας, πράγμα που εξηγεί γιατί η λ. ἑβδομάς και αντίστοιχοι όροι των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (λ.χ. λατ. septimāna) συναντώνται από την ελληνιστική / χριστιανική εποχή και μετά με τη σημασία των επτά ημερών.

Η όποια διαίρεση του μηνός σε υποδιαστήματα κατά την εποχή πριν από την κατίσχυση του εβραϊκού ημερολογίου θα πρέπει να βασιζόταν, όπως δέχονται οι μελετητές, στην παρατήρηση των φάσεων της σελήνης και γενικότερα στο σεληνιακό σύστημα. Μολονότι ορισμένες θεωρίες εικάζουν ότι το επταήμερο σύστημα αποτελεί απλουστευτικά το ένα τέταρτο του σεληνιακού μήνα, αυτό δεν ερμηνεύει ικανοποιητικά τα παρακάτω δεδομένα.

Οι Ινδοί, όπως δείχνει η σανσκριτική γλώσσα, διαιρούσαν τον μήνα σε δύο ίσα μέρη (paks'a «πτέρυγα, τμήμα»), τα οποία κατονόμαζαν με όρους που σημαίνουν «αύξουσα σελήνη» και «φθίνουσα σελήνη». Όμοια διαίρεση φαίνεται ότι είχαν υιοθετήσει οι Κέλτες, ενώ τόσο οι αρχαίοι Έλληνες όσο και οι Ρωμαίοι διαιρούσαν τον μήνα με βάση τις φάσεις της σελήνης και τις αντίστοιχες εορτές. Η διαίρεσή τους χαρακτηριζόταν από μάλλον ατελή υπολογισμό, πράγμα αναμενόμενο για κάθε σεληνοκεντρικό σύστημα· θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι χώριζαν τον μήνα σε τρία δεκαήμερα (πβ. λατ. nundinum «διάστημα εννέα ημερών (μεταξύ δύο εορτασμών)»). Κατάλοιπο της αρχικά σεληνιακής βάσεως της υποδιαίρεσης είναι οι λέξεις των γερμανικών γλωσσών για την εβδομάδα, οι οποίες έχουν ως αφετηρία τον αρχ. γερμανικό όρο wika-, που ίσως σημαίνει «αλλαγή, μεταβολή, τροπή (της σελήνης)». Σε αυτόν έχουν την απώτερη αναγωγή τους οι ομόρριζες λέξεις Woche (γερμ.), week (αγγλ.), vecka (σουηδ.), uge (δαν.) κ.ά.

Η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία δέχεται, με βάση αυτές και άλλες παρατηρήσεις, ότι η επταήμερη εβδομάδα ήταν άγνωστη στον ινδοευρωπαϊκό κόσμο πριν από την είσοδο του εβραϊκού ημερολογίου και τις Βιβλικές μαρτυρίες για αυτό. Το εβραϊκό ημερολόγιο είχε ως σημείο αναφοράς το Σάββατο (εβρ. שׁבת «ανάπαυση») και αριθμούσε τις ημέρες με βάση αυτό. Ως αποτέλεσμα, η ελληνιστική λέξη σάββατον δήλωνε την «ημέρα του Σαββάτου», το «έβδομο έτος αγραναπαύσεως» (Wayyiqra’ 26:43 והארץ תעזב מהם ותרץ את־שׁבתתיה, τονίζω τη βασική ρίζα της λέξης שׁבת που εδώ είναι σε πληθυντικό· Μετάφρ. των LXX, Λευιτικόν 26:43 τότε προσδέξεται ἡ γῆ τὰ σάββατα αὐτῆς ἐν τῷ ἐρημωθῆναι αὐτὴν δι΄ αὐτούς), αλλά και ολόκληρη την επταήμερη «εβδομάδα» (Κ.Δ., Κατὰ Λουκᾶν 18:12: νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, που δεν εννοεί «δύο φορές το Σάββατο», αλλά «δύο φορές την εβδομάδα»).

Εφόσον το Σάββατο αποτελούσε σημείο αναφοράς στο εβραϊκό ημερολόγιο, εύκολα κατανοούμε γιατί οι υπόλοιπες ημέρες κατονομάζονταν (στην ελληνιστική Κοινή) με αυτήν ως επίκεντρο: μία σαββάτων, δευτέρα σαββάτων, τρίτη σαββάτων…, ενώ η ημέρα πριν από το Σάββατο αποκλήθηκε αρχικώς προσάββατον και κατόπιν παρασκευή «προετοιμασία (για το Σάββατο)».

Λειτουργική εβδομάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Χριστιανική Λειτουργική ζωή, η Κυριακή, με την ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία της, δεσπόζει των υπόλοιπων ημερών της εβδομάδας.

Ο ιερός ρυθμός της εβδομάδας είχε πρωταρχική σημασία στα ήθη και τις θρησκευτικές πράξεις των Εβραίων, καθώς συσχετίστηκε με τη δραστηριότητα του δημιουργού Θεού και την ιερή ανάπαυσή του (Γέν. 2:2). Το γεγονός αυτό οδήγησε στην αργία του Σαββάτου που εμφανίζεται ήδη στα αρχαιότερα κείμενα του ιουδαϊκού Νόμου (Έξ. 20:8) και στην Παλαιά Διαθήκη.

Οι πρώτοι μεταστραφέντες Ιουδαίοι Χριστιανοί έμειναν, καθώς φαίνεται, προσκολλημένοι στα έθιμα με τα οποία είχαν ανατραφεί (εφ' όσον αυτά ήταν συμβατά με το νόμο του Ευαγγελίου) και συνέχισαν αρχικά να θεωρούν σημαντικό το Σάββατο (Ματθ. 28:1, Μάρκ. 15:42, 16:1, Ιωάν. 19:42). Σύντομα, όμως, ημέρα λατρείας της Εκκλησίας γίνεται η πρώτη μέρα της εβδομάδας, η Κυριακή, ως "ημέρα του Κυρίου" (Πράξ. 20:7, Α' Κορ. 16:2, Αποκ. 1:10). Παρ' όλ' αυτά, ο κύκλος των επτά ημερών παρέμεινε και συνέχισε να ισχύει όπως και πριν.

Κατά τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ., οι εορτασμοί των σημαντικών χριστιανικών μυστηρίων είναι πιθανό ότι είχαν εβδομαδιαία περιοδικότητα. Για παράδειγμα, η Κυριακή, σύμφωνα με την Επιστολή Βαρνάβα (xv), "ἔστιν ἄλλου κόσμου ἀρχή", και όπως αναφέρει ο συγγραφέας της επιστολής:

"Διὸ καὶ ἄγομεν τὴν ἡμέραν τὴν ὀγδόην εἰς εὐφροσύνην, ἐν ᾗ καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν καὶ φανερωθεὶς ἀνέβη εἰς οὐρανούς."

Και πάλι, ένα άλλο έργο με γενικό τίτλο Διδαχαί των αποστόλων, που αν και ψευδεπίγραφο ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο μεταξύ των Χριστιανών των πρώτων αιώνων μ.Χ., ορίζει:

"Αἵ δε νηστεῖαι ὑμῶν μὴ ἔστωσαν μετὰ τῶν ὑποκριτῶν· νηστεύουσι γὰρ δευτέρα σαββάτων καὶ πέμπτη· ὑμεῖς δὲ νηστεύσατε τετράδα καὶ παρασκευήν." (κεφ. viii),

ενώ στο κεφ. xiv προτρέπει:

"Καθ' ἡμέραν δὲ Κυρίου συναχθέντες κλάσατε ἄρτον καὶ εὐχαριστήσατε."

Συνολικά, μέσα από τα κείμενα του Τερτυλλιανού, τους Αποστολικούς κανόνες και άλλα πρωτοχριστιανικά έργα, γίνεται ξεκάθαρη η συνάφεια της Ανάστασης του Κυρίου με την Κυριακή, η οποία έγινε ημέρα λατρείας, όπως και η σύνδεση της Τετάρτης και της Παρασκευής με την προδοσία του Ιούδα και το Πάθος του Χριστού αντίστοιχα.

Αν και αυτή η αρχαία αντίληψη υποχώρησε σταδιακά δίνοντας τη θέση της σε έναν ετήσιο κύκλο νέων επετείων και εορτασμών, η εβδομάδα διατήρησε τη σπουδαιότητά της όπως δείχνουν οι ακολουθίες των λεγόμενων Κανονικών Ωρών (Divine Office), όπου στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επτά (7) υποδιαιρέσεις της ημέρας έχουν οριστεί για προσευχή, αλλά και η υποχρεωτική εβδομαδιαία ανάγνωση ολόκληρου του Ψαλτηρίου, που, όπως μαθαίνουμε από τον λειτουργικό συγγραφέα Αμαλάριο του Μετς, του 9ου αιώνα, έγινε αποδεκτή στο βασιλικό παρεκκλήσιο του Άαχεν το έτος 802. Η διαίρεση αυτή του Ψαλτηρίου σε γενικές γραμμές ήταν ίδια με αυτήν που περιείχε η Ρωμαιοκαθολική Σύνοψη μέχρι την έκδοση των Αποστολικών κανόνων, "Θεία Έμπνευση", της 1ης Νοεμβρίου 1911. Επιπλέον, όπως αναφέρει ο Αμαλάριος, η λειτουργική αυτή διαίρεση που είχε δεχτεί η Εκκλησία της Ρώμης ήταν ουσιαστικά ίδια με των Καρλοβιγγειανών, αν και από τον 6ο αιώνα ο Άγιος Βενέδικτος είχε καθορίσει σαφώς τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ολόκληρο το Ψαλτήριο θα έπρεπε να αναγνωσθεί τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, ενώ μια τέτοια ρύθμιση αποδίδεται και στον Πάπα ΔάμασοΔαμάσο) (366-384).

Η αφιέρωση συγκεκριμένων ημερών της εβδομάδας σε εκδηλώσεις της Ρωμαιοκαθολικής λειτουργικής ζωής γίνεται φανερή με ακολουθίες όπως της Υπεραγίας Θεοτόκου κάθε Σάββατο, τις λειτουργίες των Παθών κάθε Παρασκευή κατά τη διάρκεια της Τεσσαρακοστής, και με την καθιέρωση ακολουθιών σε συγκεκριμένες ημέρες της εβδομάδας (όπως π.χ. η ακολουθία των Αγίων Αγγέλων τη Δευτέρα, η ακολουθία των Αγίων Αποστόλων την Τρίτη κλπ.), που την καθιέρωσή τους ενέκρινε ο Πάπας Λέων ο 13ος. Ανάλογη αφιέρωση ημερών υπάρχει και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου η Δευτέρα είναι αφιερωμένη στους Αρχαγγέλους, η Τρίτη στον Τίμιο Πρόδρομο, η Τετάρτη και η Παρασκευή στο Σταυρό, η Πέμπτη στους Αποστόλους και το Σάββατο στους Μάρτυρες.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, η Πέμπτη θεωρήθηκε στη Δύση ως "μικρή Κυριακή", πιθανότατα επειδή έγινε αποδεκτή ως η ημέρα της Αναλήψεως του Κυρίου (βλ. Bede, "Hist. Eccl.", IV, 25). Μετά τη Σύνοδο του Τρέντο εγκρίθηκε η προσθήκη επιπλέον ακολουθιών στη Ρωμαιοκαθολική Σύνοψη, όπως τα Μνημόσυνα υπέρ των κεκοιμημένων, οι Αναβαθμοί (σύνολο από 15 ψαλμούς) κλπ., που τελούνται μία φορά την εβδομάδα, ιδιαίτερα τις Δευτέρες, σε όλη τη διάρκεια της προ των Χριστουγέννων νηστείας (περίοδος 21-28 ημερών) και κατά τη διάρκεια της Τεσσαρακοστής.

Οι ημέρες της εβδομάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο αποκαλούμενο Επαναστατικό ημερολόγιο της Ε.Σ.Σ.Δ., που ίσχυσε ώς το 1940, οι μήνες διαιρούνταν σε πέντε εξαήμερες εβδομάδες, για να μην υπάρχει ημέρα με ονομασία θρησκευτικού χαρακτήρα, όπως η Κυριακή.

Στα εβδομαδιαία συστήματα υπολογισμού του χρόνου που αναπτύχθηκαν στις επί μέρους γλώσσες είναι προφανής η επιρροή του ημερολογίου που εισήχθη από την Ανατολή. Εκτός από το εβραϊκό ημερολόγιο, που μνημονεύθηκε παραπάνω, αξιοσημείωτη επίδραση άσκησε επίσης το πλανητικό ημερολόγιο, το οποίο πιθανώς είχε ως βάση τις αστρολογικές προλήψεις των Χαλδαίων. Το σύστημα αυτό κατονόμαζε τις ημέρες με αφετηρία διαφορετική θεότητα για κάθε ημέρα και προφανώς αντικατέστησε τα ανατολικά ονόματα με θεότητες διαφόρων μυθολογιών οικείων στους Ινδοευρωπαίους (όπως του Δωδεκαθέου, του σκανδιναβικού πανθέου κτλ.). Για τον λόγο αυτόν, υποστηρίζεται ότι το πλανητικό / αστρολογικό ημερολόγιο πρέπει να έγινε αισθητό στον ινδοευρωπαϊκό κόσμο συγχρόνως με την έλευση του εβραϊκού ημερολογίου και τη διάδοσή του μέσω του Χριστιανισμού ή λίγο αργότερα.[1]

Το εκκλησιαστικό λατινικό ημερολόγιο στηρίχθηκε στο αντίστοιχο ελληνιστικό-χριστιανικό. Οι χριστιανικές εκκλησίες υιοθέτησαν το ιουδαϊκό σύστημα μετονομάζοντας την πρώτη ημέρα (μία σαββάτων) σε Κυριακή «ημέρα Κυρίου» (του οποίου μετάφραση αποτελεί το εκκλησ. λατ. Dominica). Συνεπώς, κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. συνυπήρχαν στην υστερολατινική γλώσσα δύο ημερολογιακά συστήματα, το εκκλησιαστικό-χριστιανικό και το πλανητικό-αστρολογικό. Όπως θα φανεί από την επί μέρους ανάλυση, ονομασίες διαφόρων ημερών στην ύστερη λατινική γλώσσα συνυπήρξαν με το εκκλησιαστικό ημερολόγιο και άφησαν αξιοσημείωτα ίχνη σε αρκετές γλώσσες. Συνοπτικά:

  • Εκκλησιαστικό-χριστιανικό: Χρησιμοποιήθηκε η λ. fēria «εορτή» και οι ημέρες ονομάστηκαν ως εξής:
sabbatum «Σάββατο», dies dominica «ημέρα Κυρίου, Κυριακή», secunda feria «Δευτέρα από εορτής», tertia feria «Τρίτη από εορτής», quarta feria «Τετάρτη από εορτής», quinta feria «Πέμπτη από εορτής», sexta feria «έκτη από εορτής».
  • Πλανητικό-αστρολογικό: Χρησιμοποιήθηκε η λ. dies «ημέρα» και το όνομα κάποιας θεότητας (τα ονόματα ξεκινούν με αφετηρία την ημέρα που αντιστοιχεί στο «Σάββατο»):
dies Saturni «ημέρα του Κρόνου», dies Solis «ημέρα του Ηλίου», dies Lunae «ημέρα της Σελήνης», dies Martis «ημέρα του Άρη», dies Mercuri «ημέρα του Ερμή», dies Jovis «ημέρα του Δία», dies Veneris «ημέρα της Αφροδίτης».
  • Παρατήρηση Α: Η μόνη σύγχρονη γλώσσα που ακολουθεί επακριβώς το εκκλησιαστικό-χριστιανικό σύστημα (πλην της Ελληνικής) είναι η Πορτογαλική: sabado, domingo, segunda feira, terça feira, quarta feira, quinta feira, sexta feira. Στις διάφορες γλώσσες παρατηρούμε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό αναμίξεως των δύο συστημάτων, καθώς και χρήση άλλων λέξεων για ορισμένες ημέρες, ανάλογα με το πρότυπο που υιοθέτησε κάθε λαός.
  • Παρατήρηση Β: Η σειρά των πλανητών δεν είναι αυθαίρετη αλλά σχετίζεται με τη θεωρία της αρμονίας των σφαιρών που συνήρπαζε πολλούς φιλοσόφους της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα και σύμφωνα με την οποία κάθε ουράνιο σώμα περιστρεφόμενο παράγει συγκεκριμένο ήχο -εκτός από τη Γη που ελογίζετο ακίνητη. Ο Βοήθιος ταύτιζε τη Σελήνη με το (σημερινό) ρε, τον Ερμή με το ντο, την Αφροδίτη με το σι, τον Ήλιο με το λα, τον Άρη με το σολ, τον Δία με το φα και τον Κρόνο με το μι.[2] Αν διατάξουμε τις επτά νότες σε διαστήματα τετάρτης, λαμβάνουμε τη σειρά των ημερών της εβδομάδας, όπως αναφέρονται παραπάνω.

Σάββατο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ονομασία σάββατον (μέσω του λατ. sabbatum) φαίνεται ότι έχουν την αφετηρία τους οι περισσότερες σύγχρονες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, χωρίς ωστόσο να λείπουν οι εξαιρέσεις. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των γερμανικών γλωσσών, οι οποίες έχουν διασπαστεί στη δήλωση της συγκεκριμένης ημέρας και απηχούν διαφορετική αφετηρία ανάλογα με την περίπτωση.

  • Εκκλησιαστικό σύστημα
  • ελνστ. σάββατον > λατ. sabbatum, μέσω του οποίου σχηματίστηκαν τα ακόλουθα:
  • λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. samedi (< δημώδ. λατ. *sambati dies «ημέρα σαββάτου»), ιταλ. sabato, ισπ. sábado, ρουμ. sîmbătă.
  • κελτικές γλώσσες: ιρλ. satharn, ουαλ. dydd sadwrn.
  • σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. sobota (> σερβοκρ. subota, πολ. sobota, ρωσ. subbota…)
  • γερμανικές γλώσσες (A): παλ. άνω γερμ. sambaz-tag > γερμ. Samstag.
  • Πλανητικό σύστημα
  • λατ. dies Saturni «ημέρα του Κρόνου».
  • γερμανικές γλώσσες (B): παλ. κάτω γερμ. sœterdœg (μετάφρ. του λατ.) > αγγλ. Saturday, ολλ. zaterdag.
  • γερμανικές γλώσσες (Γ): παλ. σκανδ. laugardagr «ημέρα του λουτρού» (είτε ως εθίμου είτε προς τιμήν ορισμένης θεότητας) > σουηδ. lördag, ισλ. laugardagur, δαν. lørdag…
  • γερμανικές γλώσσες (Δ): παλ. άνω γερμ. sunnūnābend «παραμονή Κυριακής» > γερμ. Sonnabend «Σάββατο».

Κυριακή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία Κυριακή χρησιμοποιήθηκε κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. προκειμένου να αντικαταστήσει την ημέρα που αρχικώς απεκαλείτο μία σαββάτων (λατ. una sabbati ή dies prima) και αποδόθηκε κατάλληλα στη Λατινική ως dies dominica. H διπλή παρουσία του εκκλησιαστικού και του πλανητικού συστήματος στην ύστερη Λατινική αποτυπώνεται ως εξής στις διάφορες γλώσσες:

  • Εκκλησιαστικό σύστημα
  • ελνστ. Κυριακή, λατ. dies dominica, μέσω του οποίου σχηματίστηκαν τα ακόλουθα:
  • λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. dimanche, ισπ. domingo, ιταλ. domenica, ρουμ. duminică.
  • κελτικές γλώσσες: ιρλ. domhnach.
  • σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. nedĕlja «ημέρα αναπαύσεως» (< ne- αρνητ. + dĕlo «εργασία», που χρησιμοποιήθηκε ως απόδ. της λ. σάββατον στην αρχική σημασία του, αλλά εφαρμόστηκε στην ημέρα που εν τω μεταξύ είχε αποκληθεί Κυριακή, επειδή αυτή ήταν πλέον η «ημέρα αναπαύσεως») > πολ. niedziela, σερβοκρ. nedělja, τσεχ. neděle...
  • Πλανητικό σύστημα
  • λατ. dies Solis «ημέρα του Ηλίου».
  • γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ.): παλ. άνω γερμ. sunnūntag (> γερμ. Sonntag, ολλ. zondag), παλ. αγγλ. sunnandœg (> αγγλ. Sunday), παλ. σκανδ. sunnundagr (> σουηδ. söndag, ισλ. sunnudagur, δαν. søndag).
  • κελτικές γλώσσες (μεταφρ. του λατ.): ουαλ. dydd sul.

Δευτέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την ονομασία αυτής της ημέρας στην πλειονότητα των γλωσσών επικράτησε το πλανητικό-αστρολογικό σύστημα, καθ’ ότι το εκκλησιαστικό (εβραιογενές) ημερολόγιο την προσδιόριζε απλώς αριθμητικά:

  • Εκκλησιαστικό σύστημα
  • ελνστ. δευτέρα σαββάτου / σαββάτων, λατ. secunda feria «Δευτέρα από εορτής».
  • λατινογενείς γλώσσες: πορτ. segunda feira.
  • σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. ponedělŭkŭ «μετά την Κυριακή» (< po- «μετά» + τύπος του nedĕlja «Κυριακή», βλ. ανωτέρω») > σερβοκρ. ponedjeljak, πολ. poniedzałek, ρωσ. ponedel’nik, τσεχ. pondělí.
  • Πλανητικό σύστημα
  • λατ. dies Lunae «ημέρα της Σελήνης».
  • λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. lundi, ισπ. lunes, ιταλ. lunedì, ρουμ. luni.
  • κελτικές γλώσσες (από λατ.): ιρλ. luan, ουαλ. dydd llun.
  • γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ.): παλ. άνω γερμ. mānetag (> γερμ. Montag, ολλ. maandag), παλ. αγγλ. mōnandœg (> αγγλ. Monday), παλ. σκανδ. mānudagr (> ισλ. manudagur, δαν. mandag, σουηδ. måndag).

Τρίτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την ονομασία αυτής της ημέρας στην πλειονότητα των γλωσσών επικράτησε το πλανητικό-αστρολογικό σύστημα, καθ’ ότι το εκκλησιαστικό (εβραιογενές) ημερολόγιο την προσδιόριζε απλώς αριθμητικά:

  • Εκκλησιαστικό σύστημα
  • ελνστ. τρίτη σαββάτου / σαββάτων, λατ. tertia feria «Τρίτη από εορτής».
  • λατινογενείς γλώσσες: πορτ. terça feira.
  • σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. vŭtornikŭ «δεύτερος» (με αφετηρία την Κυριακή, που είχε καθιερωθεί ως βασική ημέρα του εκκλησιαστικού συστήματος) > σερβοκρ. utorak, πολ. wtorek, ρωσ. vtornik, τσεχ. úterý.
  • Πλανητικό σύστημα
  • λατ. dies Martis «ημέρα του Άρη».
  • λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. mardi, ισπ. martes, ιταλ. martedì, ρουμ. marti.
  • κελτικές γλώσσες (από λατ.): ιρλ. mairt, ουαλ. dydd mawrth.
  • γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ.· στον θεό Mars των Ρωμαίων τα γερμανικά φύλα αντιστοίχισαν τον γοτθικό θεό του πολέμου *Teiwa, ο οποίος στο σκανδιναβικό πάνθεο ήταν γνωστός ως Týr και απαντά επίσης με τα ομόρριζα ονόματα Tīw, Tīg και *Þing): αρχ. γερμ. *Teiwa-daga > παλ. αγγλ. tīwesdœg (> αγγλ. Tuesday), παλ. σκανδ. tisdagr (> σουηδ. tisdag, δαν. tirsdag, ισλ. þriðjudagur), μέσ. κάτω γερμ. dingesdach (> γερμ. Dienstag, ολλ. dinsdag).

Τετάρτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τις ονομασίες του εκκλησιαστικού και του πλανητικού συστήματος, παρατηρούμε εδώ την τάση ορισμένων γλωσσών να αναγνωρίσουν αυτή την ημέρα ως «μέσο» της εβδομάδας, πράγμα που από ορισμένους μελετητές αποδίδεται στη μεταγενέστερη εκκλησιαστική χρήση του ημερολογίου και στον προσδιορισμό των νηστειών. Για τον λόγο αυτόν, οι γλώσσες που ονομάζουν την Τετάρτη «μεσαία» ημέρα εντάσσονται στον υπότιτλο του εκκλησιαστικού συστήματος.

  • Εκκλησιαστικό σύστημα
  • ελνστ. τετάρτη σαββάτου / σαββάτων, λατ. quarta feria «Τετάρτη από εορτής».
  • λατινογενείς γλώσσες: πορτ. quarta feira.
  • κελτικές γλώσσες: ιρλ. cēadaoin (< παλ. ιρλ. dia cēt-ain «πρώτη νηστεία»).
  • γερμανικές γλώσσες: παλ. άνω γερμ. mitta-wecha (μετάφρ. του μεσν. λατ. media hebdomas / septimana «μέσον της εβδομάδας») > γερμ. Mittwoch, ισλ. miðvikudagur.
  • σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. srěda «μεσαία (βλ. παραπάνω)» (> σερβοκρ. srijeda, πολ. środa, ρωσ. sreda, τσεχ. středa).
  • Πλανητικό σύστημα
  • λατ. dies Mercuri «ημέρα του Ερμή».
  • λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. mercredi, ισπ. miércoles, ιταλ. mercoledì, ρουμ. miercuri.
  • κελτικές γλώσσες (από λατ.): ουαλ. dydd mercher.
  • γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ.· στον θεό Mercurius των Ρωμαίων τα γερμανικά φύλα αντιστοίχισαν τον σκανδιναβικό θεό Odin, γνωστό επίσης ως Wōdin, Wuotan): παλ. σκανδ. ōðinsdagr (> σουηδ. onsdag, δαν. onsdag), παλ. κάτω γερμ. *wōðinsdœg (> αγγλ. Wednesday, ολλ. woensdag).

Πέμπτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τις ονομασίες του εκκλησιαστικού και του πλανητικού συστήματος, παρατηρούμε ότι ορισμένες γλώσσες κατονομάζουν τη συγκεκριμένη ημέρα με βάση τις προγραμματισμένες νηστείες ή τη σχέση της με την Κυριακή. Επειδή και η εν λόγω ονομασία αντανακλά θρησκευτική χρήση του ημερολογίου, οι γλώσσες που την εφαρμόζουν θα αναφερθούν στον υπότιτλο του εκκλησιαστικού συστήματος.

  • Εκκλησιαστικό σύστημα
  • ελνστ. πέμπτη σαββάτου / σαββάτων, λατ. quinta feria «Πέμπτη από εορτής».
  • λατινογενείς γλώσσες: πορτ. quinta feira.
  • κελτικές γλώσσες: ιρλ. dardaoin «μεταξύ των δύο νηστειών (δηλ. Τετάρτης και Παρασκευής)», ουαλ. dydd iau.
  • σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. četurĭtŭkŭ «τέταρτος» (με αφετηρία την Κυριακή, που είχε καθιερωθεί ως βασική ημέρα του εκκλησιαστικού συστήματος) > πολ. czwartek, ρωσ. četverg, σερβοκρ. četurtak.
  • Πλανητικό σύστημα
  • λατ. dies Jovis «ημέρα του Δία».
  • λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. jeudi, ισπ. jueves, ιταλ. giovedì, ρουμ. joui.
  • γερμανικές γλώσσες (στις οποίες ο Ζευς ταυτίστηκε με τον σκανδιναβικό θεό του κεραυνού, που ήταν γνωστός ως Thor ή Þor): παλ. σκανδ. þōrsdagr «ημέρα του κεραυνού» (> σουηδ. torsdag, δαν. torsdag), παλ. άνω γερμ. donarestag (> γερμ. Donnerstag, ολλ. dondersdag), παλ. αγγλ. þunersdæg (> αγγλ. Thursday).

Παρασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τις ονομασίες του εκκλησιαστικού και του πλανητικού συστήματος, παρατηρούμε ότι ορισμένες γλώσσες κατονομάζουν τη συγκεκριμένη ημέρα με βάση τις προγραμματισμένες νηστείες ή τη σχέση της με το Σάββατο ή την Κυριακή. Επειδή και η εν λόγω ονομασία αντανακλά θρησκευτική χρήση του ημερολογίου, οι γλώσσες που την εφαρμόζουν θα αναφερθούν στον υπότιτλο του εκκλησιαστικού συστήματος.

  • Εκκλησιαστικό σύστημα
  • ελνστ. προσάββατον, παρασκευή «προετοιμασία (για το Σάββατο)».
  • λατ. sexta feria «έκτη από εορτής».
  • λατινογενείς γλώσσες: πορτ. sexta feira.
  • κελτικές γλώσσες: παλ. ιρλ. ōin dīden «τελευταία νηστεία» (> ιρλ. aoine «νηστεία»), ουαλ. dydd gwener.
  • σλαβικές γλώσσες: παλ. σλαβ. pętŭkŭ «πέμπτος» (με αφετηρία την Κυριακή, που είχε καθιερωθεί ως βασική ημέρα του εκκλησιαστικού συστήματος) > πολ. piątek, ρωσ. pjatnica, σερβοκρ. petak, τσεχ. pátek.
  • γερμανικές γλώσσες: ισλ. föstudagur «ημέρα νηστείας».
  • Πλανητικό σύστημα
  • λατ. dies Veneris «ημέρα της Αφροδίτης».
  • λατινογενείς γλώσσες: γαλλ. vendredi, ιταλ. venerdì, ισπ. viernes, ρουμ. vineri.
  • γερμανικές γλώσσες (μετάφρ. του λατ. με αντικατάσταση της θεάς Αφροδίτης / Venus από την αντίστοιχη γερμ. θεά Freia / Freya, καθώς και τη σκανδ. θεά Frigg, σύζυγο του Odin): παλ. σκανδ. frjādagr (> σουηδ. fredag, δαν. fredag, ολλ. vrijdag), παλ. άνω γερμ. frī(j)atag (> γερμ. Freitag), παλ. αγγλ. frīgedæg (> αγγλ. Friday).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. C.D. Buck, 1949:1004-5. «Η επταήμερη εβδομάδα ήταν άγνωστη στην Ευρώπη προτού εισαχθεί από την Ανατολή. Ανεξάρτητα από την απώτερη καταγωγή και ερμηνεία της, η επταήμερη εβδομάδα είναι αδιαμφισβήτητα γνωστή ως αρχαίος ιουδαϊκός θεσμός. Συνεπώς, πρώτα η εβραϊκή εβδομάδα και κατόπιν η πλανητική εβδομάδα, με προσθήκη αστρολογικών αντιλήψεων, έγιναν γνωστές στους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Επεκτάθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη, ίσως σε κάποιον βαθμό πριν από τον Χριστιανισμό, αλλά κατ' εξοχήν και κυρίως σε συνδυασμό με τη διάδοση του Χριστιανισμού» (σ. 1004).
  2. Jacques Chailley, Histoire musicale du Moyen Age, Paris: PUF, 1984, σελ. 18-24

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Baumgartner E. & P. Ménard, 1996: Dictionnaire étymologique et historique de la langue française, Paris.
  • Benveniste É., 1969: Le vocabulaire des institutions indo-européennes, τόμ. 1-2, Paris.
  • Buck C.D., 1949: A dictionary of selected synonyms in the principal Indo-European languages (Chicago & London).
  • Chantraine P., 1999 (β΄ έκδ.): Dictionnaire étymologique de la langue grecque, Paris.
  • Colson F., 1901: «The week» ― Zeitschrift für deutsche Wortforschung 1, 150 κ.εξ.
  • Ernout A. & A. Meillet, 1959 (δ΄ έκδ.): Dictionnaire étymologique de la langue latine, Paris.
  • Falk H. & A. Torp, 1910-11: Norwegisch-dänisches etymologisches Wörterbuch, τόμ. 1-2, Heidelberg.
  • Frisk H., 1973 (β΄ έκδ.): Griechisches etymologisches Wörterbuch, Heidelberg.
  • Kluge F. & E. Seebold, 2002 (24η έκδ.): Etymologisches Wörterbuch der deutschen Sprache, Berlin.
  • Lampe G.W.H, 1961: A Patristic Greek Lexicon, Oxford.
  • Liddel – Scott – Jones – Mckenzie, 1996: A Greek-English Lexicon (with a revised supplement by Glare & Thompson), Oxford.
  • Melich J.: «Die Namen der Wochentage im Slavischen» ― Festschrift für V. Jagić, σελ. 212 κ. εξ.
  • Pfeiffer W. et al., 1993: Etymologisches Wörterbuch des Deutschen, Berlin.
  • Röhrich L., 1991-2: Das große Lexikon der sprichwörtlichen Redensarten. B. I-III, Wien.
  • Thurneysen R., 1946: A Grammar of Old Irish, Dublin.
  • Trautmann R., 1910: Die altpreußischen Sprachdenkmäler, Göttingen.
  • Webster’s (Mish F. ed.), 1989: Webster’s word histories, Springfield, Mass.