Βερνάρδος του Σπόνχαϊμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βερνάρδος του Σπόνχαϊμ
BernardSponheim.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1180[1]
Θάνατος4  Ιανουαρίου 1256[2][1]
Völkermarkt
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητααριστοκράτης
Οικογένεια
ΣύζυγοςΙουδήθ της Βοημίας (από 1213)[3]
ΤέκναΦίλιππος του Σπόνχαϊμ
Ούλριχ Γ΄ της Καρινθίας[4]
ΓονείςΕρμάνος της Καρινθίας και Αγνή της Αυστρίας (π.1151-1182)
ΑδέλφιαΟύλριχ Β΄ της Καρινθίας
Béla, Heir of Hungary
ΟικογένειαΟίκος του Σπόνχαϊμ
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΔούκας της Καρινθίας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Βερνάρδος, γερμ.: Bernhard von Spοnheim ή Spanheim, (1176 ή 1181 - 4 Ιανουαρίου 1256), μέλος του ευγενούς Οίκου του Σπόνχαϊμ, ήταν δούκας της Καρινθίας για 54 χρόνια από το 1202 μέχρι το τέλος του. Προστάτης του ιπποτισμού και του τροβαδούρων (minnesang), η βασιλεία του Bερνάρδου σηματοδότησε την εμφάνιση του δουκάτου της Καρινθίας ως αποτελεσματικού εδαφικού πριγκιπάτου.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1122 ο μεγάλος θείος τού πατέρα τού Bερνάρδου, ο Ερρίκος Δ΄ του Σπόνχαϊμ, καταγόμενος από τη Ρηνανική Φραγκονία, είχε κληρονομήσει το βασιλικό κτήμα της Καρινθίας. Μετά το τέλος του το επόμενο έτος, τον διαδέχθηκε ο μικρότερος αδελφός του Ένγκελμπερτ, ο πρόπαππος του Βερνάρδου.

Ο πατέρας του ήταν ο Ερμάνος δούκας της Καρινθίας, ο οποίος κυβέρνησε από το 1161 έως το 1181. [5] Αρχικά τον διαδέχθηκε ο μεγαλύτερος αδελφός τού Μπέρνχαρντ, ο Ούλριχ Β΄ ως δούκας, ο οποίος κυβέρνησε για δύο δεκαετίες, αλλά απεβίωσε άτεκνος στις 10 Αυγούστου 1202, ενώ στη συνέχεια τον διαδέχθηκε ο Βερνάρδος. Μητέρα του ήταν η Aγνη της Αυστρίας (π. 1151/54 – 13 Ιανουαρίου 1182), μέλος του Οίκου των Μπάμπενμπεργκ. [5]

Εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βερνάρδος ήταν στην πραγματικότητα επίτροπος στο δουκάτο της Καρινθίας, από τότε που ο μεγαλύτερος αδελφός του Ούλριχ Β΄ αρρώστησε βαριά, πιθανώς από λέπρα, αφού είχε ενταχθεί στη Σταυροφορία του 1197. Στη σύγκρουση μεταξύ του αντίπαλου Οίκου των Χοενστάουφεν και των Γουέλφων γύρω από τον Γερμανικό θρόνο, μετά το τέλος του βασιλιά Ερρίκου Δ΄, συνέχισε αρχικά την υποστήριξη του αδελφού του προς τον συγγενή τους Φίλιππο των Χοενστάουφεν, δούκα της Σουηβίας, αλλά στράφηκε στον Όθωνα Δ΄ των Γουέλφων μετά τη δολοφονία του Φιλίππου το 1208 και παρευρέθηκε στη στέψη του στη Ρώμη. Ο Βερνάρδος άλλαξε και πάλι πλευρά στον ανιψιό του Φιλίππου, τον Φρειδερίκο Β΄, ο οποίος είχε εκλεγεί βασιλιάς των Ρωμαίων το 1212 και τελικά επικράτησε.

Ο Βερνάρδος παρέμεινε πιστός υποστηρικτής της δυναστείας των Χοενστάουφεν. Υποστήριξε τις προσπάθειες του μεγάλου Μαγίστρου Ερμάνος φον Ζάλτσα να επιτευχθεί συμφιλίωση μεταξύ του βασιλιά Φρειδερίκου Β΄ και του πάπα Γρηγορίου Θ΄ και σφράγισε μία ειρηνευτική συμφωνία του 1230 στην εκκλησία του Σαν Γκερμάνο. Αργότερα μεσολάβησε επίσης στη σύγκρουση μεταξύ του βασιλιά και του επαναστατημένου γιου του, βασιλιά Ερρίκου Ζ΄. Το 1237 υποστήριξε την εκλογή του μικρότερου αδελφού του Ερρίκου Ζ΄, του βασιλιά Κορράδου Δ΄. Ωστόσο στα τελευταία του χρόνια, έχοντας συνάψει συζυγικές σχέσεις με τη δυναστεία των Πρεμυσλιδών της Βοημίας και των κομήτων των Άντεχς, στράφηκε μακριά από τον στενοχωρημένο Φρειδερίκο Β΄ προς την υπερορεινή μερίδα. Το 1247 επέτυχε την εκλογή του μικρότερου γιου του Φιλίππου ως αρχιεπίσκοπου του Σάλτσμπουργκ.

Το αναβρυτήριο Μπέρνχαρντ φον Σπόνχαϊμ στο Κλάγκενφουρτ.

Ένας πρίγκιπας με έδαφος (princeps terre) κατά την κρίση του, ο Bερνάρδος επικεντρώθηκε στην περιφερειακή πολιτική και στόχευε στην επέκταση των κτημάτων του ενάντια σε ανταγωνιστικούς πρίγκιπες της περιοχής, όπως ο πατριάρχης Μπέρτολντ της Aκουιλέια ή οι επίσκοποι του Μπάμπεργκ που έλεγχαν την πόλη Φίλαχ και σημαντικούς εμπορικούς δρόμους προς την Ιταλία, αν και χωρίς μεγάλη επιτυχία. Επιπλέον, οι αρχιεπίσκοποι του Σάλτσμπουργκ μπόρεσαν να ενισχύσουν τη θέση τους ιδρύοντας τις επισκοπές του Σέκαου και του Λάβαντ το 1218 και το 1225 αντίστοιχα, ενώ ο δούκας επέλεξε μία μακροχρόνια διαμάχη με τον κόμη Mάινχαρντ Γ΄ της Γκορίτσια γύρω από τα μικρά κτήματα Γκράιφενμπουργκ.

Με τη σειρά του, ο Bερνάρδος εδραίωσε ένα δουκικό κέντρο δύναμης, που περιλάμβανε το τρίγωνο της πόλης Σανκτ Βάιτ, όπου ίδρυσε ένα νομισματοκοπείο το 1205, το Φόλκενμαρκτ και το Kλάγκενφουρτ, την μετέπειτα πρωτεύουσα της Καρινθίας, που είχε μεταφέρει στη σημερινή της θέση το 1246. Η αυλή του Βερνάρδου στο Σανκτ Βάιτ ήταν ο τόπος των εορταστικών ιπποτικών κονταρομαχιών (tournois) και ένας χώρος συνάντησης τροβαδούρων, όπως ο Βάλτερ φον ντερ Φόγκελβαϊντε. Στο ποίημά του Γυναικεία υπηρεσία (Frauendienst), ο Ούλριχ φον Λήχτενσταϊν αποδίδει την άφιξή του στην Καρινθία με το σχήμα μίας Αφροδίτης το 1227, όταν ο δούκας Bερνάρδος τον δέχθηκε με τον Σλοβενικό χαιρετισμό Buge waz primi, gralva Venus («Ο Θεός μαζί σου, βασιλική Αφροδίτη»).

Οι ελπίδες του Bερνάρδου να επεκτείνει την επιρροή του μετά την εξαφάνιση της Αυστριακής δυναστείας των Μπάμπενμπεργκ το 1246 δεν ευωδόθηκαν. Ωστόσο απέκτησε τον έλεγχο του στρατηγικά σημαντικού περάσματος Λόιμπλ και του σάγματος Ζέεμπεργκ, οδηγώντας μέσω της οροσειράς Kάραβανκς στην παρακείμενη μαρκιωνία της Καρνιόλης στον νότο, όπου ο γιος του Ούλριχ Γ΄ το 1248 έγινε λάτγκραβος (dominus Carniolae) μετά τον γάμο του με την Aγνή των Άντεχς, κόρη του Όθωνα Α΄ δούκα της Μερανίας. Επίσης πιστώνεται ως ιδρυτής του Κιστερκιανού αβαείου Κοστανιέβιτσα (Kostanjevica, Landstraß) στην Κάτω Καρνιόλα περί το 1234. Ο Βερνάρδος τάφηκε στο αβαείο του Αγίου Παύλου στο Λάβανταλ.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θυρεός του δουκάτου της Καρινθίας μέχρι το 1246
Ο θυρεός της Καρινθίας από το 1246

Η υψηλή θέση, του δούκα Βερνάρδου προέρχεται από τον γάμο του με την Ιουδήθ, κόρη του Πρεμυσλίδη βασιλιά Ότοκαρ Α΄ της Βοημίας και της πριγκίπισσας των Άρπαντ Κωνσταντίας της Ουγγαρίας, το 1213. [5] Τέσσερα γνωστά παιδιά προέκυψαν από τον γάμο:

  • Ούλριχ Γ΄ (π. 1220–1269), δούκας της Καρινθίας 1256–1269, μάργραβος της Καρνιόλας από το 1248 [5].
  • Βερνάρδος (απεβ. πριν από το 1249).
  • Μαργαρίτα (απεβ. πριν το 1249).
  • Φίλιππος (π. 21/22 Ιουλίου 1279), αρχιεπίσκοπος του Σάλτσμπουργκ από το 1247 έως το 1256 και πατριάρχης της Ακουιλέια από το 1269 έως το 1273 [5]

Η σχέση με τη δυναστεία των Πρεμυσλιδών έγινε κρίσιμη, όταν ο γιος τού Βερνάρδου, ο δούκας Ούλριχ Γ΄, απεβίωσε χωρίς κληρονόμους το 1269. Ο μικρότερος αδερφός του Φίλιππος διεκδικούσε τα κτήματα της Καρινθίας και της Καρνιόλας, ωστόσο δεν μπόρεσε να επικρατήσει έναντι του πρώτου εξαδέλφου του, βασιλιά Ότακαρ Β΄ της Βοημίας, ο οποίος το 1268 είχε υπογράψει συνθήκη κληρονομιάς με τον αποβιώσαντα δούκα Ούλριχ Γ΄. Αν και ο Φίλιππος έλαβε το φέουδο από τον βασιλιά των Ροδόλφο Α΄ των Αψβούργων, βασιλιά της Γερμανίας το 1275, δεν μπόρεσε να αναλάβει την κυριαρχία μετά το τέλος του βασιλιά Ότακαρ Β΄ στη μάχη του 1278 στο Mάρχφελντ.

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Darryl Roger Lundy: (Αγγλικά) The Peerage. p61970.htm#i619691. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. www.deutsche-biographie.de/sfz69455.html. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. p61970.htm#i619691. Ανακτήθηκε στις 7  Αυγούστου 2020.
  4. Darryl Roger Lundy: (Αγγλικά) The Peerage.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Loud & Schenk 2017, σελ. xxxii.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Loud, επιμ. (2017). The Origins of the German Principalities, 1100-1350: Essays by German Historians. Taylor & Francis.