Δάφνες και Πικροδάφνες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Δάφνες και Πικροδάφνες είναι θεατρικό έργο (πολιτική κωμωδία) των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά που γράφτηκε και πρωτο-παρουσιάστηκε το 1979.
Το έργο - που ανήκει στο ρεαλιστικό θέατρο αλλά με έντονα σατιρικά και ηθογραφικά στοιχεία θεωρείται η κατεξοχήν πολιτική κωμωδία του νεοελληνικού ρεπερτορίου, και το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα της μεταπολεμικής λογοτεχνία , [1] τόσο για την άρτια φόρμα του όσο και για την επίδρασή του στους νεώτερους θεατρικούς συγγραφείς.

Το θέμα του έργου είναι οι δοσοληψίες μεταξύ μικροπολιτικών και κομματαρχών της ελληνικής επαρχίας λίγο πριν τις βουλευτικές εκλογές. Αν και το έργο είναι γραμμένο την περίοδο της Μεταπολίτευσης, οι δοσοληψίες αυτές είναι παλιό και χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής πολιτικής ζωής. Τέσσερεις μικρο-κομματάρχες προσπαθούν να "σπρώξουν" προς την κατάκτηση της βουλευτικής έδρας, τον υποψήφιο που θεωρούν ότι θα τους ωφελήσει περισσότερο. Μέσα σε αυτή την προσπάθεια, θα πατήσουν αν χρειαστεί - ακόμα και επί πτωμάτων. «...Στο έργο αυτό μέσα από μια σύνθετη τεχνική ανάπτυξης και ταυτόχρονα συμπύκνωσης των δεδομένων του, μια απλή καθημερινή συνάντηση τεσσάρων μικροπολιτικών παραγόντων της επαρχίας αναπτύσσεται σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι, αποκαλύπτοντας από τη μια το πολιτικό ήθος του Νεοέλληνα της επαρχίας και από την άλλη τους πολιτικούς μηχανισμούς του παραγοντισμού που κυριαρχούν στα παρασκήνια του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα....» [2] Το έργο παραστάθηκε πρώτη φορά, αμέσως μετά την συγγραφή του, από το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, την θεατρική περίοδο 1979 - 1980 σε σκηνοθεσία του ίδιου του Κουν και με πρωταγωνιστές τους Βάσο Ανδρονίδη, Μϊμη Κουγιουμτζή, Γιάννη Μόρτζο και Γιάννη Δεγαΐτη[3]

Οι κριτικές για το θεατρικό έργο μετά την πρώτη παράστασή του ήταν διθυραμβικές. Ενδεικτικά, σταχυολογούνται:

«Τα ενάντια ξίφη του αγώνα στην αρχαία τραγική στιχομυθία γίνονται αυτόματα μια αυθεντική παραπομπή του ελληνικού έργου «Δάφνες και Πικροδάφνες»» - Τάσος Λιγνάδης
«Σπάνια συγγραφέας με τόσο περιορισμένη από ποσοτική άποψη παραγωγή άσκησε τόσο σοβαρή επιρροή γύρω του. Ολόκληρη σχεδόν η τελευταία γενιά θεατρικών συγγραφέων της χώρας πήραν σαν αφετηρία τους τα επιτεύγματα του Κεχαϊδη.» - Θόδωρος Κρητικός [4]
Απόσπασμα της κριτικής του Κώστα Γεωργουσόπουλου στην πρώτη παράσταση του έργου. «Στις Δάφνες και πικροδάφνες ο Κεχαΐδης και η Χαβιαρά αναπαράγουν την τεχνική της πόκας. Εδώ οι παίχτες είναι τέσσερις. Κι εδώ παρεμβαίνει η τύχη, μόνο που μπορεί να παραμεριστεί ή να αλλοιωθεί με την «μπλόφα». Οι τέσσερις παίχτες κρατούν στα χέρια τους ορισμένα «ατού», κάθε φορά που «μπαίνουν» στο παιχνίδι και «μιλούν», μπλοφάρουν υποχρεώνοντας τους άλλους να δείξουν τα «ατού» τους. Η παρτίδα είναι ανεξέλεγκτη και πάνω στην τσόχα κατατίθενται όλα τα τιμαλφή, ο έρωτας, η φιλία, η εμπιστοσύνη, η αξιοπρέπεια, τα εθνικά σύμβολα, οι εθνικοί αγώνες, ο λαός ο ίδιος ποντάρονται. Ένας πολιτικός συνδυασμός υποψηφίων μετατρέπεται σε «συνδυασμό» χαρτιών για να επιτευχθεί το φουλ του άσσου, η κέντα, το φλος ρουαγιάλ.[...]Λόγος καίριος, ρυθμός, ακρίβεια στην έκφραση, ευκρίνεια στον στόχο, ισορροπούν θαυμαστά. Ένα, σχεδόν, αριστούργημα.» [5]

Τα πρόσωπα του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέσσερεις είναι οι ήρωες του έργου που εμφανίζονται στη σκηνή και δυο ακόμα πρόσωπα που αν και υπάρχουν μόνο μέσα από τα λόγια των πρωταγωνιστών έχουν εξέχουσα βαρύτητα στη πλοκή του έργου.
Ο Κώστας - ο μεγαλύτερος σε ηλικία από όλους, είναι ο παλαιός και πιο έμπειρος κομματάρχης. Υποστηρίζει με φανατισμό και αταλάντευτα, τον Στρατηγό, κάτι που επιτρέπει να δηλώνει ότι είναι ο πιο τίμιος και ακέραιος από όλους. Ο Κώστας σαν πιο έμπειρος έχει φροντίσει να δημιουργήσει αρχείο φωτογραφιών, με όλες τις δραστηριότητες των αντιπάλων του Στρατηγού, με σκοπό να το χρησιμοποιήσει σαν όπλο εκμηδένισής τους, αν χρειαστεί.
Ο Βασίλης - επίσης ώριμος στην ηλικία - είναι αυτό που ο ίδιος ονομάζει με περηφάνια πολιτικός. Ξέρει να ελίσσεται, να σχηματίζει αλλά και να διαλύει συμμαχίες, ανάλογα με το συμφέρον του. Είναι ο άνθρωπος που πιστεύει και εφαρμόζει το ρητό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», και για αυτόν δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει κανένα μέσο, προκειμένου να σιγουρέψει τη θέση του. Σε αυτές τις εκλογές, αποφασίζει να υποστηρίξει τον Δροσόπουλο, ένα νέο σε ηλικία πολιτικό αλλά από μεγάλο τζάκι της περιοχής. Χτίζει με προσοχή τις συμμαχίες του με την οικογένεια Δροσοπούλου αφού περιμένει από αυτούς μεγάλα ωφέλη.
Ο Τάσος είναι υποστηρικτής του Καραμήτσου. Ο Καραμήτσος ήταν ο προηγούμενος βουλευτής της περιοχής, και ο Τάσος που ανήκει στο προσωπικό του πολιτικού του γραφείου στην Τρίπολη, τον υποστηρίζει και σε αυτή την αναμέτρηση, ελπίζοντας το λιγότερο - μια μετάθεση στο πολιτικό γραφείο της Αθήνας- κάτι που γι' αυτόν σημαίνει άνοδος σε σημαντικότερα κοινωνικά στρώματα. Είναι πανούργος και τρομερά φιλόδοξος, για αυτό και εγκαταλείπει κατά την διάρκεια του έργου, τον Καραμήτσο και μετατρέπεται σε εχθρό του ζητώντας την τιμωρία του.
Τέλος, ο Αλέκος, αρκετά νεώτερος από τους υπόλοιπους, αλλά με το ίδιο παλαιοκομματικό πνεύμα, είναι κολλημένος στον Κώστα, και κατά συνέπεια και στον Στρατηγό. Ο Αλέκος, αν και εμφανίζεται πιο υποτονικός σε σχέση με τους υπόλοιπους είναι από το υλικό που φτιάχνει τα πειθήνια όργανα, που μπορούν εκτελώντας διαταγές να κάνουν τα πάντα.[6]
Ο Στρατηγός ο πρώτος από τους αφανείς πρωταγωνιστές, είναι ένας ηλικιωμένος (82 χρονών) πλέον, Στρατηγός που υπηρέτησε σε όλους του πολέμους που έδωσε η Ελλάδα, από το 1914 και μετά. Είναι φυσικά πρόσωπο αγαπητό στην πόλη, ενώ έχει υπάρξει ήδη (κατά τύχη, βέβαια, και ως επιλαχών) ένας από τους βουλευτές του κόμματος. Ο Στρατηγός ήταν παντρεμένος με την Νόρα Δροσοπούλου (το έτερο αφανές πρόσωπο). Ο γάμος τους όμως κατέληξε σε τραγωδία για τον ερωτευμένο στρατηγό αφού η Νόρα Δροσοπούλου δεν στάθηκε πιστή σε αυτόν. Ο Στρατηγός, ουδέποτε θέλησε να φτιάξει τη ζωή του με άλλη γυναίκα μένοντας ερωτευμένος αλλά και θυμωμένος με την Νόρα.
Η Νόρα Δροσοπούλου - η μόνη γυναίκα σε αυτόν τον αντρικό κόσμο - ήταν η πιο όμορφη και πιο ποθητή γυναίκα της Τρίπολης - το πρότυπο της θηλυκότητας. Μετά την διάλυση του δεσμού της με τον Στρατηγό έφυγε από την Ελλάδα, για να επιστρέψει τώρα, και μάλιστα με την φιλοδοξία να χρίσει τον ανιψιό της, Σάκη Δροσόπουλο, βουλευτή του κόμματος. «Η Νόρα, ίσως το χαρακτηριστικότερο γυναικείο πρόσωπο στο νεοελληνικό θέατρο που παραμένει εκτός σκηνής, είναι μια γοητευτική και μυστηριώδης γυναίκα με σημαντική κοινωνική θέση που κινεί τα νήματα του πολιτικού παιχνιδιού.»[7]

Η υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο τοποθετείται μια χειμωνιάτικη νύχτα στην Τρίπολη, στο σπίτι (τραπεζαρία) του Κώστα πριν τις βουλευτικές εκλογές.
Με τις βουλευτικές εκλογές εν όψει, ο Κώστας και ο Αλέκος, αποφασίζουν να γράψουν σε φακέλους τα ονόματα των ψηφοφόρων του Στρατηγού, προκειμένου μόλις τους σταλούν τα ψηφοδέλτια, να τα δώσουν έτοιμα (σταυρωμένα) στον κάθε ένα ψηφοφόρο. Πάνω στην εργασία αυτή, τους βρίσκουν οι Βασίλης και Τάσος, που επισκέπτονται τον Κώστα, προκειμένου να συζητήσουν για τις εξελίξεις. Προσπαθώντας ο ένας να πείσει τον άλλο για την δύναμη του δικού του υποψήφιου και την σίγουρη συμμετοχή του σε εκλόγιμη θέση στο ψηφοδέλτιο του κόμματος, μεταφέρουν και αναπαράγουν κουτσομπολιά, φήμες, και ψέματα. Με την αντιπαράθεση να μεγαλώνει ωθούν τους εαυτούς τους, να προβούν σε ακόμα μεγαλύτερες αποκαλύψεις κουτσομπολιών, φημών και μυστικών καλά κρυμμένων χρόνια, που τινάζουν στον αέρα τις μέχρι τότε ισορροπίες. Η αποκάλυψη του μυστικού όπλου του Κώστα, ένα συρτάρι γεμάτο επιλήψιμες φωτογραφίες, των βουλευτών και των παραγόντων της περιοχής κυρίως κατά τα χρόνια της Χούντας, - γιατί όλοι τους είχαν συνεργαστεί με το καθεστώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο («Κρατάω στα χέρια μου όλη την Τρίπολη. Ιδιωτικές παρελάσεις, δεξιώσεις, επίσημα γεύματα, τρακόσιοι φάκελοι αντεθνικής συμπεριφοράς», λέει περήφανος ο Κώστας,) - απειλεί να βάλει τέλος στην καριέρα τόσο του Καραμήτσου όσο και κυρίως του Δροσόπουλου. Και οι δυο τους - μέσα από τις φωτογραφίες του Κώστα- εμφανίζονται ο μεν πρώτος να βαφτίζει το κοριτσάκι κάποιου χουντικού Συνταγματάρχη - το χουντικό μωρό όπως λέει ο Αλέκος - και τον Σάκη Δροσόπουλο να παρευρίσκεται σε μια συνάθροιση χουντικών, «εν μέσω στολών και πηλικίων».
Με την εμφάνιση αυτών των ντοκουμέντων - και αφού προηγηθεί μάχη για την κλοπή των φωτογραφιών, οι Τάσος και Βασίλης αλλάζουν αμέσως στρατόπεδο. Ο Τάσος δηλώνει ότι πλέον δεν έχει κανένα λόγο να προωθεί τον Καραμήτσο -αφού με την δημοσίευση των φωτογραφιών- δεν υπάρχει ελπίδα να μπει στο ψηφοδέλτιο του κόμματος. Και προχωρά ακόμα παραπέρα: εκδηλώνοντας το κρυμμένο μίσος του για τον Καραμήτσο αποκαλύπτει τις άθλιες μεθόδους τις οποίες χρησιμοποιεί προκειμένου να δένει γύρω του ψηφοφόρους και άλλους πολιτικούς παράγοντες. Ο Καραμήτσος δεινός παίχτης της πόκας, δανείζει όταν παραστεί ανάγκη τους συμπαίκτες του, βάζοντάς τους να υπογράψουν κάποιο χαρτί οφειλής, που το χρησιμοποιεί σαν μέσο εκβιασμού προκειμένου να πετυχαίνει αυτά που επιδιώκει. Ο Τάσος, μάλιστα, προτείνει, να κάνουν και αυτοί το ίδιο. Με βάση το αρχείο του Κώστα, να δημιουργήσουν ένα τράστ εκβιασμών, που θα κάνει υποχείρια τους αντιπάλους τους στο πολιτικό παιχνίδι και θα προωθήσει τις δικές τους φιλοδοξίες. Ο Βασίλης, που είναι πολύ πιο πανούργος από όλους, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την φωτογραφία του Δροσόπουλου για να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στον ίδιο τον βουλευτή. Γι' αυτό το σκοπό ενημερώνει την Νόρα Δροσοπούλου για την φωτογραφία. Όμως εκείνη κρατάει ένα ακόμα μεγαλύτερο ατού στο χέρι της - που δηλώνει ότι θα το χρησιμοποιήσει αν ο Κώστας ματαιώσει την υποψηφιότητα του ανιψιού της. Και αυτό το μυστικό, είναι το μυστικό ενός Έρωτα. Ο Κώστας υπήρξε εν αγνοία όλων και πολύ περισσότερο του Στρατηγού, τον οποίον υπηρετεί εδώ και 30 χρόνια, η αιτία της διάλυσης του γάμου του Στρατηγού με την Νόρα Δροσοπούλου. Ο Στρατηγός παντρεμένος και τρελά ερωτευμένος με την Νόρα, είδε κάποια στιγμή, την αγαπημένη του να δέχεται κρυφή επίσκεψη από έναν άντρα - που δεν πρόλαβε να δει ποιός ήταν -και γι' αυτό αποφάσισε να χωρίσει. Έκτοτε, ο Στρατηγός βαθιά τραυματισμένος από την απιστία όπως νόμιζε της Νόρας, δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ και το μόνο που επιζητούσε όλα αυτά τα χρόνια ήταν να βρει ποιός ήταν ο εραστής -όπως νόμιζε- της Νόρας. Ο εραστής της Νόρας ήταν ο Κώστας - και αυτό η Νόρα απειλεί να αποκαλύψει στον Στρατηγό -μια αποκάλυψη που θα διέλυε τον ήδη ηλικιωμένο πολιτικό - αν ο Κώστας προχωρήσει στην δημοσίευση της φωτογραφίας. Και ο Κώστας τότε, ομολογεί, ότι ήταν από πάντα ερωτευμένος και αυτός με τη Νόρα, της είχε γράψει ένα γράμμα που της εξομολογούνταν τον έρωτά του, και την είχε κρυφά συναντήσει μόνο μια φορά, πίσω από τις πικροδάφνες - εκεί που τους είχε δει ο Στρατηγός - αλλά ο έρωτάς του δεν έγινε δεκτός από την Νόρα, δεν υπήρξε ποτέ εραστής της.
Σε αυτό το παιχνίδι των εκβιασμών, η Νόρα, κρατάει τελικά το καλύτερο χαρτί - ο Κώστας αποφασίζει προκειμένου να μην μάθει ο Στρατηγός ποτέ την αλήθεια- να μην δημοσιεύσει την φωτογραφία, προσπαθώντας να πείσει μάλιστα, τον εαυτό του, ότι το κάνει προς όφελος του Στρατηγού.[8]

ο τρόπος γραφής του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δυο συγγραφείς είχαν ήδη αναπτύξει από την εποχή της συνεργασίας τους στη «Βέρα» και στο «Τάβλι» ( η Ελένη Χαβιαρά είχε συνεισφέρει στη δημιουργία των διαλόγων) μια δική τους συγγραφική τεχνική, την οποία χρησιμοποίησαν και κατά τη συγγραφή αυτού του έργου.
Η βασική σύγκρουση (η κεντρική ιδέα, θα μπορούσαμε να πούμε) - είναι το πρώτο που ξεκαθαρίζουν και σχηματοποιούν οι δυο συγγραφείς. Το δεύτερο είναι τα πρόσωπα που θα πλαισιώσουν την βασική σύγκρουση και τέλος οι σκηνές που θα αναπτύξουν την κεντρική ιδέα και τα πρόσωπα. Οι σκηνές πρώτα καταγράφονταν στο χαρτί και έπειτα, παίζονταν από τους δυο τους ενώ μαγνητοφωνούνταν, προκειμένου να διαπιστωθεί με βάση το ζωντανό λόγο και τη ροή της ομιλούμενης γλώσσας, ποιές από αυτές εξυπηρετούσαν την βασική σύγκρουση του έργου και ποιες όχι. Η Χαβιαρά η οποία έχει μιλήσει αρκετές φορές για το πως γράψανε τα δυο κοινά τους έργα τους έχει αναφέρει επίσης, ότι την πορεία του έργου τόσο προς το παρελθόν όσο και προς το παρόν τους την υπαγορεύουν τα ίδια τα πρόσωπα του έργου που από ένα σημείο και έπειτα (όταν αποκτούν την ολοκληρωμένη δομή τους) αυτονομούνται, και οι συγγραφείς απλώς τα ακολουθούνε. [9]
«[...]Μιλούσαμε ώρες ολόκληρες, κάναμε ανάλυση των πάντων, σκάβαμε το θέμα και τους χαρακτήρες, κάναμε μοντάζ και ξανά πάλι τα ίδια από την αρχή προχωρώντας κατά στάδια. Και κάθε κομμάτι εξελισσόταν έτσι ώστε γράψαμε συνολικά εξήντα περίπου ενότητες. Και μετά κάναμε μοντάζ των ενοτήτων καθώς μας έβγαζε η διαδρομή σε ένα εξωτερικό παράλογο με μια εσωτερική λογική δομή. Έτσι είχαμε, πετυχαίναμε από τη μια προγραμματισμό, από την άλλη ελευθερία. Το έργο το πηγαίναμε και μας πήγαινε. Μια διαδρομή, που αν τη βάλουμε σε χρόνο συνεχούς εργασίας μάς πήρε τουλάχιστον δυόμισι χρόνια. [...]», αναφέρει ο Δημήτρης Κεχαΐδης.[10]
Η ιδέα της συγγραφής των «Δαφνών» ήρθε ύστερα από ένα ταξίδι που είχαν πραγματοποιήσει στην Αρκαδία, όπου γνώρισαν και συναναστράφηκαν τοπικούς πολιτικούς παράγοντες και κομματάρχες, όμως το έργο ολοκληρώθηκε ύστερα από δυόμιση περίπου χρόνια αφού γράφτηκαν συνολικά 60 σκηνές από τις οποίες διατηρήθηκαν τελικά οι 15.

Παραστασιογραφία (επιλεκτική)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκηνοθέτης: Κάρολος Κουν
Ηθοποιοί: Βάσος Ανδρονίδης (Κώστας), Μίμης Κουγιουμτζής (Βασίλης), Γιάννης Μόρτζος (Τάσος), Γιάννης Δεγαΐτης (Αλέκος)
Σκηνοθέτης: Κώστας Τσιάνος
Ηθοποιοί: Πάνος Πανόπουλος (Κώστας), Μανώλης Πουλιάσης (Βασίλης), Δημήτρης Δημητρούλιας (Τάσος), Θανάσης Σκαρλίγκος (Αλέκος)
  • «Θίασος Ρηγόπουλου - Φασουλή - Χρυσομάλλη - Μπέζου»[11] - Θέατρο Βεάκη - 23 Οκτωβρίου 1993 - Θεατρική περίοδος 1993 - 1994
Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής
Ηθοποιοί: Κώστας Ρηγόπουλος (Κώστας), Μίμης Χρυσομάλλης (Βασίλης), Σταμάτης Φασουλής (Τάσος), Γιάννης Μπέζος (Αλέκος)
  • ΔΗΠΕΘΕ ΒΟΛΟΥ/Θέατρο «Όψεις» - Θεατρική περίοδος 2009 - 2010[12]
Σκηνοθεσία:Νίκος Ορφανός
Ηθοποιοί: Παύλος Βησσαρίου (Κώστας), Νίκος Ορφανός (Βασίλης), Γιώργος Ευγενικός (Τάσος), Νίκος Σκουλάς (Αλέκος)
Σκηνοθεσία: Γιάννης Μόρτζος
Ηθοποιοί: Κώστας Καζάκος (Κώστας), Θάνος Καληώρας (Βασίλης), Γιάννης Μόρτζος (Τάσος) , Γιάννης Καρατζογιάννης (Αλέκος)
  • «Θίασος Γιώργου Κιμούλη - Πέτρου Φιλιππίδη», Θέατρο Μουσούρη - Θεατρική περίοδος 2015 - 2016
Σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης
Ηθοποιοί: Θανάσης Παπαγεωργίου (Κώστας), Πέτρος Φιλιππίδης (Βασίλης), Γιώργος Κιμούλης (Τάσος), Πυγμαλίων Δαδακαρίδης (Αλέκος)

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Νικόλαος Καγκελάρης: «Η ηροδότεια νουβέλα του Κανδαύλη(Ηρόδοτος 1.17-12) στις Δάφνες και Πκροδάφνες των Κεχαιδη - Χαβιαρά» συγκριτική μελέτη» από το βιβλίο «Ηρόδοτος, ο πατέρας της Ιστορίας»[1]
  2. Μάνια Κοιλάκου, «Το θέατρο του Δημήτρη Κεχαϊδη», σελ. 28 περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ. τεύχος 89, 1984 https://issuu.com/diavazo.gr/docs/aa46_issue_89
  3. https://www.theatro-technis.gr/αρχείο-παραστάσεων-1979-1980
  4. Θεατρικό πρόγραμμα της παράστασης από το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, 1986 σελ. 16
  5. «Ρελάνς και μπλόφα», θεατρική κριτική στην εφημερίδα "Τα Νέα", 7.11.1979.
  6. http://archive.onlytheater.gr/kritiki_/kritiki-onlytheater_/12733-dafnes-kai-pikrodafnes-kritiki-tou-g-xristopoulou.html
  7. https://www.respublica.gr/2019/12/post/the-unfulfilled-love-with-authority/
  8. https://www.respublica.gr/2019/12/post/the-unfulfilled-love-with-authority/
  9. Θεατρικά τετράδια, σελ. 27
  10. Θεατρικό πρόγραμμα, ομώνυμης παράστασης ΚΘΒΕ, θεατρικής περιόδου 2018 - 2019
  11. Η παράσταση βιντεοσκοπήθηκε και προβλήθηκε το καλοκαίρι του 1994 από το τηλεοπτικό κανάλι "Mega"
  12. https://www.youtube.com/watch?v=y635FuVGFyE