Ηρακλείδαι (τραγωδία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οι Ηρακλείδαι είναι τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχτηκε (παίχτηκε) το 430 π.Χ. και αποτελείται από 1.055 στίχους.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο ξεκινά με τον γέρο Ιόλαο και τους Ηρακλείδες, δηλαδή τα παιδιά του Ηρακλή, οι οποίοι έχουν προσπέσει ικέτες στον ναό του Δία στην Αθήνα. Ο Ιόλαος αναφέρει πως, από τότε που πέθανε ο Ηρακλής, ο Ευρυσθέας τους καταδιώκει, με σκοπό να τους σκοτώσει. Στη συνέχεια έρχεται στην σκηνή ένας κήρυκας, σταλμένος από τον Ευρησθέα, ο οποίος τραβάει με την βία τον Ιόλαο από τον βωμό. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στην σκηνή ο χορός από γέροντες της Αθήνας, ο οποίος αποτρέπει τις πράξεις του κήρυκα. Ακολουθεί η είσοδος των βασιλέων της Αθήνας, Δημόφωντα και Ακάμα, οι οποίοι αρνούνται να παραδώσουν τους ικέτες. Ο κήρυκας τους πληροφορεί πως εάν δεν τους δώσουν, θα προκληθεί πόλεμος. Αφού αποχωρεί από την σκηνή, ο Δημόφων ετοιμάζει τα στρατεύματα του για μάχη. Στο δεύτερο επεισόδιο ο Δημόφων πληροφορεί στον Ιόλαο, πως προκειμένου να νικήσουν οι Αθηναίοι, πρέπει να θυσιαστεί μια κοπέλα. Η Μακαρία, κόρη του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, δέχεται να θυσιαστεί για να σώσει τα αδέρφια της. Έπειτα, έρχεται ένας θεράποντας που αναγγέλει πως όλα είναι έτοιμα για την μάχη. Ο Ιόλαος επιθυμεί και ο ίδιος να πολεμήσει, κάτι το οποίο τελικά κάνει, παρά τις αποθαρύνσεις από τον θεράποντα και την Αλκμήνη, την μητέρα του Ηρακλή. Ακολουθεί η είσοδος του αγγελιοφόρου, ο οποίος πληροφορεί για την νίκη των Αθηναίων και την μεταμόρφωση του Ιόλαου σε νέου. Τέλος, έρχεται ο Ευρυσθέας αλυσοδεμένος, ενώ η Αλκμήνη διατάζει την σφαγή του.

Στο έργο αυτό ο Ποιητής στιγματίζει έντονα την προς την Αθήνα αχαριστία των Δωριέων, δηλαδή της Σπάρτης και του Άργους.

Πρόσωπα του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]