Βοημούνδος ΣΤ΄ της Αντιόχειας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βοημούνδος ΣΤ΄ της Αντιόχειας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1237
Θάνατος 11  Μαρτίου 1275
Οικογένεια
Σύζυγος Σιβύλλα της Αρμενίας
Τέκνα Λουκία της Τρίπολης
Βοημούνδος Ζ΄ της Τρίπολης
Μαρία της Αντιόχειας
Γονείς Βοημούνδος Ε΄ της Αντιόχειας και Λουκιάνα ντι Σένι
Αδέλφια Πλαιζάνς της Αντιόχειας
Οικογένεια Οίκος του Πουατιέ
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχες Ninth Crusade και Battle of Ain Jalut
Θυρεός
Armoiries Bohémond VI d'Antioche.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Το οικόσημο του Βοημούνδου ΣΤ΄ της Αντιόχειας

Ο Βοημούνδος ΣΤ΄ της Αντιόχειας (1237 - 1275), ο αποκαλούμενος ισχυρός, ήταν πρίγκηπας της Αντιόχειας και κόμης της Τρίπολης (1251 - 1275). Το 1268, παρότι η Αντιόχεια κατελήφθη από τους Μαμελούκους και ο ίδιος εξορίστηκε, ωστόσο εξακολουθούσε να κατέχει τον τίτλο του πρίγκηπα.

Ήταν γιος και διάδοχος του πρίγκηπα της Αντιόχειας Βοημούνδου Ε΄ και της Λουτσιάνα του Σένι, ανιψιάς του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄. Διαδέχθηκε τον πατέρα του υπό την αντιβασιλεία της μητέρας του, η οποία δεν άφησε ποτέ την Τρίπολη, αφήνοντας την Αντιόχεια στα χέρια των Ρωμαίων συγγενών της, κάτι που την έκανε εξαιρετικά μισητή. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ της Γαλλίας πήρε την άδεια του Πάπα Ιννοκέντιου Δ΄ να διαδεχτεί το δουκάτο, αλλά ο μικρός Βοημούνδος πήγε στην Άκρα να συναντήσει τον Γάλλο βασιλιά. Σε συμφωνία που έγινε το 1254 μεταξύ Αντιόχειας και Κιλικιανής Αρμενίας, παντρεύτηκε την Σιβύλλα της Αρμενίας, κόρη του Χατούμ Α΄ της Αρμενίας, γάμος που έφερε ειρήνη ανάμεσα στα δύο βασίλεια.

Ήταν κυρίαρχος της Γενοβέζικης οικογένειας των Εμπριάκο, που περιπλέχθηκε σε διαμάχη με τους Βενετσιάνους, που ξεκίνησε το 1256 και οδήγησε πολλούς από τους ευγενείς στους Αγίους Τόπους, κοστίζοντας τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων. Οι ηγεμόνες της οικογένειας των Εμπριάκο ήταν ορκισμένοι εχθροί απέναντι στους πρίγκιπες της Αντιόχειας, κλιμάκωσαν την ένταση από το 1258 και τον εμφύλιο πόλεμο, ως τη δολοφονία του αρχηγού τους Βερτράνδου Εμπριάκο. Αρχηγός της οικογένειας έγινε ο γιος του Βερτράνδου, Βαρθολομαίος, αλλά ο άλλος του γιος, Γουλιέλμος, ηττήθηκε από τον γιο του Βοημούνδου, Βοημούνδο Ζ΄, και διώχθηκαν από τη χώρα.

Συμμαχία με τους Μογγόλους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή του Βοημούνδου, πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη σύγκρουση μεταξύ των Μαμελούκων και των Μογγόλων. Οι Μογγόλοι είχαν επεκταθεί σημαντικά, έχοντας ως στόχο στο πέρασμά τους την Αρμενία και την Αντιόχεια. Επέδειξαν σκληρότητα απέναντι στους λαούς που κατακτούσαν, αφού έσφαζαν τους πληθυσμούς των λαών που είχαν αρνηθεί να τους δηλώσουν υποταγή, ενώ το 1236 κατακτήθηκε και το χριστιανικό κράτος της Γεωργίας. Ο Χετούμ Α' της Αρμενίας, γαμπρός του Βοημούνδου, αποφάσισε να δηλώσει υποταγή στους Μογγόλους, στέλνοντας τον αδελφό του Σεμπάντ στην αυλή των Μογγόλων, στο Καρακόρουμ, για συμμαχία μαζί τους (1247). Πίεσε και τον γαμπρό του, Βοημούνδο ΣΤ΄, να κάνει το ίδιο, οπότε συμφώνησε και ένωσαν τις δυνάμεις τους στις μογγολικές κατακτήσεις του Χαλεπίου και της Δαμασκού (1260).

Ο Βοημούνδος ήθελε την βοήθεια των Μογγόλων, γι' αυτό εγκατέστησε στην Αντιόχεια τον Ελληνορθόδοξο πατριάρχη Ευθύμιο, λόγω των δεσμών που είχαν δημιουργήσει οι Μογγόλοι με το Βυζάντιο, κάτι που έφερε την εχθρότητα των Λατίνων της Άκρας. Ο Βοημούνδος αφορίστηκε από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων. Ο Πάπας Αλέξανδρος Δ΄ έθεσε την περίπτωση του Βοημούνδου ως κύριο θέμα σε προετοιμαζόμενη σύνοδο, αλλά πέθανε το 1261, πριν την πραγματοποίησή του. Ο νέος Πάπας Ουρβανός Δ΄ άκουσε τις εξηγήσεις του για την υποταγή του στους Μογγόλους και ακύρωσε τον αφορισμό.

Kατάληψη του πριγκιπάτου από τους Μαμελούκους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάκτηση της Δαμασκού, ο στρατός των Μογγόλων προωθήθηκε δυτικότερα προς το Κάιρο, κάτι που ήταν μεγάλη ευκαιρία για τους Μαμελούκους. Δωροδόκησαν τους κατοίκους της Άκρας για να τους αφήσουν να περάσουν ανενόχλητοι και νίκησαν τους Μογγόλους το 1260 στην ιστορική μάχη του Άιν Τζαλούτ, κατακτώντας τη Συρία και το Ιράν που είχαν προηγουμένως λεηλατηθεί από τους Μογγόλους. Οι Μαμελούκοι με τον αρχηγό τους, Μπαϊμπάρ, απειλούσαν πλέον ανοιχτά την Αντιόχεια. Ο Βοημούνδος με τον Χέτουμ Α΄ προσπαθούσαν να εφεύρουν τρόπους για να κερδίσουν την εύνοια των Μαμελούκων, ώστε να τους αφήσουν ανενόχλητα να κυβερνούν τις περιοχές τους. Έτσι αντικατέστησαν τον Έλληνα πατριάρχη Ευθύμιο με τον Λατίνο Οπιζόν. Προσπάθησαν τέλος να τους δελεάσουν με οικονομική συνεργασία, λόγω της πλούσιας ξυλείας των δασών του Λιβάνου και της Συρίας, αλλά απέτυχαν.

Ο Βοημούνδος ταξίδεψε τότε στην αυλή του Ουλάγκου των Μογγόλων, ώστε να πετύχει ξανά την υποστήριξη του. Αυτός αρνήθηκε, λόγω της δυσαρέσκειάς του για την αντικατάσταση του Έλληνα πατριάρχη, πιστεύοντας ότι η συμμαχία με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαιζε κύριο ρόλο στα σχέδιά του. Και ο Χέτουμ για τον ίδιο λόγο γύρισε το 1266 χωρίς καμιά υποστήριξη από την Μογγολική αυλή, την ίδια ώρα που οι Μαμελούκοι επιτέθηκαν στην Αρμενική Κιλικία, συντρίβοντας στη μάχη του Μαρί τους γιους του που την υπεράσπισαν.

Αφού ισοπέδωσε και λεηλάτησε ολόκληρη την Αρμενία, ο Μπαϊμπάρ έστρεψε την προσοχή του στην κατάκτηση της Αντιόχειας, αλλά οι στρατηγοί του, κορεσμένοι από τα λάφυρα που πήραν από την Αρμενία δεν είχαν όρεξη να ριψοκινδυνεύσουν ξανά να πολεμήσουν. Ο Μπαϊμπάρ εξοργίστηκε με αυτή την στάση των στρατηγών του και επανήλθε στην επίθεση, καταλαμβάνοντας εύκολα την Άκρα (1267) και στη συνέχεια την ίδια την Αντιόχεια (1268), ενώ ο Βοημούνδος είχε καταφύγει στην Τρίπολη. Ο Μπαϊμπάρ κατέφθασε στην Τρίπολη, ζητώντας από τον Βοημούνδος να παραδοθεί, και τον απειλούσε με ολοκληρωτικό αφανισμό αν δεν το κάνει, λόγω της συμμαχίας του με τους Μογγόλους. Την κατάσταση έσωσε η άφιξη της Θ΄ Σταυροφορίας υπό την ηγεσία του Άγγλου βασιλιά Εδουάρδου Α΄, ο οποίος έφτασε στις 9 Μαΐου του 1271 και ένωσε τις δυνάμεις του με αυτές του Ούγου της Κύπρου και του Βοημούνδου. Πέθανε το 1275 και τον διαδέχθηκε στην Τρίπολη και ως μνηστήρας στην Αντιόχεια ο γιος του Βοημούνδος Ζ΄. Άφησε και άλλες τρεις θυγατέρες με τη σύζυγό του, Σιβύλλα της Αρμενίας, ανάμεσα στις οποίες και η Λουκία της Τρίπολης.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Histoire des Croisades", René Grousset, Editions Perrin (Paris)
  • History of the Crusades, Vol. 3, Runciman, Steven, Cambridge University Press, 1954.
  • Venegoni, L. (2003). "Hulagu's Campaign in the West (1256-1260)". Transoxiana: Journal Libre de Estudios Orientales.
  • Richard, Jean (1999). The Crusades: c. 1071-c. 1291. Cambridge University Press.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bohemond VI of Antioch της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).