Δρόμος του κεχριμπαριού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο δρόμος του κεχιμπαριού (ανατολική διαδρομή), όπως εικάζεται από τον Πολωνό ιστορικό Γέζι Βιελοβιέισκι, στο Główny szlak bursztynowy w czasach Cesarstwa Rzymskiego (Κύρια διαδρομή του Δρόμου του Κεχριμπαριού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας), 1980
Η διαδρομή από τη Βαλτική Θάλασσα.

Ο δρόμος του κεχριμπαριού ήταν μια αρχαία εμπορική οδός για τη μεταφορά κεχριμπαριού από τις παράκτιες περιοχές της Σικελίας και αργότερα από τη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική Θάλασσα στη Μεσόγειο Θάλασσα.[1] Τα προϊστορικά εμπορικά δρομολόγια μεταξύ Βόρειας και Νότιας Ευρώπης καθορίστηκαν από το εμπόριο κεχριμπαριού.

Ως σημαντικό εμπόρευμα, που μερικές φορές ονομάστηκε «χρυσός του Βορρά», το κεχριμπάρι μεταφέρθηκε από τις ακτές της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής Θάλασσας μέσω των ποταμών Βιστούλα και Δνείπερου στην Ιταλία, την Ελλάδα, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Συρία και την Αίγυπτο, για μια περίοδο χιλιάδων ετών.

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παλαιότερο εμπόριο κεχριμπαριού ξεκίνησε από τη Σικελία. Το εμπόριο κεχριμπαριού της Σικελίας κατευθύνθηκε στην Ελλάδα, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία. Το κεχριμπάρι της Σικελίας ανακαλύφθηκε επίσης στις Μυκήνες από τον αρχαιολόγο Ερρίκο Σλήμαν. Αυτό το κεχριμπάρι εμφανίστηκε επίσης σε τοποθεσίες στη νότια Ισπανία και την Πορτογαλία και η διανομή του είναι παρόμοια με εκείνη του ελεφαντόδοντου, οπότε είναι πιθανό ότι το κεχριμπάρι από τη Σικελία έφτασε στην Ιβηρική χερσόνησο μέσω επαφών με τη Βόρεια Αφρική (Πανεπιστήμιο της Γρανάδας υπό τη διεύθυνση του Μερθέντες Μπουρίγιο-Μπαρόσο). Μετά από ελάττωση της κατανάλωσης και του εμπορίου κεχριμπαριού στις αρχές της Εποχής του Χαλκού, περίπου το 2.000 π.Χ., η επιρροή του κεχριμπαριού της Βαλτικής πήρε σταδιακά τη θέση της Σικελίας σε όλη την Ιβηρική χερσόνησο, ξεκινώντας από το 1000 π.Χ.. Τα νέα στοιχεία προέρχονται από διάφορες αρχαιολογικές και γεωλογικές τοποθεσίες στην Ιβηρική χερσόνησο.

Τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα π.Χ., το κεχριμπάρι μεταφέρθηκε από τη Βόρεια Ευρώπη στην περιοχή της Μεσογείου.[2][3] Το διακοσμητικό στο στήθος του Αιγύπτιου Φαραώ Τουταγχαμών (περίπου 1333-1324 π.Χ.) περιέχει μεγάλες χάντρες από κεχριμπάρι της Βαλτικής.[4][5][6] Ο Χάινριχ Σλήμαν βρήκε κεχριμπάρι από τη Σικελία στις Μυκήνες, όπως φαίνεται από τη φασματοσκοπική έρευνα.[7] Η ποσότητα κεχριμπαριού στον Βασιλικό Τάφο της Κάτνα της Συρίας, είναι απαράμιλλη για γνωστές τοποθεσίες της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. στο Λεβάντε και την Αρχαία Εγγύς Ανατολή.[8] Το κεχριμπάρι στάλθηκε από τη Βόρεια Θάλασσα στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς ως προσφορά. Από τη Μαύρη Θάλασσα, το εμπόριο θα μπορούσε να συνεχιστεί στην Ασία κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού, μιας άλλης αρχαίας εμπορικής οδού.

Στα ρωμαϊκά χρόνια, μια κύρια διαδρομή υπήρχε νότια από τις ακτές της Βαλτικής (σύγχρονη Λιθουανία), ολόκληρο το μήκος Βορρά-Νότου της σύγχρονης Πολωνίας (πιθανότατα μέσω του οικισμού Μπισκούπιν της Εποχής του Σιδήρου), μέσω της γης των Βόιων (σύγχρονη Τσεχία και Σλοβακία) στην κορυφή της Αδριατικής Θάλασσας (Ακυληία από τον σύγχρονο κόλπο της Βενετίας). Μαζί με το κεχριμπάρι, άλλα προϊόντα, όπως η γούνα και το δέρμα των ζώων, το μέλι και το κερί, εξάγονταν στη Ρώμη με αντάλλαγμα ρωμαϊκό γυαλί, ορείχαλκο, χρυσό και έγχρωμα μέταλλα, όπως κασσίτερος και χαλκός, στην πρώιμη περιοχή της Βαλτικής.[9] Καθώς αυτός ο δρόμος ήταν μια προσοδοφόρα εμπορική οδός που συνέδεε τη Βαλτική με τη Μεσόγειο, κατασκευάστηκαν ρωμαϊκές στρατιωτικές οχυρώσεις κατά μήκος της διαδρομής για την προστασία των εμπόρων από γερμανικές επιδρομές.[10]

Οι παλαιές πρωσικές πόλεις Κάουπ και Τρούσο στη Βαλτική ήταν τα σημεία εκκίνησης της διαδρομής προς το νότο.[11][12] Στη Σκανδιναβία, ο δρόμος του κεχριμπαριού πιθανότατα ανέδυσε τον ακμάζων πολιτισμό της σκανδιναβικής εποχής του Χαλκού, φέρνοντας επιρροές από τη Μεσόγειο Θάλασσα στις βορειότερες χώρες της Ευρώπης.[13]

Το Όμπλαστ του Καλίνινγκραντ αναφέρεται περιστασιακά στα ρωσικά ως Янтарный край , που σημαίνει «περιοχή κεχριμπαριού».[14]

Γνωστοί δρόμοι του κεχριμπαριού ανά χώρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποθέματα κεχριμπαριού στην Ευρώπη

Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κοντινότερος (και πιθανώς παλαιότερος) δρόμος απόφευγε τις αλπικές περιοχές και οδηγούσε από τις ακτές της Βαλτικής (σήμερα Λιθουανία και Πολωνία), μέσω των Μπισκούπιν, Μίλιτς, Βρότσουαφ, της Κοιλάδας Κουόντζκο (λιγότερο συχνά μέσω της Πύλης της Μοραβίας), διέσχισε τον Δούναβη κοντά στο Καρνούς στην Επαρχία Νωρικόν, πήγαινε νοτιοδυτικά δίπλα από τις Πτούι, Τσέλιε, Ήμονα και Ναύπορτον και έφτανε στις Πάντοβα και Ακυληία στην ακτή της Αδριατικής. Μία από τις παλαιότερες κατευθύνσεις του τελευταίου σταδίου του δρόμου του κεχριμπαριού στα νότια του Δούναβη, που αναφέρετε στον μύθο για τους Αργοναύτες, χρησιμοποίησε τους ποταμούς Σάβος και Κούπα, καταλήγοντας σε έναν σύντομο ηπειρωτικό δρόμο από το Ναύπορτον προς την Tarsatica (Τσατ, Ριέκα) στην ακτή της Αδριατικής.

Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δρόμοι του κεχριμπαριού στη Γερμανία

Αρκετοί δρόμοι συνέδεαν τη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική Θάλασσα, ιδίως την πόλη του Αμβούργου με το Πέρασμα Μπρένερ, προχωρώντας νότια προς το Μπρίντιζι (στη σημερινή Ιταλία) και την Αμβρακία (σημερινή Ελλάδα).

Ελβετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελβετική περιοχή δείχνει έναν αριθμό αλπικών δρόμων, που συγκεντρώνονται γύρω από την πρωτεύουσα Βέρνη και πιθανότατα προέρχονται από τα σύνορα του ποταμού Ροδανού και του Ρήνου.

Ολλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα μικρό τμήμα, συμπεριλαμβανομένων των Μπάαρν, Μπάρνεφελτ, Άμερσφοορτ και Αμερόνχεν, συνέδεαν τη Βόρεια Θάλασσα με τον Κάτω Ρήνο.

Βέλγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα μικρό τμήμα οδηγούσε νότια από την Αμβέρσα και την Μπρυζ στις πόλεις Μπρεν-λ΄Αλό και Μπρεν-λε-Κομτ, όπου αρχικά οι δύο τους ονομάστηκαν «Μπρένια-Μπρένα».[15] Η διαδρομή συνεχίστηκε ακολουθώντας τον ποταμό Μεύση προς τη Βέρνη στην Ελβετία.

Νότια Γαλλία και Ισπανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαδρομές που συνδέονταν με τοποθεσίες εύρεσης κεχριμπαριού στο Αμπάρ (κοντά στο Μπορντώ), οδηγούν στο Μπεάρν και στα Πυρηναία. Διαδρομές που συνδέουν τις τοποθεσίες εύρεσης κεχριμπαριού στη βόρεια Ισπανία και στα Πυρηναία ήταν μια εμπορική διαδρομή προς τη Μεσόγειο Θάλασσα.

Σύγχρονη χρήση του «δρόμου του κεχριμπαριού»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχει μια τουριστική διαδρομή που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής της Βαλτικής από το Καλίνινγκραντ έως τη Λετονία, που ονομάζεται "Amber Road".

Οι τοποθεσίες του «δρόμου του κεχριμπαριού» είναι:

Στην Πολωνία, ο αυτοκινητόδρομος βορρά-νότου Α1 ονομάζεται επίσημα Αυτοκινητόδρομος Κεχριμπαριού.[16]

Η Διαδρομή Κεχριμπαριού EV9 είναι μια διαδρομή ποδηλασίας μεγάλων αποστάσεων μεταξύ του Γκντανσκ της Πολωνίαςς και της Πούλα της Κροατίας, που ακολουθεί την πορεία του δρόμου του κεχριμπαριού.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Graciela Gestoso Singer, "Amber in the Ancient Near East", i-Medjat No. 2 (Δεκέμβριος 2008). Papyrus Electronique des Ankou.
  2. Χ. M. ντε Ναβάρο, "Prehistoric Routes between Northern Europe and Italy Defined by the Amber Trade", The Geographical Journal, Vol. 66, No. 6 (Δεκέμβριος 1925), σελ. 481–503.
  3. Άντονι Φ. Χάρντινγκ, "Reformation and Barbarism in Europe, 1300–600 BC", στου Μπάρι Γ. Κάνλιφ, εκδ., Oxford Illustrated History of Prehistoric Europe, Οξφόρδη, Oxford U. Press, 2001.
  4. Ριβς, Κ.N. The Complete Tutankhamun: the king, the tomb, the Royal Treasure. Λονδίνο, Thames & Hudson, 1990.
  5. Σέρπικο, M. και Γουάιτ, Ρ. "Resins, amber and bitumen". στο Π.T. Νίκολσον – I. Σο (εκδ.). Ancient Egyptian Materials and Technology. Κέιμπριτζ, Cambridge University Press, 2000, Part. II, Chapter 18, 430–75: 451-54). Cited, Gestoso Singer.
  6. Χουντ, Σ., "Amber in Egypt", στο Κ. Γ. Μπεκ & Γ. Μπούζεκ (εδκ.) Amber in Archaeology (Proceedings of the Second International Conference on Amber in Archaeology, Λιμπλίτσε 1990, Ινστιτούτο Αρχαιολογίας): 230-35. Πράγα: Τσεχική Ακαδημία Επιστημών.
  7. Καρτ Γ. Μπεκ, Γκρέτσεν Κ. Σάουθαρντ, Όντρεϊ Μ. Άνταμς, "Analysis and Provenience of Minoan and Mycenaean Amber, IV. Mycenae", σελ. 359–85.
  8. Άννα Γ. Μουχερτζί, et al., "The Qatna lion: scientific confirmation of Baltic amber in late Bronze Age Syria" Antiquity 82 (2008), σελ. 49–59.
  9. Γιοβάισα, E. (2001). The Balts and amber. Acta Academiae artium Vilnensis. Dailė, 22, 149-156. https://etalpykla.lituanistikadb.lt/object/LT-LDB-0001:J.04~2001~1367162393242/J.04~2001~1367162393242.pdf
  10. Σάχινγκερ, Ο. (2020). The coin finds from the survey and the excavation in Strebersdorf (Μπούργκενλαντ, Αυστρία) on the Amber Road (2008–2017). Vjesnik Arheološkog muzeja u Zagrebu, 53(1), 123-159. https://hrcak.srce.hr/file/357168
  11. Latitude.to. «GPS coordinates of Truso, Poland. Latitude: 54.2667 Longitude: 19.2636». Latitude.to, maps, geolocated articles, latitude longitude coordinate conversion. (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2020. 
  12. Γκουίν Τζόουνς. A History of the Vikings. Oxford University Press, 2001. (ISBN 0-19-280134-1). σελ. 167.
  13. «Connected Histories: the Dynamics of Bronze AgeInteraction and Trade 1500–1100BC». Pg 9/24 
  14. Μπίλοκ, Τζένιφερ. «Follow the Ancient Amber Road». Smithsonian Magazine (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2020. 
  15. Νόρθρουπ, Σίνθια (2015). Encyclopedia of World Trade: From Ancient Times to the Present. 1. Routledge. σελ. 30. 
  16. «Autostrada Bursztynowa A1» (στα Πολωνικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Σεπτεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2015. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]