Φανάρι Καρδίτσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φανάρι Καρδίτσας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Θεσσαλίας
Δήμος Μουζακίου
Γεωγραφία και στατιστική
Νομός Καρδίτσας
Πληθυσμός 433

Το Φανάρι είναι χωριό του δήμου Μουζακίου, της περιφερειακής ενότητας (πρώην νομού) Καρδίτσας, Θεσσαλία. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 433 κατοίκους. Βρίσκεται στο ανατολικό μέρος των Αγράφων του νομού Καρδίτσας ,σε υψόμετρο περίπου 350 μ/ στη λοφοσειρά που αποσπάται από την οροσειρά της Πίνδου και καταλήγει σαν χερσόνησος μέσα στη Θεσσαλική πεδιάδα. Είναι κτισμένο γύρω από το λόφο, όπου στην κορυφή δεσπόζει το Βυζαντινό Κάστρο.

Είναι κτισμένο στη θέση που άλλοτε υπήρχε η Αρχαία Ιθώμη, που ο Όμηρος αναφέρει ως Κλωμακόεσσα (Ομήρου Ιλιάδα Β΄729-733). Το όνομα Φανάρι αναφέρεται για πρώτη φορά σε διάφορα έγγραφα από το 1200 μ.χ και προήλθε πιθανόν από τη λέξη φαίνομαι, επειδή από τη θέση του στην κορυφή του λόφου φαίνεται όποιο σημείο του θεσσαλικού κάμπου επιθυμεί να δει κάποιος.

Τα σπίτια είναι πετρόκτιστα κυρίως ισόγεια και μονώροφα.Τα παλαιά είναι κτισμένα με πέτρα και λάσπη ως συνδετικό ,με ξύλινο μπαλκόνι στο εμπρόσθιο μέρος.Κτίσθηκαν κυρίως με ομαδική εργασία και το κάτω μέρος του σπιτιού το χρησιμοποιούσαν ως κατώι για το σταυλισμό των ζώων.

Ιστορία του Φαναρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει μακραίωνα ιστορία που ξεκινάει από τα προομηρικά χρόνια μέχρι και σήμερα. Στην Ιλιάδα του Ομήρου αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Κλωμακόεσσας Ιθώμης, έλαβαν μέρος στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά τις Τροίας, μαζί με τους κατοίκους της Τρίκκης και της Οιχαλίας, με αρχηγούς τα παιδιά του Ασκληπιού, γιατρούς Μαχάονα και Ποδαλείριο. Στην περιοχή βρέθηκαν ερείπια αρχαίων ναών και μαρμάρινες αυλακωτές κολώνες. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας στο Φανάρι, κατ΄ εξαίρεση από τα άλλα χωριά των Αγράφων, κατοικούσαν και τούρκικες οικογένειες και λόγω του φρουρίου του και του τούρκικου στρατού που έδρευε εκεί, αποτελούσε το ορμητήριο των Τούρκων κατά των γύρω περιοχών.

Στην Τουρκοκρατία και τα διάφορα κινήματα συμμετείχαν Φαναριώτες, όπως ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ, άγιος και προστάτης του χωρίου, ο οποίος μαρτύρησε το 1601 καθώς συμμετείχε στο κίνημα του επισκόπου Τρίκκης και Λαρίσης Διονύσιου κατά των Τούρκων. Την περίοδο της κατοχής πολλοί κάτοικοι των γύρω περιοχών , ήρθαν και διέμειναν στο Φανάρι, μιας και υπήρχε επάρκεια τροφίμων και μπορούσαν να επιβιώσουν από την πείνα.

Επίσης, το Φανάρι ήταν έδρα επισκοπική για αυτό και υπήρχε Μητροπολιτικό Μέγαρο, που ήταν κατοικία του εκάστοτε επισκόπου και φιλοξενούσε επισκέπτες όπως ο Σπυρίδων Καραϊσκάκης και ο βασιλεύς Γεώργιος Α΄ της Ελλάδας.

18 Αυγούστου του 1881 είναι η ημέρα απελευθέρωσης του χωριού από τον απελευθερωτικό Ελληνικό στρατό με αρχηγό τον υποστράτηγο Σπυρίδωνα Καραΐσκάκη.

Το 1881 ιδρύεται στο Φανάρι το πρώτο Δημοτικό σχολείο αρρένων.

Το 1882 ιδρύεται στο Φανάρι και σχολείο θηλέων (παρθεναγωγειο).

Το 1929 λειτούργησε πλήρες μεικτό εξατάξιο Δημοτικό σχολείο.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολουθεί η πορεία του πληθυσμού σύμφωνα με τις απογραφές:

Απογραφή 1881 1889 1896 1907 1920 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011
Πληθυσμός 1.704[1] 2.032[2] 1.837[3] 1.962[4] 2.307[5] 2.420[6] 2.219[6] 1.928[6] 1.753[6] 1.310[6] 1.033[6] 871[6] 722 433

Ο Άγιος Σεραφείμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άγιος Σεραφείμ υπήρξε επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου με έδρα το Φανάρι από το 1592 έως το 1601, και πότισε με το αίμα του τα χώματα του χωριού.

Γεννήθηκε στην Πεζούλα Καρδίτσας το έτος 1550. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο μοναδικό σχολείο των Αγράφων στα Βραγγιανά. Έγινε μοναχός στη Μονή Κορώνης και δέχθηκε το αξίωμα της ιεροσύνης μέχρι το βαθμό του ηγουμένου της Μονής.Όταν πέθανε ο επίσκοπος Φαναρίου Αθανάσιος το 1592 έγινε Επίσκοπος Φαναρίου. Το 1601 συλλαμβάνεται από τους Τούρκους με την κατηγορία ότι συνεργάστηκε με τον Μητροπολίτη Τρίκκης και Λαρίσης Διονύσιο Φιλόσοφο (σκυλόσοφο τον αποκαλούσαν οι Τούρκοι) σε επαναστατικό κίνημα στη Θεσσαλία κατά των Τούρκων. Βασανίσθηκε σκληρά χωρίς καθόλου να λυγίσει, μένοντας πιστός στην πίστη του.Πάνω στο πληγωμένο σώμα του τοποθέτησαν ογκώδη λίθο (που σώζεται μέχρι σήμερα και φυλάσσεται στο προαύλιο του ναού Αγίου Σεραφείμ στο Φανάρι), μετά τον σούβλισαν και τελικά μαρτύρησε με αποκεφαλισμό στις 4 Δεκεμβρίου 1601. Η Αγία κάρα του(περιβάλλεται απο το δέρμα το οποίο σε μερικά μέρη έχει αποσπαστεί απο πιστούς για φυλαχτό και φέρει τα σημάδια του μαρτυρίου ¨ενώ το αριστερό μάτι είναι γαλήνια κλεισμένο ,το δεξί φέρει εμφανή τα σημάδια κακοποιήσεως ) φυλάσσεται στο μοναστήρι της μονής Κορώνης , που βρίσκεται κοντά στην λίμνη Πλαστήρα και μεταφέρεται κάθε χρόνο την τελευταία Κυριακή του Σεπτέμβρη στο Φανάρι, οπού διεξάγεται η τελετή του Αγίου. Είναι θαυματουργός και θεωρείτε διώκτης της πανώλης. Η μνήμη του εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου

Κάστρο Φαναρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι Βυζαντινό και κτίσθηκε από τον Δεσπότη της Ηπείρου Ιωάννη Β' Ορσίνι τον 14ο αιώνα μ.Χ., όταν η δυτική Θεσσαλία ήταν πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και του βυζαντινού αυτοκράτορα αλλά και των τοπικών γαιοκτημόνων. Στη θέση του παλιότερα πρέπει να υπήρχε κάποιο οχύρωμα και είναι απο τα ελάχιστα στην χώρα που σώζονται στην κατάσταση αυτή. Είναι εκτάσεως 2,6 στρεμμάτων, με ακανόνιστο πολυγωνικό τοίχος 2 μετρων που ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους και σώζεται στο ακέραιο. Ενισχύεται με έξι προεξέχοντες πύργους. Η διάμετρος του οχυρού είναι περίπου 100μ. Στο εσωτερικό του υπάρχουν ερείπια δυο δεξαμενών, ενός τζαμιού που πατάει πάνω σε παλιότερο κτήριο με λουτρό, καμαροσκεπαστής πυρυτιδαποθήκης, καθώς και δίχωρου κτηρίου μπροστά στην είσοδο για τις ανάγκες τις φρουράς. Το κάστρο διέθετε δυο εισόδους με την κύρια να βρίσκεται στην νότια πλευρά.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ελληνική απογραφή Θεσσαλίας-Άρτας 1881, σελ. 34
  2. Ελληνική απογραφή 1889, σελ. 156
  3. Ελληνική απογραφή 1896, σελ. 164
  4. Ελληνική απογραφή 1907, σελ. 425
  5. Ελληνική απογραφή 1920, σελ. 28' Πίνακας ιβ΄
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 6,6 Μιχαήλ Σταματελάτος - Φωτεινή Βάμβα-Σταματελάτου, Επίτομο Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, Ερμής, Αθήνα 2001, σελ. 774.