Μετάβαση στο περιεχόμενο

Φανάρι Καρδίτσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Φανάρι (αποσαφήνιση).

Συντεταγμένες: 39°24′55.51″N 21°47′59.96″E / 39.4154194°N 21.7999889°E / 39.4154194; 21.7999889

Φανάρι
Το Φανάρι και το κάστρο
Φανάρι is located in Greece
Φανάρι
Φανάρι
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
Αποκεντρωμένη ΔιοίκησηΘεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας
ΠεριφέρειαΘεσσαλίας
Περιφερειακή ΕνότηταΚαρδίτσας
ΔήμοςΜουζακίου
Δημοτική ΕνότηταΙθώμης
Γεωγραφία
Γεωγραφικό διαμέρισμαΘεσσαλία
ΝομόςΚαρδίτσας
Υψόμετρο270 μέτρα
Πληθυσμός
Μόνιμος391
Έτος απογραφής2021
Πληροφορίες
Ταχ. κώδικας431 50
Τηλ. κωδικός2441
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Φανάρι είναι χωριό του Δήμου Μουζακίου, της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας (πρώην νομού έως την 31η Δεκεμβρίου 2010), στη Θεσσαλία. Σύμφωνα με την Απογραφή του 2021, έχει πληθυσμό 391 κατοίκους.

Βρίσκεται στο ανατολικό μέρος των Αγράφων σε υψόμετρο περίπου 350 μέτρων επί της λοφοσειράς, η οποία αποσπάται από την οροσειρά της Πίνδου και καταλήγει σαν χερσόνησος μέσα στη θεσσαλική πεδιάδα. Ο οικισμός έχει κτιστεί γύρω από το λόφο, στην κορυφή του οποίου δεσπόζει το Βυζαντινό Κάστρο.

Το όνομα Φανάρι αναφέρεται για πρώτη φορά σε διάφορα έγγραφα από τον 14ο αιώνα και προήλθε πιθανόν από τη λέξη φαίνομαι, επειδή από τη θέση του στην κορυφή του λόφου φαίνεται όποιο σημείο του Θεσσαλικού Κάμπου επιθυμεί να δει κάποιος.

Το κάστρο του Φαναρίου

Η ιστορία του Φαναρίου ανάγεται στην αρχαιότητα. Στην Ιλιάδα του Ομήρου αναφέρεται η Κλωμακόεσσα Ιθώμη, της οποίας οι κάτοικοι συμμετείχαν στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας, μαζί με τους κατοίκους της Τρίκκης και της Οιχαλίας, υπό τους γιους του Ασκληπιού, Μαχάονα και Ποδαλείριο. Στην ευρύτερη περιοχή έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα αρχαίων ναών και μαρμάρινων κιόνων.

Το Φανάρι αναφέρεται για πρώτη φορά το 1304, όταν καταλήφθηκε προσωρινά από τις δυνάμεις της αντιβασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Άννας Παλαιολογίνας Καντακουζηνής.[1] Στη συνέχεια πέρασε υπό τον έλεγχο του Θεσσαλού άρχοντα Στεφάνου Γαβριηλόπουλου και, μετά τον θάνατό του το 1333, στον ηγεμόνα της Ηπείρου Ιωάννη Β΄ Ορσίνι, ο οποίος οχύρωσε τη θέση.[1]

Κατά τον 14ο αιώνα αναφέρονται στις πηγές οι άρχοντες του Φαναρίου. Το 1342 ο Μιχαήλ Γαβριηλόπουλος επιβεβαίωσε τα δικαιώματά τους στην περιοχή και την κατοχή των μοναστηριών της Λυκουσάδας και της Πόρτα Παναγίας, ενώ το 1382 οι άρχοντες του Φαναρίου αναφέρονται σε τοπική εκκλησιαστική σύνοδο.[1] Επισκοπική έδρα στο Φανάρι μαρτυρείται από την ίδια περίοδο, αρχικά σε συνδυασμό με την Κάππουα, το σημερινό Καππά.[1]

Το 1444, κατά την επέκταση του Δεσποτάτου του Μορέως στην κεντρική Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, τότε Δεσπότης του Μορέως, εγκατέστησε κυβερνήτη στο Φανάρι.[1]

Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, το Φανάρι αποτέλεσε οχυρωμένο οικισμό και έδρα οθωμανικής φρουράς. Σε αντίθεση με άλλους οικισμούς των Αγράφων, εγκαταστάθηκαν σε αυτό και μουσουλμανικές οικογένειες. Παράλληλα, διατήρησε την εκκλησιαστική του σημασία ως έδρα επισκοπής, η οποία αργότερα αναδείχθηκε σε αρχιεπισκοπή.[1]

Στις αρχές του 17ου αιώνα, το Φανάρι συνδέθηκε με το επαναστατικό κίνημα του επισκόπου Τρίκκης και Λαρίσης Διονυσίου του Φιλοσόφου. Ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ συνελήφθη και εκτελέστηκε το 1601.

Στις 18 Αυγούστου 1881 το Φανάρι πέρασε στον έλεγχο του ελληνικού στρατού, στο πλαίσιο της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος. Στην περιοχή επιχειρούσε ελληνική στρατιωτική δύναμη υπό τον υποστράτηγο Σπυρίδωνα Καραϊσκάκη.

Το 1881 ιδρύθηκε στο Φανάρι δημοτικό σχολείο αρρένων και το 1882 σχολείο θηλέων (παρθεναγωγείο). Το 1929 λειτούργησε εξατάξιο μικτό δημοτικό σχολείο.

Τα σπίτια είναι πετρόκτιστα κυρίως ισόγεια και μονώροφα. Τα παλαιά είναι κτισμένα με πέτρα και λάσπη ως συνδετικό, με ξύλινο μπαλκόνι στο εμπρόσθιο μέρος. Κτίσθηκαν κυρίως με ομαδική εργασία και το κάτω μέρος του σπιτιού το χρησιμοποιούσαν ως κατώι για το σταυλισμό των ζώων.

Το εσωτερικό του κάστρου

Το Κάστρο Φαναρίου είναι μεσαιωνική οχύρωση που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου του Φαναρίου. Αποδίδεται στον Δεσπότη της Ηπείρου Ιωάννη Β΄ Ορσίνι και χρονολογείται στον 14ο αιώνα, σε περίοδο κατά την οποία η δυτική Θεσσαλία αποτέλεσε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τοπικών αρχόντων. Στη θέση του κάστρου ενδέχεται να προϋπήρχε παλαιότερη οχύρωση.

Η οχύρωση καταλαμβάνει έκταση περίπου 2,6 στρεμμάτων και έχει ακανόνιστη πολυγωνική κάτοψη, προσαρμοσμένη στο φυσικό ανάγλυφο. Τα τείχη έχουν πάχος περίπου δύο μέτρων και ενισχύονται από έξι προεξέχοντες πύργους. Η διάμετρος της οχυρωμένης θέσης είναι περίπου 100 μέτρα.

Στο εσωτερικό σώζονται κατάλοιπα δύο δεξαμενών, τεμένους που κατασκευάστηκε πάνω σε προγενέστερο κτίσμα με λουτρό, καμαροσκεπούς πυριτιδαποθήκης και δίχωρου κτιρίου που συνδεόταν με τη λειτουργία της φρουράς. Το κάστρο διέθετε δύο εισόδους, με την κύρια στη νότια πλευρά. Σώζεται επίσης δεξαμενή συλλογής βρόχινου νερού.

Ακολουθεί η πορεία του πληθυσμού σύμφωνα με τις απογραφές:

Απογραφή 1881 1889 1896 1907 1920 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011 2021
Πληθυσμός 1.704[2] 2.032[3] 1.837[4] 1.962[5] 2.307[6] 2.420[7] 2.219[7] 1.928[7] 1.753[7] 1.310[7] 1.033[7] 871[7] 722 433 391
Ιερός ναός Αγίου Σεραφείμ
Ναός του Αγίου Σεραφείμ

Ο Σεραφείμ Φαναρίου διετέλεσε επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου από το 1592 έως το 1601. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, γεννήθηκε στην Πεζούλα Καρδίτσας περίπου το 1550 και μορφώθηκε στα Βραγγιανά. Το 1580 έγινε μοναχός στη Μονή Κορώνης, όπου αργότερα διετέλεσε ηγούμενος, και το 1592 εξελέγη επίσκοπος Φαναρίου.

Το 1601 συνελήφθη από τις οθωμανικές αρχές και κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο επαναστατικό κίνημα του μητροπολίτη Τρίκκης και Λαρίσης Διονυσίου του Φιλοσόφου στη Θεσσαλία. Σύμφωνα με την παράδοση, βασανίστηκε και εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό στις 4 Δεκεμβρίου 1601.[8]

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον τιμά ως άγιο και η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου. Η κάρα του φυλάσσεται στη Μονή Κορώνης και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, μεταφέρεται στο Φανάρι την τελευταία Κυριακή του Σεπτεμβρίου, όπου πραγματοποιούνται θρησκευτικές εκδηλώσεις προς τιμήν του.

  1. 1 2 3 4 5 6 Koder & Hild 1976, σελ. 237.
  2. ↑ Ελληνική απογραφή Θεσσαλίας-Άρτας 1881, σελ. 34
  3. ↑ Ελληνική απογραφή 1889, σελ. 156
  4. ↑ Ελληνική απογραφή 1896, σελ. 164
  5. ↑ Ελληνική απογραφή 1907, σελ. 425
  6. ↑ Ελληνική απογραφή 1920, σελ. 28' Πίνακας ιβ΄
  7. 1 2 3 4 5 6 7 Μιχαήλ Σταματελάτος - Φωτεινή Βάμβα-Σταματελάτου, Επίτομο Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, Ερμής, Αθήνα 2001, σελ. 774.
  8. ↑ Κονταλή, Αθηνά (2011). Η συμμετοχή του Ελληνορθόδοξου κλήρου στα επαναστατικά κινήματα της Τουρκοκρατίας: 1453-1821. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Σχολή Θεολογίας. Τμήμα Θεολογίας. Τομέας Ιστορικός. σελίδες 122–124.
  • (Γερμανικά) Koder, Johannes· Hild, Friedrich (1976). Tabula Imperii Byzantini, Band 1: Hellas und Thessalia. Vienna: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften. ISBN 3-7001-0182-1. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]