Φανάρι Καρδίτσας
Συντεταγμένες: 39°24′55.51″N 21°47′59.96″E / 39.4154194°N 21.7999889°E
| Φανάρι | |
|---|---|
| Διοίκηση | |
| Χώρα | Ελλάδα |
| Αποκεντρωμένη Διοίκηση | Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας |
| Περιφέρεια | Θεσσαλίας |
| Περιφερειακή Ενότητα | Καρδίτσας |
| Δήμος | Μουζακίου |
| Δημοτική Ενότητα | Ιθώμης |
| Γεωγραφία | |
| Γεωγραφικό διαμέρισμα | Θεσσαλία |
| Νομός | Καρδίτσας |
| Υψόμετρο | 270 μέτρα |
| Πληθυσμός | |
| Μόνιμος | 391 |
| Έτος απογραφής | 2021 |
| Πληροφορίες | |
| Ταχ. κώδικας | 431 50 |
| Τηλ. κωδικός | 2441 |
Το Φανάρι είναι χωριό του Δήμου Μουζακίου, της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας (πρώην νομού έως την 31η Δεκεμβρίου 2010), στη Θεσσαλία. Σύμφωνα με την Απογραφή του 2021, έχει πληθυσμό 391 κατοίκους.
Γεωγραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βρίσκεται στο ανατολικό μέρος των Αγράφων σε υψόμετρο περίπου 350 μέτρων επί της λοφοσειράς, η οποία αποσπάται από την οροσειρά της Πίνδου και καταλήγει σαν χερσόνησος μέσα στη θεσσαλική πεδιάδα. Ο οικισμός έχει κτιστεί γύρω από το λόφο, στην κορυφή του οποίου δεσπόζει το Βυζαντινό Κάστρο.
Ονομασία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το όνομα Φανάρι αναφέρεται για πρώτη φορά σε διάφορα έγγραφα από τον 14ο αιώνα και προήλθε πιθανόν από τη λέξη φαίνομαι, επειδή από τη θέση του στην κορυφή του λόφου φαίνεται όποιο σημείο του Θεσσαλικού Κάμπου επιθυμεί να δει κάποιος.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η ιστορία του Φαναρίου ανάγεται στην αρχαιότητα. Στην Ιλιάδα του Ομήρου αναφέρεται η Κλωμακόεσσα Ιθώμη, της οποίας οι κάτοικοι συμμετείχαν στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας, μαζί με τους κατοίκους της Τρίκκης και της Οιχαλίας, υπό τους γιους του Ασκληπιού, Μαχάονα και Ποδαλείριο. Στην ευρύτερη περιοχή έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα αρχαίων ναών και μαρμάρινων κιόνων.
Το Φανάρι αναφέρεται για πρώτη φορά το 1304, όταν καταλήφθηκε προσωρινά από τις δυνάμεις της αντιβασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Άννας Παλαιολογίνας Καντακουζηνής.[1] Στη συνέχεια πέρασε υπό τον έλεγχο του Θεσσαλού άρχοντα Στεφάνου Γαβριηλόπουλου και, μετά τον θάνατό του το 1333, στον ηγεμόνα της Ηπείρου Ιωάννη Β΄ Ορσίνι, ο οποίος οχύρωσε τη θέση.[1]
Κατά τον 14ο αιώνα αναφέρονται στις πηγές οι άρχοντες του Φαναρίου. Το 1342 ο Μιχαήλ Γαβριηλόπουλος επιβεβαίωσε τα δικαιώματά τους στην περιοχή και την κατοχή των μοναστηριών της Λυκουσάδας και της Πόρτα Παναγίας, ενώ το 1382 οι άρχοντες του Φαναρίου αναφέρονται σε τοπική εκκλησιαστική σύνοδο.[1] Επισκοπική έδρα στο Φανάρι μαρτυρείται από την ίδια περίοδο, αρχικά σε συνδυασμό με την Κάππουα, το σημερινό Καππά.[1]
Το 1444, κατά την επέκταση του Δεσποτάτου του Μορέως στην κεντρική Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, τότε Δεσπότης του Μορέως, εγκατέστησε κυβερνήτη στο Φανάρι.[1]
Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, το Φανάρι αποτέλεσε οχυρωμένο οικισμό και έδρα οθωμανικής φρουράς. Σε αντίθεση με άλλους οικισμούς των Αγράφων, εγκαταστάθηκαν σε αυτό και μουσουλμανικές οικογένειες. Παράλληλα, διατήρησε την εκκλησιαστική του σημασία ως έδρα επισκοπής, η οποία αργότερα αναδείχθηκε σε αρχιεπισκοπή.[1]
Στις αρχές του 17ου αιώνα, το Φανάρι συνδέθηκε με το επαναστατικό κίνημα του επισκόπου Τρίκκης και Λαρίσης Διονυσίου του Φιλοσόφου. Ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ συνελήφθη και εκτελέστηκε το 1601.
Στις 18 Αυγούστου 1881 το Φανάρι πέρασε στον έλεγχο του ελληνικού στρατού, στο πλαίσιο της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος. Στην περιοχή επιχειρούσε ελληνική στρατιωτική δύναμη υπό τον υποστράτηγο Σπυρίδωνα Καραϊσκάκη.
Το 1881 ιδρύθηκε στο Φανάρι δημοτικό σχολείο αρρένων και το 1882 σχολείο θηλέων (παρθεναγωγείο). Το 1929 λειτούργησε εξατάξιο μικτό δημοτικό σχολείο.
Αρχιτεκτονική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τα σπίτια είναι πετρόκτιστα κυρίως ισόγεια και μονώροφα. Τα παλαιά είναι κτισμένα με πέτρα και λάσπη ως συνδετικό, με ξύλινο μπαλκόνι στο εμπρόσθιο μέρος. Κτίσθηκαν κυρίως με ομαδική εργασία και το κάτω μέρος του σπιτιού το χρησιμοποιούσαν ως κατώι για το σταυλισμό των ζώων.
Κάστρο Φαναρίου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το Κάστρο Φαναρίου είναι μεσαιωνική οχύρωση που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου του Φαναρίου. Αποδίδεται στον Δεσπότη της Ηπείρου Ιωάννη Β΄ Ορσίνι και χρονολογείται στον 14ο αιώνα, σε περίοδο κατά την οποία η δυτική Θεσσαλία αποτέλεσε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τοπικών αρχόντων. Στη θέση του κάστρου ενδέχεται να προϋπήρχε παλαιότερη οχύρωση.
Η οχύρωση καταλαμβάνει έκταση περίπου 2,6 στρεμμάτων και έχει ακανόνιστη πολυγωνική κάτοψη, προσαρμοσμένη στο φυσικό ανάγλυφο. Τα τείχη έχουν πάχος περίπου δύο μέτρων και ενισχύονται από έξι προεξέχοντες πύργους. Η διάμετρος της οχυρωμένης θέσης είναι περίπου 100 μέτρα.
Στο εσωτερικό σώζονται κατάλοιπα δύο δεξαμενών, τεμένους που κατασκευάστηκε πάνω σε προγενέστερο κτίσμα με λουτρό, καμαροσκεπούς πυριτιδαποθήκης και δίχωρου κτιρίου που συνδεόταν με τη λειτουργία της φρουράς. Το κάστρο διέθετε δύο εισόδους, με την κύρια στη νότια πλευρά. Σώζεται επίσης δεξαμενή συλλογής βρόχινου νερού.
Πληθυσμός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ακολουθεί η πορεία του πληθυσμού σύμφωνα με τις απογραφές:
| Απογραφή | 1881 | 1889 | 1896 | 1907 | 1920 | 1928 | 1940 | 1951 | 1961 | 1971 | 1981 | 1991 | 2001 | 2011 | 2021 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Πληθυσμός | 1.704[2] | 2.032[3] | 1.837[4] | 1.962[5] | 2.307[6] | 2.420[7] | 2.219[7] | 1.928[7] | 1.753[7] | 1.310[7] | 1.033[7] | 871[7] | 722 | 433 | 391 |
Άγιος Σεραφείμ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Σεραφείμ Φαναρίου διετέλεσε επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου από το 1592 έως το 1601. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, γεννήθηκε στην Πεζούλα Καρδίτσας περίπου το 1550 και μορφώθηκε στα Βραγγιανά. Το 1580 έγινε μοναχός στη Μονή Κορώνης, όπου αργότερα διετέλεσε ηγούμενος, και το 1592 εξελέγη επίσκοπος Φαναρίου.
Το 1601 συνελήφθη από τις οθωμανικές αρχές και κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο επαναστατικό κίνημα του μητροπολίτη Τρίκκης και Λαρίσης Διονυσίου του Φιλοσόφου στη Θεσσαλία. Σύμφωνα με την παράδοση, βασανίστηκε και εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό στις 4 Δεκεμβρίου 1601.[8]
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον τιμά ως άγιο και η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου. Η κάρα του φυλάσσεται στη Μονή Κορώνης και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, μεταφέρεται στο Φανάρι την τελευταία Κυριακή του Σεπτεμβρίου, όπου πραγματοποιούνται θρησκευτικές εκδηλώσεις προς τιμήν του.
Πρόσωπα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Λάμπρος Κατσαρός (1877-?), βουλευτής
- Λάμπρος Βαμπούλης (1888-1967), Εκπαιδευτικός και βουλευτής της ΕΠΕΚ
- Μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων Σεραφείμ (1932-2017), ιεράρχης
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 4 5 6 Koder & Hild 1976, σελ. 237.
- ↑ Ελληνική απογραφή Θεσσαλίας-Άρτας 1881, σελ. 34
- ↑ Ελληνική απογραφή 1889, σελ. 156
- ↑ Ελληνική απογραφή 1896, σελ. 164
- ↑ Ελληνική απογραφή 1907, σελ. 425
- ↑ Ελληνική απογραφή 1920, σελ. 28' Πίνακας ιβ΄
- 1 2 3 4 5 6 7 Μιχαήλ Σταματελάτος - Φωτεινή Βάμβα-Σταματελάτου, Επίτομο Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, Ερμής, Αθήνα 2001, σελ. 774.
- ↑ Κονταλή, Αθηνά (2011). Η συμμετοχή του Ελληνορθόδοξου κλήρου στα επαναστατικά κινήματα της Τουρκοκρατίας: 1453-1821. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Σχολή Θεολογίας. Τμήμα Θεολογίας. Τομέας Ιστορικός. σελίδες 122–124.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- (Γερμανικά) Koder, Johannes· Hild, Friedrich (1976). Tabula Imperii Byzantini, Band 1: Hellas und Thessalia. Vienna: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften. ISBN 3-7001-0182-1.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Φανάρι Καρδίτσας στο Wikimedia Commons
