Τραστ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με το όνομα Τραστ φέρεται ιδιαίτερος τύπος οικονομικής ένωσης επιχειρήσεων. Τα τραστ προέρχονται από συγχώνευση υφισταμένων ήδη επιχειρήσεων που τελούν είτε υπό οριζόντια, είτε υπό κάθετη διάταξη μεταξύ τους, είτε ακόμη και με συμπληρωματική.

Κύριο χαρακτηριστικό του τραστ είναι ότι οι συγχωνευόμενες επιχειρήσεις χάνουν την αυτοτέλειά τους, (νομική ύπαρξή τους), καθώς και την αυτόνομη διοίκησή τους. Έτσι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αυτών μεταφέρονται στη προκύπτουσα νέα επιχείρηση λεγόμενη τραστ.

Συγχώνευση επιχειρήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνηθέστερα η συγχώνευση των επιχειρήσεων μέχρι να δημιουργηθεί το τραστ γίνεται είτε σταδιακά, είτε σε μία και μοναδική φάση. Απώτερος στόχος των συγχωνευομένων είναι πάντα η απόκτηση προνομιακής θέσης στην αγορά και στον διεθνή ανταγωνισμό. Αυτό επιχειρείται καταργώντας τον μεταξύ αυτών ανταγωνισμό υπό μία εν δυνάμει εταιρεία που θα παρουσιάζει ορθολογικότερη οργάνωση, κοινό σχεδιασμό ανάπτυξης και δυναμικό, καταργώντας τις περιττές και παρασιτικές δαπάνες των συγχωνευομένων, βελτιώνοντας έτσι το παραγωγικό αγαθό και σταθεροποιώντας την τιμή του.

Πλεονεκτήματα των Τραστ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οργάνωση παραγωγής με τις πλέον οικονομικές συνθήκες.
  2. Ευνοϊκότερη διαμόρφωση τιμών πώλησης, ανταγωνιστικότερα αγαθά.
  3. Συμβολή στην αύξηση των εξαγωγών.

Ολιγοπωλιακός χαρακτήρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός όμως των παραπάνω πολλές φορές παρατηρείται στην αγορά μια συγκεκαλυμμένη εμφανής συνεργασία ομοειδών εξ αντικειμένου επιχειρήσεων είτε σε οριζόντια είτε σε κάθετη διάταξη είτε ακόμη και σε συμπληρωματική σχέση μεταξύ τους που αποβλέπουν στην επιθετικού και ολιγοπωλιακού χαρακτήρα συμπεριφορά δεσμεύοντας έτσι ολόκληρο τον κλάδο. Έτσι όταν αυτή η συγχώνευση λάβει τον επίσημο χαρακτήρα με προσδιορισμό κοινού κεντρικού οργάνου που λαμβάνει ολιγοπωλιακές αποφάσεις ονομάζεται καρτέλ.

Αγγλοσαξωνικό τραστ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το αγγλοσαξωνικό δίκαιο το τραστ αποτελεί μια νομική συμφωνία, με την οποία η περιουσία που ανήκει σε ένα πρόσωπο, διοικείται προς όφελος ενός άλλου. Στα ελληνικά ο όρος αποδίδεται ως εμπίστευμα, το ελληνικό δίκαιο όμως (όπως και τα υπόλοιπα ηπειρωτικά ευρωπαϊκά δίκαια) δε γνωρίζει τέτοιο θεσμό. Χρειάζονται τρία μέρη για την συμφωνία:

  • ο settlor, που δίνει το περιουσιακό στοιχείο προς όφελος ενός άλλου,
  • ο trustee, που έχει τον έλεγχο του περιουσιακού στοιχείου και του οποίου η πληρωμή ορίζεται με νόμο, και
  • ο beneficiary, ο οποίος δέχεται τα οφέλη από το περιουσιακό στοιχείο.

Αντι-Τραστ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νομοθεσία Σέρμαν περί Αντι-Τραστ, (1890), που είναι ο βασικός νόμος στο αμερικανικό Δίκαιο κατά των περιορισμών του Ανταγωνισμού, που "κατέστησε παράνομη κάθε συμφωνία ενοποίησης ή συνωμοσία με στόχο την κατάργηση του ανταγωνισμού", απευθυνόταν σε μια εφαρμογή των τραστ στις επιχειρήσεις. Η Standard Oil Company του Τζον. Ντ. Ροκεφέλερ για παράδειγμα, έπειθε μετόχους σε διάφορες εταιρείες να δώσουν τις μετοχές τους σε ενα Συμβούλιο trustees με αντάλλαγμα πιστοποιητικά που τους εξασφάλιζαν την πληρωμή μερισμάτων. Η επιτροπή ερχόταν έτσι σε θέση να διοικεί ταυτόχρονα πολλές εταιρείες, οι οποίες θα έπρεπε να είναι σε ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Συνέχεια της παραπάνω "Πράξης Σέρμαν", ακολούθησαν: η "Πράξη Κλέιτον" (1914) και η "Πράξη Ρόμπσον και Πάτμαν" του 1936. Αυτών ακολούθησαν διάφορες άλλες κατά Χώρα, δημιουργώντας εθνικές νομοθεσίες περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]