Βασιλικός πιγκουίνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βασιλικός πιγκουίνος
Βασιλικός πιγκουίνος στη νήσο Νότια Γεωργία
Βασιλικός πιγκουίνος στη νήσο Νότια Γεωργία
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά (Vertebrata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Σφηνισκόμορφα (Sphenisciformes)
Οικογένεια: Σφηνισκίδες (Spheniscidae)
Γένος: Απτηνοδύτης (Aptenodytes)
Είδος: Aptenodytes patagonicus
Απτηνοδύτης ο παταγονικός

Miller,JF, 1778

Ο βασιλικός πιγκουίνος (επιστημονική-λατινική ονομασία Aptenodytes patagonicus) είναι το δεύτερο σε μέγεθος είδος πιγκουίνου μετά τον αυτοκρατορικό πιγκουίνο. Υπάρχουν δύο υποείδη βασιλικού πιγκουίνου: ο A. p. patagonicus και ο A. p. halli. Ο A. p. patagonicus συναντάται στον νότιο Ατλαντικό Ωκεανό, ενώ ο halli στον νότιο Ινδικό Ωκεανό (Αρχιπέλαγος Κεργκελέν, Αρχιπέλαγος Κροζέ, Νήσοι Πρίγκιπα Εδουάρδου και Νήσοι Χερντ και Μακντόναλντ) και στη Νήσο Μακουάρι του Ειρηνικού.[1] Γενικώς δηλαδή ζουν και αναπαράγονται στην Παταγονία και στις υποανταρκτικές νήσους της Γης.

Οι βασιλικοί πιγκουίνοι τρέφονται κυρίως με μυκτηροφίδες (οικογένεια μικρών ψαριών), καλαμάρια και κριλ. Σε «εκστρατείες» αναζητήσεως τροφής οι βασιλικοί πιγκουίνοι καταδύονται επανειλημμένα σε βάθη μεγαλύτερα των 100 μέτρων, ενώ έχουν καταγραφεί και καταδύσεις τους σε βάθη μεγαλύτερα των 300 μέτρων.[2] Οι θηρευτές που τρώνε βασιλικούς πιγκουίνους ή τα αβγά τους περιλαμβάνουν τους μακρονήκτες, τα σκούα, τη χιονίδα, τη φώκια λεοπάρδαλη και την όρκα.

Εμφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοντινό πλάνο του A. p. patagonicus στη νήσο Νότια Γεωργία

Ο ενήλικος βασιλικός πιγκουίνος έχει ύψος από 70 εκατοστά μέχρι 1 μέτρο και ζυγίζει από 9,3 έως 18 κιλά.[3][4][5] Παρά το ότι τα αρσενικά και τα θηλυκά δεν διαφέρουν στην εμφάνιση (μονομορφικό είδος), μπορεί κάποιος να τα ξεχωρίσει από τις φωνές τους.[6] Επίσης τα αρσενικά είναι ελαφρώς μεγαλύτερα από τα θηλυκά. Η μέση μάζα σώματος των ενηλίκων της Νήσου Μάριον ήταν 12,4 χιλιόγραμμα σε δείγμα 70 αρσενικών και 11,1 χιλιόγραμμα σε δείγμα 71 θηλυκών. Ο βασιλικός πιγκουίνος είναι περίπου 25% κοντύτερος και ζυγίζει περίπου 33% λιγότερο από τον αυτοκρατορικό πιγκουίνο.[7][8]

Σε πρώτη ματιά ο βασιλικός πιγκουίνος φαίνεται σχεδόν ίδιος με τον στενό συγγενή του, τον αυτοκρατορικό πιγκουίνο, με ένα ευρύ τμήμα ανοικτού πορτοκαλί φτερώματος πίσω από το μάγουλο που δημιουργεί κτυπητή αντίθεση με το γύρω σκούρο φτέρωμα, αλλά και κίτρινο-πορτοκαλί φτέρωμα στο στέρνο. Ωστόσο, το τμήμα πίσω από το μάγουλο του ενήλικα βασιλικού πιγκουίνου είναι σαφώς πορτοκαλί, ενώ εκείνο του αυτοκρατορικού πιγκουίνου είναι κίτρινο και λευκό. Επίσης το φτέρωμα του στέρνου τείνει να είναι πιο κοντά στο πορτοκαλί και λιγότερο κίτρινο στον βασιλικό, παρά στον αυτοκρατορικό. Αμφότερα τα είδη έχουν πολύχρωμο σημάδι κατά μήκος της γνάθου, που όμως στον «αυτοκράτορα» τείνουν προς το ροζ, ενώ στον βασιλικό πιγκουίνο είναι πορτοκαλί. Τα δυο είδη πιγκουίνου μπορούν να ξεχωρίσουν και από το μακρύτερο και πιο ευθύγραμμο ράμφος του βασιλικού πιγκουίνου, τις μεγαλύτερες πτέρυγες/πτερύγια και το λεπτότερο σώμα. Τα δύο είδη δεν κατοικούν γενικώς στις ίδιες περιοχές, με λίγες εξαιρέσεις περιπλανώμενων ή παρασυρθέντων στη θάλασσα ατόμων. Ο μικρός βασιλικός πιγκουίνος ωστόσο είναι πολύ διαφορετικός στην εμφάνιση, με το μακρύ του ράμφος και το σκούρο καφέ πτέρωμά του, από τον κυρίως γκρίζο νεαρό αυτοκρατορικό, που έχει μαύρη και άσπρη «μάσκα». Μόλις αλλάξει το νεανικό του καφετί φτέρωμα, ο νεαρός βασιλικός πιγκουίνος μοιάζει με τον ενήλικο, απλώς είναι λίγο λιγότερο πολύχρωμος.

Σκελετός βασιλικού πιγκουίνου (Aptenodytes patagonicus)

Ο βασιλικός πιγκουίνος αναπαράγεται συχνά στις ίδιες μεγάλες υποανταρκτικές νήσους με τουλάχιστον τους μισούς άλλους πιγκουίνους των άλλων γενών, αλλά από εκείνους ξεχωρίζει αμέσως εξαιτίας του πολύ μεγαλύτερου ύψους του, τα έντονα χρωματιστά σημάδια στο άνω μέρος του και τη ράχη του, που είναι γκρίζα αντί μαύρη ή σχεδόν μαύρη.[3][9][10]

Ενδιαίτημα και γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγάλη αποικία βασιλικών πιγκουίνων στο πεδίο Σώλσμπερυ στη νήσο Νότια Γεωργία

Ο βασιλικός πιγκουίνος αναπαράγεται στις υποανταρκτικές νήσους της Γης, σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 45 και 55° Ν, αλλά και στις βορειότερες άκρες της Ανταρκτικής, στη Γη του Πυρός, στις Νήσους Φώκλαντ και σε άλλα εύκρατα νησιά της περιοχής. Ο συνολικός του παγκόσμιος πληθυσμός εκτιμάται ότι είναι 2,23 εκατομμύρια ζευγάρια και ότι αυξάνεται.[3] Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί σε εδάφη αναπαραγωγής βρίσκονται στο Αρχιπέλαγος Κροζέ, με περίπου 455.000 ζεύγη, 228.000 ζεύγη στις Νήσους Πρίγκιπα Εδουάρδου, 240.000 έως 280.000 στο Αρχιπέλαγος Κεργκελέν και πάνω από 100.000 στις Νήσους Νότια Γεωργία και Νότιες Σάντουιτς. Η Νήσος Μακουάρι έχει σήμερα περί τα 70.000 ζεύγη. Μέχρι το 1920 ωστόσο, ο πληθυσμός του βασιλικού πιγκουίνου στη Νότια Γεωργία και τα Νησιά Φώκλαντ είχε σχεδόν εξολοθρευθεί από τους φαλαινοθήρες: τα νησιά αυτά δεν είχαν καθόλου δένδρα για να κόψουν για καύσιμη ύλη, οπότε έκαψαν με τον καιρό χιλιάδες τόνους από λίπος πιγκουίνου ως καύσιμο για τις φωτιές που έπρεπε να κρατούν αναμμένες διαρκώς για την εξαγωγή του λίπους της φάλαινας σε υγρή μορφή. Επίσης χρειάζονταν φωτιά για τη δική τους θέρμανση και για να μαγειρέψουν το φαγητό τους, χώρια που έτρωγαν και αβγά πιγκουίνων, κάποτε και τα ίδια τα πουλιά. Η μη αναπαραγωγική κατανομή του είναι άγνωστη, καθώς αρκετοί περιπλανώμενοι βασιλικοί πιγκουίνοι έχουν παρατηρηθεί στην Ανταρκτική Χερσόνησο, τη Νότια Αφρική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.

Μία από τις μεγαλύτερες γνωστές αποικίες βασιλικού πιγκουίνου, εκείνη της Νήσου των Χοίρων στο Αρχιπέλαγος Κροζέ, θεωρείται ότι υπέστη μεγάλη μείωση πληθυσμού μέσα σε λίγες δεκαετίες, από περίπου μισό εκατομμύριο τη δεκαετία του 1980 σε περίπου 60 χιλιάδες αναπαραγωγικά ζεύγη[11] το 2017. Η αιτία αυτής της μειώσεως οφείλεται ίσως σε μεταβολές στο οικοσύστημα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, καθώς οι κυριότερες πηγές τροφής τους μετακινούνται νοτιότερα απο τα μέρη στα οποία μπορούν να φθάσουν. Αυτό θα μπορούσε να επιφέρει πληθυσμιακές μειώσεις αλλά και αλλαγές στις τοποθεσίες αναπαραγωγής του είδους.[12]

Τον Αύγουστο του 1936 η Εταιρεία Προστασίας της Φύσεως απελευθέρωσε στη φύση αρκετούς βασιλικούς πιγκουίνους για πρώτη φορά στο Βόρειο Ημισφαίριο: έξω από το ψαροχώρι Gjesvær της βόρειας Νορβηγίας και στο Ρεστ, το νοτιότερο νησί του αρχιπελάγους Λοφότεν, επίσης στη Νορβηγία. Οι πιγκουίνοι αυτοί παρατηρήθηκαν αρκετές φορές κατά τη δεκαετία του 1940 στις περιοχές αυτές, αλλά κανένας δεν καταγράφηκε επισήμως από το 1949 μέχρι σήμερα, αν και υπήρξαν λίγες ανεπιβεβαίωτες παρατηρήσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1950.[13]

Οικολογία και συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αμερικανός ζωολόγος Τζέρυ Κούυμαν (Gerry Kooyman) έφερε επανάσταση στη μελέτη της τροφοσυλλεκτικής συμπεριφοράς των πιγκουίνων το 1971, όταν δημοσίευσε τα αποτελέσματά του από την πρόσδεση συσκευών αυτόματης καταγραφής καταδύσεων πάνω σε αυτοκρατορικούς πιγκουίνους[14]. Ο ίδιος κατέγραψε μια κατάδυση σε βάθος 235 μέτρων ενός βασιλικού πιγκουίνου[15] το 1982. Το μέγιστο βάθος καταδύσεως βασιλικού πιγκουίνου που έχει καταγραφεί έτσι μέχρι σήμερα είναι 343 μέτρα, στην περιοχή των Νήσων Φώκλαντ[16] και μέγιστο χρόνο παραμονής κάτω από το νερό σε μία κατάδυση 552 δευτερόλεπτα, που καταγράφηκε στο Αρχιπέλαγος Κροζέ.[17] Συνήθως πάντως ο βασιλικός πιγκουίνος καταδύεται μέχρι βάθους εκατό έως τριακοσίων μέτρων και παραμένει περίπου 5 λεπτά κάτω από το νερό. Αυτό τις ώρες που υπάρχει φως της ημέρας, διότι καταδύεται και τη νύκτα, αλλά σε βάθη μικρότερα των τριάντα μέτρων.[18][19]

Φωνές βασιλικών πιγκουίνων από τον Κόλπο Λουζιτάνια στη Νήσο Μακουάρι

Παρατηρήσεις στο Αρχιπέλαγος Κροζέ απεκάλυψαν ότι συνήθως τα πουλιά βρίσκονται σε αποστάσεις μέχρι 30 χιλιομέτρων από την αποικία.[20] Παρομοίως, με βάση τη μέση ταχύτητα κολυμβήσεως ο Κούυμαν υπολόγισε την απόσταση που διανύεται μέχρι τις περιοχές τροφοσυλλογής στα 28 χιλιόμετρα.[18] Η μέση ταχύτητα κολυμβήσεως του βασιλικού πιγκουίνου είναι 6,5 έως 10 χιλιόμετρα την ώρα (km/h). Στις αβαθείς καταδύσεις (μικρότερες από 60 μ.) αυτή είναι κατά μέσο όρο 2 km/h κατά την άνοδο και την κάθοδο, ενώ στις βαθιές (άνω των 150 μ.) φθάνει τα 5 km/h σε αμφότερες τις κατευθύνσεις.[19][21]

Στην ξηρά ο βασιλικός πιγκουίνος κινείται με δύο διαφορετικούς τρόπους: είτε περπατά με τον χαρακτηριστικό «κουνιστό τρόπο», είτε γλιστρά πάνω στον πάγο με την κοιλιά, προωθούμενος με τα πόδια του και τα πτερύγιά του.[22]

Διατροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασιλικός πιγκουίνος αλλάζει πτέρωμα.

Οι βασιλικοί πιγκουίνοι τρώνε διάφορα είδη μικρών ψαριών, καλαμάρια και κριλ. Τα ψάρια αποτελούν περίπου το 80% της τροφής τους, εκτός από τους χειμερινούς μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, οπότε το ποσοστό αυτό πέφτει περίπου στο 30%.[19] Τα περισσότερα ψάρια που τρώνε ανήκουν στην οικογένεια μυκτηροφίδες και κυρίως στα είδη Electrona carlsbergi και Krefftichthys anderssoni, καθώς και στο είδος Protomyctophum tenisoni. Από άλλες οικογένειες ψαριών τρώει τα είδη Paradiplospinus gracilis και Champsocephalus gunneri. Από καλαμάρια τρώει είδη της οικογένειας ονυχοτευθίς, αλλά και το είδος Martialia hyadesii, καθώς και νεαρά άτομα του Gonatus antarcticus.[19]

Θηρευτές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζώα που τρώνε βασιλικούς πιγκουίνους, αβγά και νεοσσούς τους είναι κυρίως άλλα θαλασσοπούλια και θαλάσσια θηλαστικά:

  • Οι μακρονήκτες τρώνε πολλούς νεοσσούς και νεαρά άτομα, και λιγότερο αβγά. Κατά περίπτωση σκοτώνουν και ενήλικες βασιλικούς πιγκουίνους, αλλά κυρίως άρρωστα ή τραυματισμένα πουλιά. Επίσης τρώνε πτώματα ενήλικων πουλιών και νεοσσών που έχουν πεθάνει από άλλη αιτία.[23][24]
  • Είδη σκούα (γένος Stercorarius) αρπάζουν μικρούς νεοσσούς και αβγά, σε μεγάλους αριθμούς σε περιοχές όπου τα σκούα φωλιάζουν κοντά σε αποικίες των πιγκουίνων.[25][26][27]
  • Η χιονίδα (Chionis alba) και ο δομινικανός γλάρος (Larus dominicanus) τρώνε πτώματα νεοσσών και αβγά που έχουν μείνει αφύλακτα.[28]
  • Η φώκια λεοπάρδαλη (Hydrurga leptonyx) αρπάζει ενήλικους και νεαρούς πιγκουίνους στη θάλασσα.[29]
  • Η όρκα κυνηγά επίσης βασιλικούς πιγκουίνους.[30]
  • Αρσενικές, ιδίως νεαρές, γουνοφόρες φώκιες της Ανταρκτικής στη Νήσο Μάριον έχουν επίσης παρατηρηθεί να κυνηγούν, να σκοτώνουν και να τρώνε βασιλικούς πιγκουίνους στην ακτή.[31][32]

Ζευγάρωμα και αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζεύγος από βασιλικούς πιγκουίνους εκτελεί τελετουργία φλερτ στη νήσο Νότια Γεωργία.
Βασιλικοί πιγκουίνοι ζευγαρώνουν στη Νήσο Μακουάρι.

Ο βασιλικός πιγκουίνος είναι σε θέση να αναπαραχθεί από την ηλικία των τριών ετών, αν και μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό (5% στο Αρχιπέλαγος Κροζέ) αναπαράγεται σε τόσο μικρή ηλικία: η μέση ηλικία του πρώτου ζευγαρώματος είναι τα 5 ή 6 έτη.[33] Το είδος είναι σειριακά μονογαμικό, δηλαδή το κάθε άτομο έχει μόνο ένα ταίρι κάθε έτος, πιστό για όλη τη χρονιά, αλλά το επόμενο έτος έχει πιθανότητα πάνω από 70% να ζευγαρώσει με άλλο ταίρι.[34]

Ο βασιλικός πιγκουίνος έχει μια εξαιρετικά παρατεταμένη διαδικασία εκτροφής, που διαρκεί περίπου 14 έως 16 μήνες από την ωοτοκία μέχρι να αποχωρισθεί ο νεοσσός από τους γονείς του.[35] Αν και προσπαθεί να ζευγαρώσει κάθε χρονιά, γενικώς επιτυγχάνουν ωοτοκία μόνο κάθε δεύτερο έτος, ή δύο στα τρία έτη (η δεύτερη εκδοχή είναι συνήθης στη Νότια Γεωργία).[29] Ο αναπαραγωγικός κύκλος αρχίζει την άνοιξη, καθώς οι πιγκουίνοι επιστρέφουν στις αποικίες για μια γαμήλια αλλαγή πτερώματος (όσοι δεν έχουν αφήσει απογόνους την προηγούμενη χρονιά φθάνουν συνήθως νωρίτερα). Κατόπιν επιστρέφουν στη θάλασσα για τρεις περίπου εβδομάδες προτού βγουν στην ακτή για ζευγάρωμα τον Νοέμβριο ή τον Δεκέμβριο.[36]

Αβγό βασιλικού πιγκουίνου

Ο θηλυκός βασιλικός πιγκουίνος γεννά ένα αχλαδόσχημο άσπρο αβγό που ζυγίζει 300 γραμμάρια.[37] Αρχικώς το αβγό έχει μαλακό κέλυφος, αλλά μετά σκληραίνει και το χρώμα του αλλάζει σε χλομό πράσινο. Οι διαστάσεις του είναι περίπου 10 x 7 εκατοστά[37] και επωάζεται περί τις 55 ημέρες με αμφότερους τους γονείς να μοιράζονται την επώαση με βάρδιες που διαρκούν από 6 έως 18 ημέρες η καθεμιά. Ο βασιλικός πιγκουίνος, όπως και ο αυτοκρατορικός πιγκουίνος, ισορροπεί το αβγό πάνω στα πόδια του και το επωάζει σε ένα ειδικό βαθούλωμα που έχει στην κοιλιά πάνω από αυτά, ώστε να μην έρχεται σε επαφή με το κρύο έδαφος.

Η εκκόλαψη μπορεί να χρειασθεί δύο ή και τρία εικοσιτετράωρα για να ολοκληρωθεί, και οι νεοσσοί χρειάζονται τη φροντίδα των γονέων τους για να επιβιώσουν και παραμένουν δίπλα τους, όχι μόνο για τροφή, αλλά και για ζεστασιά, αφού φέρουν μόνο ένα λεπτό και υποτυπώδες φτέρωμα.[38] Στη φάση αυτή, που υπάρχει και στον αυτοκρατορικό πιγκουίνο, ο νεοσσός ζει ισορροπώντας πάνω στα πόδια των γονέων του, φωλιασμένος στο βαθούλωμα της κοιλιάς τους.[38] Τώρα οι γονείς εναλλάσσονται κάθε 3 έως 7 ημέρες, με τον έναν να προστατεύει τον νεοσσό και τον άλλο να φέρνει τροφή. Το στάδιο αυτό διαρκεί επί 30 έως 40 ημέρες. Μέχρι τότε ο νεοσσός έχει μεγαλώσει αρκετά και μπορεί να κρατά μόνος του επαρκώς τη θερμοκρασία του σώματός του και να προστατεύεται ο ίδιος από τους περισσότερους θηρευτές. Οι νεοσσοί του βασιλικού πιγκουίνου διαθέτουν φυσική περιέργεια και μπορεί να πάνε μακριά εξερευνώντας τα γύρω μέρη. Οι νεοσσοί σχηματίζουν μόνοι τους μια ομάδα, γνωστή ως crèche, που εποπτεύεται από λίγους μόνο ενήλικες πιγκουίνους. Οι περισσότεροι γονείς αφήνουν τα τέκνα τους σε αυτά τα crèche προκειμένου να αναζητήσουν τροφή, κάτι που συναντούμε και σε άλλα είδη πιγκουίνου.

Κοντινή φωτογραφία νεοσσού βασιλικού πιγκουίνου στη νήσο Νότια Γεωργία
Ομάδα (crèche) νεαρών βασιλικών πιγκουίνων στο Γκολντ Χάρμπορ της νήσου Νότιας Γεωργίας

Μέχρι τον Απρίλιο οι νεοσσοί έχουν μεγαλώσει σε σχεδόν το μέγεθος ενός ενήλικου πτηνού, αλλά χάνουν βάρος επειδή δεν τρώνε τον χειμώνα, για να το ξαναπάρουν και να το αυξήσουν από τις αρχές της ανοίξεως, τον Σεπτέμβριο. Στα τέλη της ανοίξεως και τις αρχές του καλοκαιριού.

Οι βασιλικοί πιγκουίνοι σχηματίζουν τεράστιες αποικίες αναπαραγωγής. Εξαιτίας του παρατεταμένου χρόνου ανατροφής των μικρών, στις τοποθεσίες αυτές βρίσκουμε πολλούς πιγκουίνους όλο το έτος, τόσο ενήλικες όσο και νεοσσούς. Κατά την ανατροφή, οι βασιλικοί πιγκουίνοι δεν κατασκευάζουν φωλιές, αλλά επιδεικνύουν ισχυρή εδαφοκτητική συμπεριφορά, κρατώντας σε απόσταση τους γείτονες πιγκουίνους. Οι θέσεις τους στο έδαφος της αποικίας είναι πολύ σταθερές επί εβδομάδες.

Ο βασιλικός πιγκουίνος, αρσενικός και θηλυκός, ταΐζει τα μικρά του τρώγοντας ο ίδιος ψάρια, χωνεύοντάς τα ελαφρώς και μετά βγάζοντάς τα από το στομάχι του και ρίχνοντάς τα μέσα στο στόμα των νεοσσών.

Εξαιτίας του σχετικώς μεγάλου μεγέθους του είδους, οι νεαροί βασιλικοί πιγκουίνοι χρειάζεται να φθάσουν σε ηλικία 14 έως 16 μηνών προτού να είναι έτοιμοι να βουτήξουν στη θάλασσα. Αυτό διαφέρει σημαντικά από μικρότερα είδη πιγκουίνων, που μεγαλώνουν τα μικρά τους μέσα σε ένα μόνο καλοκαίρι, οπότε η τροφή είναι άφθονη. Οι βασιλικοί πιγκουίνοι ζευγαρώνουν την κατάλληλη εποχή ώστε να μεγαλώνουν τα μικρά τους την εποχή που είναι η πλέον ακατάλληλη για ψάρεμα. Με τον τρόπο αυτόν όταν οι νεαροί πιγκουίνοι είναι αρκετά ώριμοι ώστε να εγκαταλείψουν τους γονείς τους, είναι καλοκαίρι και τα ψάρια στη θάλασσα αφθονούν, οπότε οι συνθήκες είναι οι ευνοϊκότερες για την επιβίωση των νεαρών και άπειρων πιγκουίνων μόνων τους στη θάλασσα.

Σχέση με τον άνθρωπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διατήρηση σε αιχμαλωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλικός πιγκουίνος μπορεί να διατηρείται σχετικώς εύκολα από τον άνθρωπο, ακόμα και σε μάλλον περιορισμένους χώρους, οπότε το έτος 1999 υπήρχαν σε ζωολογικούς κήπους και ενυδρεία της Βόρειας Αμερικής 176 τέτοια πουλιά[39], ακόμα και σε μέρη που απέχουν χιλιάδες χιλιόμετρα από θάλασσα, όπως στην Ιντιανάπολις[40] και στο Σαιντ Λούις[41] Στην Ευρώπη υπάρχουν τέτοιοι πιγκουίνοι στον Ζωολογικό κήπο του Βερολίνου, σε αυτούς της Ζυρίχης, του Ρότερνταμ, της Αμβέρσας, ακόμα και σε θερμότερες περιοχές, όπως στο Λόρο Πάρκε της Τενερίφης. Σε άλλες ηπείρους διατηρούνται στο ενυδρείο «63 Seaworld» (ή «Aqua Planet 63») της Σεούλ, στο «Sea Life» της Μελβούρνης, στο Ενυδρείο Μαρ ντελ Πλάτα της Αργεντινής, στο Ski Dubai, στον Ζωολογικό Κήπο Ασαχιγιάμα (Χοκάιντο της Ιαπωνίας)[42] και σε πολλά άλλα μέρη.

Αξιοσημείωτοι βασιλικοί πιγκουίνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Νιλς Όλαφ, η μασκότ της Βασιλικής Φρουράς της Νορβηγίας (Hans Majestet Kongens Garde), που φέρει μάλιστα επισήμως τον βαθμό του συνταγματάρχη, ωστόσο φυλάσσεται στον Ζωολογικό κήπο του Εδιμβούργου, στη Σκωτία.
  • Ο «Μίσα», κεντρικός χαρακτήρας δύο μυθιστορημάτων του Ουκρανού συγγραφέα Αντρέι Κουρκόφ, όπου χρησιμεύει και ως μεταφορά.
  • Ο γνωστός στον Καναδά «Pondus», η εικόνα του οποίου συναντάται σε διάφορα είδη σε καταστήματα, είναι βασιλικός πιγκουίνος. Προήλθε από σειρά παιδικών βιβλίων της Δανίας, που γράφηκαν από τον Ivar Myrhøj και περιέχουν φωτογραφίες από τον ίδιο τον συγγραφέα (τέλη της δεκαετίας του 1960). Εμφανίζεται και στην ταινία Ο Μπάτμαν επιστρέφει (1992).
  • Η «Λάλα ο Πιγκουίνος» έγινε «βάιραλ» διασημότητα στο Διαδίκτυο μετά από ένα αφιέρωμα του τηλεοπτικού σταθμού Animal Planet, στο οποίο πήγαινε σε κοντινό ιχθυοπωλείο στην Ιαπωνία για να πάρει ένα ψάρι, φορώντας ένα σακίδιο πλάτης ειδικής κατασκευής.[43] Η Λάλα είχε πιαστεί κατά λάθος από έναν ψαρά, που μαζί με την οικογένειά του περιέθαλψε το ζώο και το υιοθέτησε ως κατοικίδιο.[44]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 BirdLife International (2020): «Aptenodytes patagonicus» στην IUCN Red List of Threatened Species 2020: e.T22697748A184637776, doi:10.2305/IUCN.UK.2020-3.RLTS.T22697748A184637776.en. Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2021.
  2. Culik, B.M.; K. PÜTZ; R.P. Wilson; D. Allers; J. LAGE; C.A. BOST; Y. LE MAHO (Ιανουάριος 1996). «Diving Energetics in King Penguins (Aptenodytes patagonicus. Journal of Experimental Biology 199 (4): 973-983. PMID 8788090. http://jeb.biologists.org/content/199/4/973.full.pdf. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Shirihai, Hadoram (2002). A Complete Guide to Antarctic Wildlife. Alula Press. ISBN 978-951-98947-0-6. 
  4. McGonigal, D., L. Woodworth: Antarctica and the Arctic: The Complete Encyclopedia, Firefly Books, Ontario 2001
  5. Cherel, Y.; Leloup, J.; Le Maho, Y. (1988). «Fasting in king penguin. II. Hormonal and metabolic changes during molt». The American Journal of Physiology 254 (2 Pt 2): R178-184. doi:10.1152/ajpregu.1988.254.2.R178. PMID 3278625. 
  6. Kriesell, H.J.; Aubin, T.; Planas-Bielsa, V.; Benoiste, M.; Bonadonna, F.; Gachot-Neveu, H.; Le Maho, Y.; Schull, Q. και άλλοι. (2018). «Sex identification in King Penguins Aptenodytes patagonicus through morphological and acoustic cues». Ibis 160 (4): 755-768. doi:10.1111/ibi.12577. 
  7. Dunning, John B. Jr. (επιμ.): CRC Handbook of Avian Body Masses, 2η έκδ., CRC Press, 2008, ISBN 978-1-4200-6444-5.
  8. Adams, N.J.; Klages, N.T. (1987). «Seasonal variation in the diet of the king penguin (Aptenodytes patagonicus) at sub-Antarctic Marion Island». Journal of Zoology 212 (2): 303. doi:10.1111/j.1469-7998.1987.tb05992.x. https://archive.org/details/sim_journal-of-zoology_1987-06_212_2/page/303. 
  9. Nolan, Paul M.; Stephen Dobson, F.; Nicolaus, Marion; Karels, Tim J.; McGraw, Kevin J.; Jouventin, Pierre (2010). «Mutual Mate Choice for Colorful Traits in King Penguins». Ethology. doi:10.1111/j.1439-0310.2010.01775.x. https://semanticscholar.org/paper/bf5190a99ada8f9a066467cbca4fc9cf88d6a777. 
  10. Jouventin, Pierre; Nolan, Paul M.; Örnborg, Jonas; Dobson, F. Stephen (2005). «Ultraviolet Beak Spots in King and Emperor Penguins». The Condor 107 (1): 144-150. doi:10.1650/7512. https://archive.org/details/sim_condor_2005-02_107_1/page/144. 
  11. «Enormous penguin population crashes by almost 90%». Nature 560 (7717): 144. 2018-07-30. doi:10.1038/d41586-018-05850-2. PMID 30087467. Bibcode2018Natur.560R.144.. 
  12. Cristofari, Robin; Liu, Xiaoming; Bonadonna, Francesco; Cherel, Yves; Pistorius, Pierre; Le Maho, Yvon; Raybaud, Virginie; Stenseth, Nils Christian και άλλοι. (2018-02-26). «Climate-driven range shifts of the king penguin in a fragmented ecosystem». Nature Climate Change 8 (3): 245-251. doi:10.1038/s41558-018-0084-2. ISSN 1758-678X. Bibcode2018NatCC...8..245C. https://www.nature.com/articles/s41558-018-0084-2.epdf. 
  13. Long, John L. (1981). Introduced Birds of the World: The worldwide history, distribution and influence of birds introduced to new environments. Terrey Hills, Sydney: Reed. σελ. 30. ISBN 978-0-589-50260-7. 
  14. «Diving behaviour of the Emperor Penguin Aptenodytes forsteri». Auk 88 (4): 775–95. 1971. doi:10.2307/4083837. 
  15. Kooyman G.L., Davis R.W., Croxall J.P., Costa D.P. (1982). «Diving depths and energy requirements of the King Penguins». Science 217 (4561): 726-727. doi:10.1126/science.7100916. PMID 7100916. Bibcode1982Sci...217..726K. 
  16. Pütz, K.; Cherel, Y. (2005). «The diving behaviour of brooding king penguins (Aptenodytes patagonicus) from the Falkland Islands: variation in dive profiles and synchronous underwater swimming provide new insights into their foraging strategies». Marine Biology 147 (2): 281. doi:10.1007/s00227-005-1577-x. 
  17. Putz, K.; Wilson, R.P.; Charrassin, J.-B.; Raclot, T.; Lage, J.; Maho, Y. Le; Kierspel, M.A.M.; Culik, B.M. και άλλοι. (1998). «Foraging strategy of king penguins (Aptenodytes patagonicus) during summer at the Crozet Islands». Ecology 79 (6): 1905. doi:10.2307/176698. https://archive.org/details/sim_ecology_1998-09_79_6/page/1905. 
  18. 18,0 18,1 Kooyman G.L., Cherel Y., Le Maho Y., Croxall J.P., Thorson P.H., Ridoux V. (1992). «Diving behaviour and energetics during foraging cycles in King Penguins». Ecological Monographs 62 (1): 143-163. doi:10.2307/2937173. https://archive.org/details/sim_ecological-monographs_1992-03_62_1/page/143. 
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 Williams, σελ. 147
  20. Ridoux V., Jouventin P., Stahl J.C., Weimerskirch H. (1988). «Écologie alimentaire comparée des manchots nicheurs aux Iles Crozet» (στα γαλλικά). Revue d'Écologie 43: 345-355. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2021-04-28. https://web.archive.org/web/20210428022811/http://documents.irevues.inist.fr/handle/2042/55331. Ανακτήθηκε στις 2022-09-25. 
  21. Adams, N.J. (1987). «Foraging ranges of King Penguins Aptenodytes patagonicus during summer at Marion Island». Journal of Zoology 212 (3): 475-482. doi:10.1111/j.1469-7998.1987.tb02918.x. https://archive.org/details/sim_journal-of-zoology_1987-07_212_3/page/475. 
  22. Williams, σελ. 3
  23. Hunter, Stephen (2008). «The impact of avian predator-scavengers on King Penguin Aptenodytes patagonicus chicks at Marion Island». Ibis 133 (4): 343-350. doi:10.1111/j.1474-919X.1991.tb04581.x. 
  24. Le Bohec, Céline; Gauthier-Clerc, Michel; Gendner, Jean-Paul; Chatelain, Nicolas; Le Maho, Yvon (2003). «Nocturnal predation of king penguins by giant petrels on the Crozet Islands». Polar Biology 26 (9): 587. doi:10.1007/s00300-003-0523-y. 
  25. Descamps, Sébastien; Gauthier-Clerc, Michel; Le Bohec, Céline; Gendner, Jean-Paul; Le Maho, Yvon (2004). «Impact of predation on king penguin Aptenodytes patagonicus in Crozet Archipelago». Polar Biology 28 (4): 303. doi:10.1007/s00300-004-0684-3. 
  26. Emslie, S.D.; Karnovsky, N.; Trivelpiece, W. (1995). «Avian predation at penguin colonies on King George Island, Antarctica». The Wilson Bulletin 107 (2): 317-327. https://sora.unm.edu/sites/default/files/journals/wilson/v107n02/p0317-p0327.pdf. 
  27. Young, E.: Skua and penguin: predator and prey, Cambridge University Press, 2005
  28. Williams, σελ. 40
  29. 29,0 29,1 Stonehouse, B. (1960). «The King Penguin Aptenodytes patagonicus of South Georgia I. Breeding behaviour and development». Falkland Islands Dependencies Survey Scientific Report 23: 1-81. 
  30. Condy, P.R.; Aarde, R.J. Van; Bester, M.N. (2009). «The seasonal occurrence and behaviour of killer whales Orcinus orca, at Marion Island». Journal of Zoology 184 (4): 449. doi:10.1111/j.1469-7998.1978.tb03301.x. 
  31. Walker, Matt (2010-01-21). «King penguins become fast food for Antarctic fur seals». http://news.bbc.co.uk/earth/hi/earth_news/newsid_8470000/8470133.stm. Ανακτήθηκε στις 28 September 2012. 
  32. Charbonnier, Yohan; Delord, Karine; Thiebot, Jean-Baptiste (2009). «King-size fast food for Antarctic fur seals». Polar Biology 33 (5): 721. doi:10.1007/s00300-009-0753-8. https://www.researchgate.net/publication/47463312. 
  33. Williams, σ. 151
  34. Williams, σελ. 54
  35. Williams, σελ. 148
  36. Williams, σελ. 149
  37. 37,0 37,1 Williams, σελ. 150
  38. 38,0 38,1 Williams, σελ. 28
  39. Diebold E.N., Branch S., Henry L. (1999). «Management of penguin populations in North American zoos and aquariums». Marine Ornithology 27: 171-176. http://www.marineornithology.org/PDF/27/27_21.pdf. Ανακτήθηκε στις 31 March 2008. 
  40. «Penguin Feed/Chat». Indianapolis Zoo website. Indianapolis Zoo. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Αυγούστου 2011. Ανακτήθηκε στις 1 Δεκεμβρίου 2011. 
  41. «King Penguin». Saint Louis Zoo website. Saint Louis Zoo. 2009. Ανακτήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2016. 
  42. «Stock Photo - King penguin in asahiyama zoo, asahikawa in hokkaido, japan». 123RF. https://www.123rf.com/photo_75538864_king-penguin-in-asahiyama-zoo-asahikawa-in-hokkaido-japan.html. 
  43. «Lala Penguin Goes Shopping», Animal Planet, 2011
  44. del Castillo, Inigo. «In Japan, a penguin with a backpack walks alone to the fish market». Lost At E Minor. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Νοεμβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2018. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]