Βάλτερ Μόντελ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βάλτερ Μόντελ
Walter Model October 1944.jpg
Στρατάρχης Βάλτερ Μόντελ
Ψευδώνυμο Το λιοντάρι της άμυνας
Γέννηση 24 Ιανουαρίου 1891
Flag of the German Empire.svg Γκέντιν (Genthin), κοντά στο Μαγδεμβούργο, Γερμανικό Ράιχ
Θάνατος 21 Απριλίου 1945 (ετών 54)
Flag of Germany.svg Ράτινγκεν (Ratingen) της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας
Κλάδος War Ensign of Germany (1903-1918).svg Ράιχσχερ (1900–1918)
War Ensign of Germany (1921-1933).svg Ράιχσβερ (1919–1935)
Balkenkreuz.svg Βέρμαχτ (1935–1945)
Εν ενεργεία 1910–1945
Βαθμός Στρατάρχης (Generalfeldmarschall)
Διοικήσεις XIII Σώμα Στρατού, 9η Στρατιά, Ομάδα Στρατιών «Κέντρο»
Μάχες/πόλεμοι

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος
Εξέγερση του Ρουρ Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Τιμές Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού μετά Ξιφών και Φύλλα Δρυός

Ο Βάλτερ Μόντελ (Otto Moritz Walter Model, 24 Ιανουαρίου 189121 Απριλίου 1945) ήταν Γερμανός στρατηγός και αργότερα Στρατάρχης της Βέρμαχτ, ο οποίος διακρίθηκε ιδιαίτερα στις αμυντικές μάχες που έδωσε ο γερμανικός στρατός κυρίως στο ανατολικό αλλά και στο δυτικό μέτωπο. Θεωρείται ο αξιωματικός με την καλύτερη αμυντική τακτική που διέθετε η Ναζιστική Γερμανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[1] Ο Μόντελ είχε προκαλέσει την προσοχή του Χίτλερ, αλλά οι σχέσεις τους δεν έγιναν στενές πριν το 1942. Ο πεισματικός χαρακτήρας που επεδείκνυε κατά τη μάχη και η επιθετική του προσωπικότητα προκάλεσαν τις επιδοκιμασίες του Φύρερ, ο οποίος τον θεωρούσε έναν από τους καλύτερους μάχιμους διοικητές και προσέφυγε σε αυτόν κατ' επανάληψη, όταν οι συνθήκες στο μέτωπο ήταν απελπιστικές για τις γερμανικές δυνάμεις.[2] Οι σχέσεις των δύο ανδρών διερράγησαν όταν ο Μόντελ ηττήθηκε στη μάχη των Αρδεννών (τέλη 1944 - αρχές 1945). Ο Στρατάρχης εν τέλει αυτοκτόνησε στις 21 Απριλίου 1945 κάτω από δένδρο ενός δάσους στην περιοχή του Ράτινγκεν (Ratingen) της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μόντελ γεννήθηκε στο Γκέντιν (Genthin), κοντά στο Μαγδεμβούργο, στις 24 Ιανουαρίου 1891.[3]. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής μουσικής στο Γκέντιν. Ο νεαρός Μόντελ ήθελε να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία και εγγράφηκε στη στρατιωτική σχολή του Νάισσε το 1908. Αποφοίτησε το 1910 έχοντας μέτριες επιδόσεις και τοποθετήθηκε ως ανθυπολοχαγός στο 52ο Σύνταγμα Πεζικού.[4] Ως ανθυπολοχαγός, ο Μόντελ απέκτησε σύντομα τη φήμη ενός φιλόδοξου και ευσυνείδητου αξιωματικού, ο οποίος δεν δίσταζε να εκφράζει τη γνώμη του, αλλά ποτέ δεν απόκτησε στενές φιλίες με κάποιον από τους συναδέλφους του, κάτι που χαρακτήρισε ολόκληρη τη σταδιοδρομία του.[5]

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τo 1914 το Σύνταγμα στο οποίο υπηρετούσε στάλθηκε με την 5η Μεραρχία, μονάδα της οποίας αποτελούσε, στο Δυτικό Μέτωπο. Το 1915 ο Μόντελ τραυματίστηκε σοβαρά κοντά στο Αρράς και, λίγο αργότερα, επιβραβεύτηκε για τη γενναιότητα που επέδειξε κατά τη μάχη που έγινε κοντά στο Αρράς, με τον Σιδηρό Σταυρό 1ης Τάξεως.[4] Η εκτέλεση των καθηκόντων του στο πεδίο της μάχης προσείλκυσε την προσοχή του διοικητή της μονάδας Πρίγκηπα Όσκαρ της Πρωσίας (Prinz Oskar von Preussen), ενός από τους έξι γιους του Κάιζερ, και μετατέθηκε στο γερμανικό Γενικό Επιτελείο το 1916. Ο Μόντελ εγκατέλειψε το σύνταγμά του στα πρώτα στάδια της μάχης του Βερντέν και στάλθηκε για εκπαίδευση στο Σεντάν, όπως απαιτούσε η νέα του θέση. Επανήλθε στο μέτωπο το 1916 αρχικά ως υπασπιστής σε ταξιαρχία και στη συνέχεια ως διοικητής λόχου, με αποτέλεσμα και δεύτερο σοβαρό τραυματισμό του αλλά και δεύτερο παράσημο, αυτό του Σταυρού των Ιπποτών μετά Ξιφών. Όταν ανένηψε από τον τραυματισμό, ανέλαβε μια σειρά αποστολών για το Γενικό Επιτελείο, συμπεριλαμβανομένης και μιας σύντομης επίσκεψης στην Τουρκία το 1917. Με τον τερματισμό του Πολέμου ο Μόντελ έφερε τον βαθμό του λοχαγού και τοποθετήθηκε σε μεραρχία εν εφεδρεία.[6]

Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμμετοχή του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσέδωσε στον Μόντελ σημαντική υπόληψη ως ικανού αξιωματικού με σημαντικές προοπτικές. Ο ίδιος σκεφτόταν να ακολουθήσει μη στρατιωτική σταδιοδρομία, ωστόσο η τελική αναφορά του μεράρχου της 36ης Μεραρχίας εν εφεδρεία, Φραντς φον Ράνταου, το 1920, ανέγραφε ότι "ο Μόντελ είναι αφοσιωμένος και ικανός αξιωματικός και αξίζει να υπηρετήσει σε υψηλότερες στρατιωτικές βαθμίδες".[6][7] Ο Μόντελ ήταν ήδη γνωστός στον Χανς φον Ζέεκτ, τον επικεφαλής της "συρρικνωμένης" Ράιχσβερ από την προϋπηρεσία του ως επιτελικός αξιωματικός κατά τον Πόλεμο. Η αναφορά του μεράρχου και η προσωπική γνώση του Ζέεκτ σχετικά με τον νεαρό αξιωματικό είχαν ως αποτέλεσμα να του προταθεί μία από τις 4.000 θέσεις αξιωματικών στη Ράιχσβερ. Όπως αναγράφει ο Νιούτον στο βιβλίο του, "στο κάτω κάτω, υπήρχαν πολλοί 29άχρονοι λοχαγοί που είχαν τιμηθεί με τον Σιδηρό Σταυρό, είχαν υπηρετήσει ως διοικητές μονάδων και σε επιτελική θέση;".[8] Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ο Μόντελ συμμετείχε με στρατιωτική μονάδα στην καταστολή κομμουνιστικής εξέγερσης στην περιοχή του Ρουρ το 1920.[4]

Το 1921 νυμφεύτηκε τη Χέρτα Χούισσεν (Herta Huyssen) με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά: Την Κρίστα, τη Χέλλα και τον Χανσγκέοργκ.[9] Ο Μόντελ εν γένει δεν συμπαθούσε την πολιτική, δεν αναμίχθηκε σε καμία πολιτική ενέργεια της χαοτικής περιόδου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, απεχθανόταν να συζητά ιστορίες από τον Πόλεμο ή την πολιτική κατάσταση με τη σύζυγό του[10]

Το 1925 ο Μόντελ τοποθετήθηκε σε μια επίλεκτη μονάδα της Ράιχσβερ, την 3η Μεραρχία Πεζικού, και ενεπλάκη πολύ ενεργά στις δοκιμές των τεχνικών καινοτομιών της εποχής. Από το 1928 έδινε διαλέξεις περί τακτικής στη βασική εκπαίδευση των μελών του Γενικού Επιτελείου και το 1930 μετατέθηκε στο Τμήμα Εκπαίδευσης (Abteilung 4, γνωστού στον στρατό ως Τ-4) του "Truppenamt" στο Βερολίνο, όπου απέκτησε φήμη αφ' ενός μεν για την ενθουσιώδη υποστήριξή του στον στρατιωτικό εκσυγχρονισμό, αφ' ετέρου για την παντελή έλλειψη τακτ. Ο Φραντς Χάλντερ τον χαρακτήρισε ως "ιδιαίτερα τραχύ και, ορισμένες φορές, επί τούτου αγενή".

Το 1938 ο Μόντελ προβιβάζεται σε Ταξίαρχο (Generalmajor)[11] και είναι ο επικεφαλής στην επίδειξη του νέου οβιδοβόλου "Mörser 18", το οποίο βομβάρδισε ομοιώματα των τσεχοσλοβακικών οχυρώσεων. Η επίδειξη αυτή, όμως, δεν κατάφερε να εντυπωσιάσει τον Χίτλερ.

Η παραμονή του στη γερμανική πρωτεύουσα είχα ως αποτέλεσμα να έρθει σε επαφή με πολλά ανώτερα μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Ο Μόντελ, όπως πολλοί αξιωματικοί της εποχής, ήταν υποστηρικτής της Ναζιστικής κυβέρνησης. Ωστόσο, ο Χάλντερ, που είχε αναλάβει επικεφαλής του γερμανικού στρατού, θέλοντας να μειώσει την επιρροή φιλοχιτλερικών αξιωματικών, φρόντισε να μεταθέσει όσους από τους υποστηρικτές του Μόντελ είχαν απομείνει εν ενεργεία, όπως ο Έριχ φον Μανστάιν, ενώ άλλοι, όπως ο Λούντβιχ Μπεκ είχαν απομακρυνθεί από το στράτευμα. Ο Μόντελ μετατέθηκε από το Τ-4 στη Δρέσδη, όπου η έδρα του επιτελείου του 4ου Σώματος, μακριά από το κέντρο των εξελίξεων και των αποφάσεων ύστερα από πολλά χρόνια. Στη θέση αυτή τον βρήκε η εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939.[12]

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μόντελ πέρασε το πρώτο έτος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως αρχηγός του επιτελείου, πρώτα του IV Σώματος, κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία και, στη συνέχεια, της 16ης Στρατιάς κατά τη διάρκεια της μάχης της Γαλλίας (1940). Προάχθηκε σε υποστράτηγο τον Απρίλιο του 1940 και τοποθετήθηκε επικεφαλής της 3ης μεραρχίας Πάντσερ (θωρακισμένων), η οποία έφερε το προσωνύμιο Berliner Bärendivision)[13] τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Αγνόησε άμεσα όλο το τυπικό οργάνωσης και διοίκησης, γεγονός που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό στους άνδρες του, αλλά προκάλεσε την αγανάκτηση των ανδρών του επιτελείου του, οι οποίοι συχνά έπρεπε να συμμαζεύουν την ακαταστασία που άφηνε πίσω του. Εγκαθίδρυσε, επίσης, ένα σύστημα μικτής εκπαίδευσης ομάδων (kampfgruppen) των ανδρών του, ώστε τα πληρώματα των θωρακισμένων να εκπαιδεύονται και ως μάχιμο πεζικό, οι μηχανικοί και ως μονάδα αναγνώρισης κ.ο.κ. Αυτό το σύστημα επρόκειτο να καθιερωθεί λίγο διάστημα αργότερα, αλλά ως τότε δεν ήταν καθιερωμένη πρακτική της Βέρμαχτ του 1940 και των αρχών του 1941.[14]

Εισβολή στη Σοβιετική Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω της ηρεμίας που επικρατούσε στο Δυτικό Μέτωπο μετά τη μάχη της Αγγλίας, η μονάδα του Μόντελ μετακινήθηκε από αυτό προς τα ανατολικά και εντάχθηκε στο 2ο Σώμα θωρακισμένων (Panzergruppe 2) του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν.[4] Η εκστρατεία ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου και ο Γκουντέρια πίεζε τις μεραρχίες του να κινηθούν όσο πιο γρήγορα γινόταν. Η εντολή αυτή ήταν ό,τι έπρεπε για τον Μόντελ, του οποίου οι εμπροσθοφυλακές έφθασαν στον Δνείπερο στις 4 Ιουλίου, κατόρθωμά για το οποίο ανταμείφθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών. Το να διασχίσουν όμως οι δυνάμεις του τον ποταμό ήταν ένα ακόμη δύσκολο πρόβλημα, καθώς αυτές απωθήθηκαν από την προετοιμασμένη Σοβιετική 21η Στρατιά του Ερυθρού στρατού. Χρειάστηκε να περάσουν έξι ακόμη ημέρες πριν οι Γερμανοί οργανωθούν ώστε να αποτολμήσουν νέα προσπάθεια να διασχίσουν τον Δνείπερο. Ο Μόντελ, οι δυνάμεις του οποίου είχαν ενισχυθεί, τις αναδιοργάνωσε δημιουργώντας τρεις ομάδες: Μια βαρέος πεζικού που, αφού διέσχιζε τον ποταμό θα δημιουργούσε ένα προγεφύρωμα, μια ευκίνητη θωρακισμένη ομάδα που θα διέσχιζε το προγεφύρωμα και θα προχωρούσε πέρα από αυτό και μια ομάδα υποστήριξης, η οποία απαρτιζόταν από σχεδόν όλα τα πυροβόλα που διέθετε. Το σχέδιο αυτό δούλεψε τόσο καλά, που οι Γερμανοί διέσχισαν τον Δνείπερο σχεδόν χωρίς απώλειες. Ακολούθησαν δύο εβδομάδες σκληρών μαχών, για την εξασφάλιση της πτέρυγας των θωρακισμένων, κατά τη διάρκεια των οποίων προσάρτησε την 1η μεραρχία Ιππικού στην 3η Πάντσερ, ονομάζοντάς τις "ομάδα Μόντελ" (Gruppe Model). Στη συνέχεια επιτέθηκε στις σοβιετικές δυνάμεις που συγκεντρώνονταν κοντά στο Ροσλάβλ.[15]

Ύστερα από την πτώση του Σμολένσκ ο Χίτλερ διέταξε αλλαγή κατεύθυνσης και η ομάδα θωρακισμένων του Γκουντέριαν στράφηκε προς τα νότια και την Ουκρανία. Στόχος ήταν η παγίδευση των σοβιετικών δυνάμεων που υπεράσπιζαν το Κίεβο. Το εγχείρημα ήταν τολμηρό, καθώς η ομαδα δεν είχε καμία άλλη υποστήριξη σε όλη τη διαδρομή των 275 χιλιομέτρων. Αιχμή της ήταν και πάλι η 3η μεραρχία πάντσερ του Μόντελ. Από τις 24 Αυγούστου ως της 14 Σεπτεμβρίου ο Μόντελ πέτυχε κεραυνοβόλο διείσδυση στο νοτιοδυτικό μέτωπο των Σοβιετικών, κατά την οποία έπεισε τους άνδρες του ότι "η ταχύτητα ήταν το παν". Το εγχείρημα ολοκληρώθηκε με επιτυχία, όταν η 3η πάντσερ συναντήθηκε με τη 16η πάντσερ της ομάδας στρατιών "Νότος" κοντά στο Λόκβιτσα (Lokhvitsa). Με τον τρόπο αυτό η λαβίδα γύρω από το Κίεβο έκλεισε, αν και χρειάστηκαν μερικές ακόμη μέρες για να εξαλειφθούν όλοι οι θύλακες αντίστασης των Σοβιετικών.Ωστόσο, το εγχείρημα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο: Αναφέρεται ότι σε κάποια στιγμή η 3η πάντσερ είχε απομείνει με μόνο 10 άρματα επιχειρησιακώς ενεργά.[16]

Ύστερα από την επιτυχία αυτή, ο Μόντελ έλαβε προαγωγή σε αντιστράτηγο (1η Οκτωβρίου 1941) και ανέλαβε διοικητής του 41ου Σώματος θωρακισμένων, το οποίο έλαβε μέρος στη Μάχη της Μόσχας. Όταν έφθασε στο νέο του στρατηγείο, κοντά στο Καλίνιν, στις 14 Νοεμβρίου 1941 ο Μόντελ διαπίστωσε ότι το Σώμα του αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες, αφενός μεν λόγω των κάκιστων καιρικών συνθηκών, αφετέρου λόγω σημαντικών ελλείψεων σε θέματα εφοδιασμού. Επιδεικνύοντας ακούραστη δραστηριότητα, ο Μόντελ κατάφερε να θέσει πάλι σε κίνηση την προέλαση του Σώματος, φθάνοντας σε σημείο μόλις 22 χιλιόμετρα από τη Μόσχα.[4] Εκεί, οι μονάδες αντιμετώπισαν ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες: Θερμοκρασίες από 20ο έως 40ο υπό το μηδέν προκαλούσαν το πάγωμα του ελαίου λίπανσης των όπλων, των κινητήρων των οχημάτων, ακόμη και οι γάζες επίδεσης τραυμάτων πάγωναν και σκλήραιναν σαν ξύλο.[2]. Ως συνέπεια, η προέλασή του σταμάτησε. Μόλις αυτό συνέβη, οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν αντεπίθεση, με στόχο να απομακρύνουν την ομάδα στρατιών "κέντρο" από την πρωτεύουσά τους. Τις σφοδρότερες από τις επιθέσεις δέχτηκε η τρίτη ομάδα πάντσερ, που είχε πλησιάσει περισσότερο τη Μόσχα. Ο Μόντελ επιφορτίστηκε με την κάλυψη της υποχώρησης των γερμανικών δυνάμεων, η οποία απειλούσε να καταλήξει σε άτακτη φυγή. Η σκληρή και σχεδόν βάναυση διοίκηση του Μοντελ ήταν αυτή που διέσωσε την υποχώρηση, μετατρέποντάς τη από άτακτη φυγή σε τακτική υποχώρηση. Αναφέρεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις επανέφερε την τάξη στο στράτευμα σε μπλοκαρισμένα σταυροδρόμια κραδαίνοντας το πιστόλι του. Ωστόσο, πέτυχε η υποχώρηση να γίνει, τελικά, με σχετική τάξη.[17]

Κατά τη διάρκεια αυτών των μαχών ο Μόντελ παρατήρησε ότι οι επιθέσεις του πεζικού των Σοβιετικών ακολουθούσαν την τακτική του "Ανθρώπινου Κύματος" (Human wave attack) και ήσαν περισσότερο επιτυχείς όταν οι αντίπαλοι επέλεγαν, αντί να διατηρήσουν μια συνεχή γραμμή ανάσχεσης, να υπερασπίζουν ένα, ισχυροποιημένο, σημείο (strongpoint). Επιπλέον, το σύστημα ανεφοδιασμού των Σοβιετικών δεν είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο εξέλιξης που να μπορεί να υποστηρίξει μάχη εν κινήσει: Έτσι, αν δημιουργούνταν κάποιο κενό, αυτό δεν μπορούσε να εξελιχτεί σε κρίση. Έδωσε, συνεπώς, εντολή στους άνδρες του να διασπείρονται όσο το δυνατόν περισσότερο, κάτι που αξιοποιούσε περισσότερο την υπεροπλία πυροβόλων που διέθετε το Σώμα του, ενώ παράλληλα δημιούργησε μικρές μηχανοκίνητες ομάδες μάχης (Kampfgruppen), που ήταν σε θέση να καλύπτουν ένα προσωρινό ρήγμα στις γραμμές. Η τακτική αυτή αποδείχτηκε αποτελεσματική, αν και είχε σημαντικό κόστος σε ζωές: κατά το τέλος του 1941 η 6η μεραρχία πάντσερ αριθμούσε, μαζί με το προσωπικό υποστήριξης και το επιτελείου της, μόνον 1.00 άνδρες. Ο Μόντελ θα υιοθετούσε παρόμοιες τακτικές σε όλο το υπόλοιπο της σταδιοδρομίας του.[18]

Στην 9η Στρατιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επίτευγμα του Μόντελ δεν διέφυγε από την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση: Τον Ιανουάριο του 1942 ανέλαβε τη διοίκηση της 9ης Στρατιάς και την 1η Φεβρουαρίου έλαβε τα Φύλλα Δρυός επί του Σταυρού των Ιπποτών που ήδη κατείχε. Η προαγωγή αυτή έγινε δύο εβδομάδες ύστερα από την εν θερμώ συζήτηση του στρατηγού με τον Χίτλερ. Ο Μόντελ κατάφερε να πείσει τον Χίτλερ ότι ο επιτόπου διοικητής ήταν πάντα σε πλεονεκτικότερη θέση να αποτιμήσει την κατάσταση στη γραμμή μάχης, παρά οι στρατηγοί στο Βερολίνο, που σκύβουν πάνω από τους χάρτες τους. Κατά το σπάνιο αυτό συμβάν, ο Χίτλερ συνόδευσε τον Μόντελ με υποσχέσεις αποστολής ενισχύσεων και τη δυνατότητα να τον ενημερώνει απευθείας από το πεδίο της μάχης. Στη συνέχεια ο Μόντελ ηγήθηκε με επιτυχία των αμυντικών μαχών στις επιθέσεις που εξαπέλυαν οι Σοβιετικοί, ιδιαίτερα στην περιοχή του Ρζεφ.[13]

Σχετικά με την τοποθέτησή του ως επικεφαλής της 9ης Στρατιάς, αναφέρεται ότι οι άνδρες του επιτελείου της, το οποίο στάθμευε στη Συσέβκα (Sychevka), τον υποδέχτηκαν με αγωνία όταν κυριολεκτικά εισέβαλε στην αίθουσα χωρίς τελετουργικά, εξέτασε την κατάσταση και αποφάνθηκε ότι "επικρατούσε μεγάλη ακαταστασία". Ο αντισυνταγματάρχης Μπλάουροκ, αφού εξέθεσε το σχέδιο επίθεσης της Στρατιάς με στόχο απλά να απωθηθούν οι Σοβιετικοί από τη σιδηροδρομική γραμμή, άκουσε τον στρατηγό να εκφράζει την άποψη ότι έπρεπε να εξαπολυθεί γενική αντεπίθεση, με στόχο να ανατραπεί και να κυκλωθεί η πλευρά των Σοβιετικών στρατευμάτων. Ο Μπλάουροκ, τότε, τον ρώτησε "Και τι μας φέρνετε για την επίτευξη αυτού του στόχου, στρατηγέ μου;", υπονοώντας πως τα διατιθέμενα μέσα ήταν ανεπαρκή. Ο Μόντελ γέλασε και απάντησε: "Τον εαυτό μου".[2]

Πριν αναχωρήσει για τη νέα του θέση, ο Μόντελ είχε συσκεφθεί με τον Χίτλερ και τον Χάλντερ. Τους άκουσε να του εκθέτουν την άποψη ότι χρειαζόταν μεγάλη αποφασιστικότητα για να αποτραπεί η καταστροφή της 9ης Στρατιάς. Ο αποφασιστικός τόνος της φωνής του στρατηγού έκανε εντύπωση και στους δύο συνομιλητές του, με αποτέλεσμα ο Χίτλερ να πει, ύστερα από τη συνάντηση: "Είδατε αυτό το βλέμμα; Έχω την πεποίθηση ότι ο στρατηγός θα πετύχει, ωστόσο δεν θα ήθελα να υπηρετώ υπό τις διαταγές του".

Η κατάσταση που επικρατούσε στο μέτωπο όταν ο Μόντελ ανέλαβε καθήκοντα, ήταν όντως χαώδης: Το μέτωπο του Καλίνιν είχε διασπαστεί και απειλούνταν η σιδηροδρομική γραμμή Μόσχας - Σμολένσκ, που αποτελούσε την κύρια διαδρομή ανεφοδιασμού της ομάδας στρατιών "Κέντρου". Ο Μόντελ αντιλήφθηκε άμεσα την επισφαλή θέση των επιτιθεμένων και αντεπιτέθηκε άμεσα, αποκόπτοντας την 39η σοβιετική Στρατιά. Ακολούθησαν λυσσώδεις αντεπιθέσεις των Σοβιετικών, προκειμένου να απελευθερώσουν τα παγιδευμένα στρατεύματά τους, αλλά ο Μόντελ κατάφερε να τις αποκρούσει όλες, οπότε τον Φεβρουάριο οι αντεπιθέσεις σταμάτησαν. Ο Μόντελ μπόρεσε στη συνέχεια να εκκαθαρίσει τον σχηματισμένο θύλακα με την ησυχία του σε μια σειρά επιχειρήσεων που πραγματοποίησε στα μέσα Ιουλίου.[19] Για τη συνεισφορά του αυτή τιμήθηκε με τα Φύλλα Δρυός επί του Σταυρού των Ιπποτών που ήδη κατείχε.

Στις 23 Μαΐου 1942 ο Μόντελ τραυματίστηκε από σφαίρα ελεύθερου σκοπευτή, η οποία διέτρησε τον αριστερό του πνεύμονα. Μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό χειρουργείο και εγχειρίστηκε, χωρίς άλλες επιπτώσεις.[20]

Έχοντας αποκαταστήσει το μέτωπο της 9ης Στρατιάς, ο Μόντελ θέλησε να το σταθεροποιήσει. Η αμυντική του τακτική στηρίχτηκε τόσο στις συμβατικές όσο και στις δικές του ανανεωτικές απόψεις, οι οποίες, σε γενικές γραμμές, ήταν[21]:

  • Πληροφορίες βασισμένες σε αναφορές υπομονάδων που δρούσαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου και σε αναγνωρίσεις και όχι σε αναφορές αναλυτών των μετόπισθεν.
  • Συνεχής γραμμή μετώπου, όσο αδύναμη κι αν ήταν αυτή σε ορισμένα σημεία.
  • Τακτικές εφεδρείες, ώστε να είναι σε θέση να αποκρουστεί οποιαδήποτε διάσπαση.
  • Κεντρικός έλεγχος και διοίκηση του πυροβολικού. Από το τέλος του Πρώτου Πολέμου, οι γερμανικές μεραρχίες είχαν το πυροβολικό τους διεσπαρμένο στις επιμέρους μονάδες τους, με συνέπεια να είναι δυσχερής η συγκέντρωση πυρός σε ένα σημείο. Ο Μόντελ αναδιοργάνωσε το πυροβολικό του σε ειδικά συντάγματα, κάτω από τον άμεσο έλεγχο των μεράρχων και των σωματαρχών.
  • Πολλαπλές στατικές γραμμές άμυνας, με στόχο την καθυστέρηση της προέλασης των εχθρικών δυνάμεων. Ο Χίτλερ είχε απαγορεύσει τη δημιουργία παρόμοιων γραμμών, ισχυριζόμενος ότι οι στρατιώτες θα έμπαιναν στον πειρασμό της εγκατάλειψης της τρέχουσας γραμμής άμυνας για να καταφύγουν στην αμέσως πιο πίσω. Ο Μόντελ αγνόησε την απαγόρευση αυτή.

Χρησιμοποιώντας αυτές τις τακτικές, κράτησε με επιτυχία το μέτωπό του καθ' όλη τη διάρκεια του 1942 και των αρχών του 1943, παρά το γεγονός ότι διατασσόταν να στείλει άνδρες και οχήματα σε μάχες που διεξάγονταν νοτιότερα από τις θέσεις της μονάδας του. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα έφερε με επιτυχία σε πέρας την απόκρουση πολλών σοβιετικών επιθέσεων. Μια από αυτές, που είχε την επωνυμία "Mars" από τους Σοβιετικούς, περιγράφηκε από τον Στρατάρχη Γκεόργκι Ζούκοφ ως "η χειρότερη ήττα στον πόλεμο",[22] γεγονός που επέτεινε τη φήμη του Μόντελ ως του "λέοντα της άμυνας".

Η 9η Στρατιά σταδιακά άρχισε να εκκενώνει την προεξοχή, όταν, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης "Büffel" (= βούβαλος) αποφασίστηκε η βράχυνση της γραμμής του μετώπου. Μερικές εβδομάδες πριν από την έναρξη της επιχείρησης πραγματοποιήθηκε ανάλογη επιχείρηση εναντίον των ανταρτών, οι οποίοι είχαν αναπτύξει έντονη δράση στην περιοχή. Στην προκαταρκτική αυτή επιχείρηση εκτιμάται ότι φονεύθηκαν περίπου 3.000 Σοβιετικοί, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν άοπλοι. Η υποχώρηση αυτή καθαυτή διήρκεσε μόλις δύο εβδομάδες και σημειώθηκαν ελάχιστες απώλειες, παρά το γεγονός ότι χρειάστηκε να μετακινηθούν περίπου 300.000 άνδρες, 100 άρματα μάχης και 400 πυροβόλα. Κατά τη διεξαγωγή της ο Μόντελ διέταξε να εκτοπιστούν όλοι οι άρρενες πολίτες, να δηλητηριαστούν όλα τα πηγάδια, ενώ περισσότερα από 25 χωριά ισοπεδώθηκαν χάριν της πολιτικής της "καμένης γης" για να αποδυναμωθεί ο Κόκκινος Στρατός που θα καταλάμβανε τα εγκαταλειπόμενα μέρη.[23] Τον ίδιο μήνα ο Μόντελ έλαβε τα Ξίφη επί του Σταυρού των Ιπποτών και τη διαταγή να μετακινήσει την 9η Στρατιά προς το Ορέλ.

Ορέλ και Κουρσκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη του Κουρσκ

Στις 5 Ιουλίου 1943 ο Μόντελ ήταν επικεφαλής στο βόρειο τμήμα της επίθεσης κατά του Κουρσκ (επιχείρηση Zitadelle), μιας επιχείρησης η οποία είχε προκαλέσει μεγάλες διαμάχες μεταξύ των μελών της Ανώτατης Γερμανικής Διοίκησης. Οι Γκίντερ φον Κλούγκε και Έριχ φον Μανστάιν, διοικητές των ομάδων στρατιών "Κέντρου" και "Νότου" αντίστοιχα, είχαν αρχικά προτείνει την επείγουσα επίθεση κατά της προεξοχής από τον Μάιο, πριν οι Σοβιετικοί προλάβουν να οργανώσουν την άμυνά τους. Άλλοι διοικητές, ανάμεσα στους οποίους και ο Χάιντς Γκουντέριαν είχαν την αίσθηση ότι η επίθεση αυτή δεν ήταν αναγκαία και ότι οι Γερμανοί θα έπρεπε να περιμένουν την επίθεση των Σοβιετικών, ώστε να την αναχαιτίσουν. Ο ίδιος ο Μόντελ είχε επίσης τις αμφιβολίες του πριν επιτεθεί, υποδεικνύοντας ότι οι δυνάμεις του Κονσταντίν Ροκοσόφσκυ στο κεντρικό του μέτωπο ήταν ισχυρά αγκιστρωμένος στην περιοχή και είχε υπέρτερες δυνάμεις - σε αναλογία ένας προς δύο άνδρες - άρματα μάχης και πυροβολικό. Αντί όμως να εισηγηθεί την ανάκληση της επίθεσης, ανέφερε ότι ήταν καλύτερο να αναβληθεί, μέχρι να λάβει ενισχύσεις υπό μορφή των νέων αρμάτων "Τάιγκερ" και των καταστροφέων αρμάτων "Φέρντιναντ".[24] Η πραγματική άποψη του Μόντελ σχετικά με την επίθεση αυτή παραμένει αδιευκρίνιστη. Ο Μανστάιν πίστεψε κατά λέξη τη σύσταση του Μόντελ, ενώ ο Γκουντέριαν δήλωσε ότι ήταν κατηγορηματικά αντίθετος με την επίθεση.[25] Όμοια, έχει εκφραστεί η άποψη ότι ο Μόντελ σκόπευε, στην πραγματικότητα, να αποτρέψει τη διεξαγωγή της επιχείρησης, προκαλώντας καθυστερήσεις στην έναρξή της, μέχρις ότου οι Σοβιετικοί εκκινήσουν τη δική τους επίθεση[26]

Η επίθεση του Μόντελ υπήρξε αποτυχημένη: Η 9η Στρατιά γρήγορα βρέθηκε εγκλωβισμένη μέσα στις πολύπλοκες σοβιετικές οχυρώσεις. Ο Μόντελ, ελπίζοντας να λάβει ενισχύσεις, είχε διαπράξει ένα κρίσιμο σφάλμα: Η ισχύς του Σοβιετικού στρατού στην προεξοχή αυξανόταν με πολύ ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τη λήψη ενισχύσεων από γερμανικής πλευράς. Το τακτικό του σχέδιο για την επίθεση, επίσης, δεν μπορεί να κριθεί ως ιδιαίτερα επιτυχημένο: Αν και διέθετε περισσότερες δυνάμεις σε πυροβολικό και θωρακισμένα σε σχέση με τον Μανστάιν, που κάλυπτε τη νότια πτέρυγα της επίθεσης, ο Μόντελ αποφάσισε να διασπάσει τις γραμμές του Ροκοσόφσκυ με το Πεζικό και όχι με τα θωρακισμένα, κάτι που αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της τακτικής του Blitzkrieg (κεραυνοβόλου πολέμου), πιθανόν επειδή φοβόταν ότι οι σοβιετικές δυνάμεις θα ήταν σε θέση να καθηλώσουν τα βαριά θωρακισμένα. Η τακτική αυτή, όπως ήταν επόμενο, δεν είχε αποτέλεσμα. Υφιστάμενη μεγάλες απώλειες, η Στρατιά δεν κατάφερε να προωθηθεί περισσότερο από 12 χλμ. μέσα σε επτά ημέρες και απέτυχε να φθάσει σε ανοικτό πεδίο. Ο Μόντελ αποφάσισε τότε να ρίξει στη μάχη τα θωρακισμένα του, αλλά με μόνο αποτέλεσμα να υποστεί ακόμη μεγαλύτερες απώλειες. Ο Ροκοσόφσκυ είχε σωστά σταθμίσει την κατάσταση, είχε ενισχύσει τον βόρειο τομέα του, καθώς είχε προβλέψει ότι από εκεί θα γινόταν η πιο σφοδρή επίθεση. Το μόνο "κέρδος" του Μόντελ είναι ότι, με αυτό το σχέδιο, σημείωσε μικρότερες απώλειες σε θωρακισμένα σε σχέση με αυτές του Μανστάιν.[27]

Πριν το Κουρσκ, ο Μόντελ είχε προβλέψει την πιθανότητα σοβιετικής επίθεσης στην προεξοχή του Ορέλ και είχε κατασκευάσει - χωρίς να ενημερώσει την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση - εκτεταμένες οχυρώσεις, προκειμένου να την αντιμετωπίσει. Όταν ανακόπηκε η προέλασή του και, στις 12 Ιουλίου οι Σοβιετικοί άρχισαν αντεπίθεση (επιχείρηση "Κουτούζωφ") στις 12 Ιουλίου, Ο φον Κλούγκε τον τοποθέτησε τότε επικεφαλής όχι μόνο της 8ης Στρατιάς αλλά και της 2ης Στρατιάς Αρμάτων, διαθέτοντάς του έτσι πολλαπλάσιες δυνάμεις απ' όσες είχε όταν εκκινούσε την επίθεσή του.[28] Η υπεροπλία των Σοβιετικών ήταν τέτοια που η Στάβκα (η Ανώτατη Σοβιετική Στρατιωτική Διοίκηση) ανέμενε ότι μέσα σε 48 ώρες τα σοβιετικά στρατεύματα θα είχαν φθάσει στο Ορέλ, διασπώντας στα τρία τις γερμανικές δυνάμεις. Αντ' αυτού, η μάχη διήρκεσε τρεις εβδομάδες, με τον Μόντελ να εκτελεί τακτική υποχώρηση από την προεξοχή. Οι απώλειες των γερμανικών δυνάμεων ήταν μεγάλες, αλλά το ίδιο συνέβη και με τις σοβιετικές. Ο Μόντελ κατάφερε να αποσύρει τις δυνάμεις του, να σμικρύνει τη γραμμή του μετωπου του και, τελικά, να διασώσει τις δυνάμεις του από ολοκληρωτική καταστροφή.

Μετά την απώλεια του Ορέλ, ο Μόντελ αποσύρθηκε στη γραμμή του Δνείπερου, καθώς οι Σοβιετικοί συνέχιζαν την επίθεσή τους από το Σμολένσκ στα βόρεια ως το Ροστόβ στα νότια. Απαλλάχτηκε από τη διοίκηση της 9ης Στρατιάς τον Σεπτέμβριο και άδραξε την ευκαιρία να λάβει τρίμηνη άδεια, μεταβαίνοντας στη Δρέσδη με την οικογένειά του. Αυτά ήταν τα τελευταία Χριστούγεννα που πέρασε στην πατρίδα του.

Εσθονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απαλλαγή του Μόντελ από τα καθήκοντά του δεν ήταν σημείο ότι είχε χάσει την εμπιστοσύνη του Χίτλερ - ήταν μάλλον το αντίθετο: Ο φύρερ τον χρειαζόταν διαθέσιμο αν εμφανιζόταν κάποιο άλλο σημείο που χρειαζόταν ιδιαίτερη προσοχή. Στις 29 Ιανουαρίου 1944 ο Μόντελ στάλθηκε εσπευσμένα να αναλάβει τη διοίκηση της ομάδας στρατιών "Βορράς", η οποία δύο εβδομάδες νωρίτερα είχε απωθηθεί από την πολιορκία του Λένινγκραντ από τις σοβιετικές στρατιές. Η κατάσταση της Στρατιάς ήταν απελπιστική: Δύο από τα τρία σώματα της 18ης Στρατιάς είχαν σχεδόν συντριβεί και η μεραρχία ΙΙΙ θωρακισμένων SS, που υπερασπιζόταν το μέτωπο στον ποταμό Νάρβα είχε αποκοπεί από την υπόλοιπη Στρατιά. Ο προηγούμενος διοικητής της ομάδας στρατιών, Γκέοργκ φον Κύχλερ είχε ικετεύσει άδεια να υποχωρήσει στη γραμμή άμυνας "Πάνθηρ" στην Εσθονία, η οποία τελικά του δόθηκε, αλλά η υποχώρηση δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη. Ο Μόντελ σταμάτησε αμέσως κάθε παρόμοια συζήτηση και εισηγήθηκε μια νέα τακτική, την οποία επονόμασε "ασπίδα και ξίφος" (Schild und Schwert). Σύμφωνα με αυτήν, θα υπήρχε μόνον προσωρινή παραχώρηση εδάφους, μέχρι να συγκεντρωθούν εφεδρείες για τη διεξαγωγή άμεσης αντεπίθεσης, η οποία θα απωθούσε τους Σοβιετικούς και θα ελάττωνε την πίεσή τους σε άλλα σημεία του μετώπου. Οι προθέσεις αυτές κέρδισαν αμέσως την υποστήριξη του Χίτλερ και της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης (OKH), οι οποίοι, αν και δεν είχαν επαρκείς εφεδρείες να του στείλουν, ήταν αντίθετοι σε κάθε εδαφική παραχώρηση. Υπάρχει διαμάχη μεταξύ των ιστορικών για τη σημασία της όλης ενέργειας, κάποιοι μάλιστα ερευνητές αναφέρουν ότι η τακτική "Schild und Schwert" ήταν επινόηση του ίδιου του Χίτλερ[29], ενώ άλλοι αναφέρουν ότι ήταν μια υπολογισμένη τακτική του Μόντελ για να αποκρύψει την πραγματική του πρόθεση - να αποσυρθεί στη γραμμή άμυνας "Πάνθηρ"[30]

Παρά ταύτα, η "προσωρινή" απώλεια εδάφους στις περισσότερες περιπτώσεις έγινε μόνιμη, καθώς ο Μόντελ διηύθυνε την οπισθοχώρηση προς τη γραμμή "Πάνθηρ". Μεταβίβασε την ευθύνη του μετώπου του Νάρβα στον Όττο Σπονχάιμερ της Στρατιάς του Νάρβα, ενώ οι δικές του προσπάθειες συγκεντρώθηκαν στην απαγκίστρωση της 18ης Στρατιάς που βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Χωρίς να ειδοποιήσει ή να ζητήσει άδεια από την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση κατασκεύασε μια σειρά ενδιάμεσων αμυντικών γραμμών, για να διαθέτει κάλυψη για την υποχώρηση, γεγονός που καθυστέρησε τους Σοβιετικούς που τον ακολουθούσαν και επέφερε μεγάλες απώλειες στις γραμμές τους.[30]

Τον Μάρτιο η υποχώρηση είχε συμπληρωθεί. Οι δυνάμεις του Μόντελ ήταν σχετικά ανέπαφες, αν και οι μάχες ήταν σφοδρές: Οι αντεπιθέσεις στα πλαίσια του σχεδίου "Ασπίς και Ξίφος" είχαν στοιχίσει την απώλεια 12.000 περίπου ανδρών και απέτυχαν στον αντικειμενικό σκοπό της ανάκτησης εδάφους. Πέτυχαν, ωστόσο, να καθυστερήσουν τους Σοβιετικούς και να δώσουν χρόνο στον Μόντελ για να ολοκληρώσει τη σύμπτυξή του. Τού επέτρεψαν, επίσης, να ισχυριστεί στον Χίτλερ ότι ακολουθούσε επιθετική τακτική, άσχετα αν το μέτωπο μετατοπιζόταν σταθερά προς τα δυτικά.

Την 1η Μαρτίου ο Μόντελ έλαβε την τελευταία του προαγωγή: Ονομάστηκε Στρατάρχης και ήταν ο νεότερος με αυτόν τον βαθμό στη Βέρμαχτ.[3]

Σε Ουκρανία και Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 30 Μαρτίου ο Μόντελ τοποθετήθηκε επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών στη βόρεια Ουκρανία και τη Γαλικία, η οποία βρισκόταν σε ταχεία υποχώρηση κάτω από την πίεση των στρατευμάτων του Γκεόργκι Ζούκοφ. Αναγκάστηκε να αντικαταστήσει τον φον Μανστάιν, ο οποίος είχε πέσει στη δυσμένεια του Χίτλερ: Παρά τις νίκες που είχε πετύχει, ο Φύρερ επιθυμούσε στη θέση του κάποιον λιγότερο επιρρεπή στην αμυντική τακτική.[31]

Νέα αποστολή του Μόντελ στις 28 Ιουνίου: Στάλθηκε στην Ομάδα Στρατιών Κέντρου, η οποία είχε διασπαστεί στα πλαίσια της Επιχείρησης Μπαγκρατιόν, της μεγάλης αντεπίθεσης των Σοβιετικών στη Λευκορωσία. Η παλιά του μονάδα, η 9η Στρατιά, μαζί με την 4η Στρατιά, είχαν παγιδευτεί και οι Σοβιετικοί ετοιμάζονταν να ανακαταλάβουν το Μινσκ. Παρά το ότι η κατάσταση παρουσιαζόταν απελπιστική, ο Μόντελ πίστευε ότι μπορούσε να διατηρήσει το Μινσκ, αλλά αυτό απαιτούσε από την 4η Στρατιά να διασπάσει τον κλοιό, ενώ χρειάζονταν ενισχύσεις για να εξαπολυθεί αντεπίθεση. Οι ενισχύσεις αυτές μπορούσαν να εξευρεθούν μόνον αν βραχυνόταν η γραμμή του μετώπου, ώστε να υπάρξουν διαθέσιμες δυνάμεις. Ανεξάρτητα από το ποια θα ήταν η έκβαση του σχεδίου του Μόντελ, ο Χίτλερ αρνήθηκε να το εγκρίνει, εμμένοντας στην απόφαση αυτή μέχρις ότου ήταν πλέον αργά.

Το Μινσκ απελευθερώθηκε από τη Σοβιετική 1η και τη Λευκορωσική 3η Στρατιά στις 3 Ιουλίου, αλλά ο Μόντελ συνέχισε να ελπίζει στην αποκατάσταση του μετώπου στα δυτικά της πόλης, με τις ενισχύσεις που περίμενε από την ομάδα στρατιών βορρά και τη βόρεια Ουκρανία.[32] Ωστόσο, οι γερμανικές δυνάμεις δεν επαρκούσαν για κάτι παρόμοιο και ως τις 12 Ιουλίου είχαν εκδιωχθεί τόσο από το Μπαράνοβιτς όσο και από το Βίλνιους. Την ίδια περίοδο, η 1η Ουκρανική στρατιά, υπό την ηγεσία του Ιβάν Κόνεφ και η αριστερή πτέρυγα της 1ης Λευκορωσικής, ξεκίνησαν νέα επίθεση κατά της γερμανικής στρατιάς στη βόρεια Ουκρανία. Στη μάχη αυτή η 1η στρατιά Πάντσερ κατάφερε να κρατήσει το μέτωπο ανατολικά του Λβιβ ακολουθώντας την αμυντική τακτική του Μόντελ, αλλά αναγκάστηκε τελικά να υποχωρήσει όταν η 4η Πάντσερ, η οποία είχε αδυνατίσει λόγω της συνεχόμενης αποστολής μονάδων της στην ομάδα στρατιών Κέντρου, δεν μπόρεσε τελικά να συγκρατήσει τη σοβιετική διείσδυση στο μέτωπό της.[33] Ο Μόντελ ανέκοψε την προώθηση του Κόκκινου Στρατού λίγο έξω από τη Βαρσοβία, όταν ο Χίτλερ τελικά ενέδωσε στις πιέσεις του να του αποσταλούν ως ενισχύσεις τέσσερις εμπειροπόλεμες και μη φθαρμένες μονάδες (3η Πάντσερ SS, 5η Πάντσερ SS, η μεραρχία Χέρμαν Γκέρινγκ και η μεραρχία Grossdeutschland. Σε αυτό τον βοήθησαν οι ίδιοι οι Σοβιετικοί, οι οποίοι σταμάτησαν την επίθεσή τους για να ανασυντάξουν τις μονάδες τους και να τις ανεφοδιάσουν.

Κατά τη διάρκεια ολόκληρου του 1944 ο Μόντελ κλήθηκε να αναλάβει τη διοίκηση καθεμιάς από τις τρεις μεγάλες ομάδες στρατιών του ανατολικού μετώπου, ενώ περίπου στα μέσα του 1944 διοικούσε τόσο την ομάδα κέντρου όσο και την ομάδα βορρά ταυτόχρονα. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποκτήσει όσο κανείς άλλος αξιωματικός της Βέρμαχτ τη δυνατότητα της πλέον αποτελεσματικής διοίκησης ολόκληρου του μετώπου.

Νορμανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 17 Αυγούστου 1944 ο Μόντελ έλαβε από τον Χίτλερ τους αδάμαντες επί του Σταυρού των Ιπποτών μετά φύλλων δρυός και ξιφών, που ήδη κατείχε, ως επιβράβευση των προσπαθειών του στο ανατολικό μέτωπο. Παράλληλα, μετατέθηκε στο δυτικό μέτωπο, αντικαθιστώντας τον Γκύντερ φον Κλούγκε ως διοικητής των ομάδων στρατιών Β και ΟΒ Δυτικά. Το μέτωπο της Νορμανδίας είχε διασπαστεί ύστερα από δύο μήνες σφοδρών μαχών: Οι αμερικανικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς τον Σηκουάνα και μια ολόκληρη ομάδα στρατιών κινδύνευε να εξολοθρευτεί στον θύλακα της Φαλαίζ.

Η πρώτη διαταγή του Μόντελ ήταν να κρατηθεί ο θύλακας της Φαλαίζ, κάτι που δεν άρεσε στο επιτελείο του.[34][35] Ωστόσο, σύντομα άλλαξε γνώμη, πείθοντας τον Χίτλερ να διατάξει την άμεση εκκένωση του θύλακα από τη γερμανική 7η στρατιά και την ομάδα πάντσερ του Έμπερμπαχ, κάτι που ο Κλούγκε, που διέθετε μικρή πολιτική επιρροή, δεν είχε κατορθώσει να επιτύχει. Με τον τρόπο αυτό διέσωσε μεγάλο ποσοστό των γερμανικών δυνάμεων, παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του βαρέος εξοπλισμού τους χάθηκε. Όταν ο Χίτλερ διέταξε να κρατηθεί το Παρίσι, ο Μόντελ του απάντησε ότι βεβαίως κάτι τέτοιο ήταν εφικτό, αν μπορούσαν να του αποσταλούν 200.000 επιπλέον άνδρες και μερικές μεραρχίες θωρακισμένων. Κατ' άλλους η θέση αυτή του Μόντελ κρίθηκε υπερβολικά απλοϊκή[36], ενώ κατ' άλλους ως έξυπνη διαπραγμάτευση.[37] Φυσικά παρόμοιες ενισχύσεις δεν στάλθηκαν ποτέ, και η πόλη απελευθερώθηκε στις 25 Αυγούστου από τις μονάδες του στρατηγού Λεκλέρκ.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1944 ο Μόντελ διαπίστωσε ότι διαμοιράζοντας τις δραστηριότητές του μεταξύ της ομάδας στρατιών Β και ΟΒ Δύσης αντιμετώπιζε όλο και περισσότερες δυσκολίες, καθώς η υπεροπλία των Συμμάχων, ειδικά στον αέρα, ήταν συντριπτική και ο ίδιος αντιμετώπιζε προβλήματα μετακινήσεων. Παρέδωσε ευχαρίστως τη διοίκηση της ομάδας ΟΒ Δύση στον στρατάρχη Γκερτ φον Ρούντστετ και κράτησε για τον εαυτό του τη διοίκηση της ομάδας στρατιών Β, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την τελική διάλυση της ομάδας αυτής τον Απρίλιο του 1945.[38]

Οπισθοχώρηση στη Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν έληξαν οι μάχες στη Νορμανδία, ο Μόντελ εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Όοστερμπεκ, κοντά στο Άρνεμ της Ολλανδίας και επιδόθηκε στο σημαντικό έργο της ανασυγκρότησης της ομάδας στρατιών Β. Στις 17 Αυγούστου 1944 ανέλαβε προσωρινά και τη διοίκηση της ομάδας ΟΒ Δύση, καθώς ο φον Κλούγκε κλήθηκε στη Γερμανία για να δώσει εξηγήσεις για πιθανή συμμετοχή του στη συνωμοσία της 20ής Ιουλίου και αυτοκτόνησε στο μέσον της διαδρομής. Ο Μόντελ διατήρησε αυτό το πόστο μόνο για 18 ημέρες, καθώς ο Χίτλερ όρισε αντικαταστάτη του Κλούγκε τον Γκερντ φον Ρούντστεντ.

Στις 17 Σεπτεμβρίου το γεύμα του στρατάρχη διακόπηκε οδυνηρά, καθώς η 1η βρετανική Αερομεταφερόμενη Μεραρχία άρχισε να προσγειώνει τους άνδρες της εκκινώντας την "Επιχείρηση Market Garden", με την οποία οι Σύμμαχοι προσπάθησαν να καταλάβουν τις γέφυρες στον κάτω Ρήνο, τον Μάας και τον Βάαλ. Ο Μόντελ αρχικά νόμισε ότι σκοπός τους ήταν η δική του σύλληψη, όπως και του επιτελείου του, αλλά σύντομα το μέγεθος της επιχείρησης τον έπεισε ότι έκανε λάθος. Όταν αντιλήφθηκε τον πραγματικό στόχο της συμμαχικής επιχείρησης, διέταξε την επέμβαση του 2ου Σώματος Θωρακισμένων SS, το οποίο απάρτιζαν οι 9η και 10η Μεραρχίες Πάντσερ SS, που είχαν ανασυγκροτηθεί μετά τη μάχη στη Νορμανδία αλλά δεν είχαν γίνει αντιληπτές από τις υπηρεσίες πληροφοριών των Συμμάχων. Η 1η βρετανική, απαρτιζόμενη από έμπειρους αλλά χωρίς βαρύ οπλισμό άνδρες, αναγκάστηκε να κλειστεί στο Άρνεμ από την 9η Πάντσερ, ενώ η 10η κινήθηκε νότια για να υπερασπίσει τη γέφυρα στο Ναϊμέχεν. Ο Μόντελ πίστεψε ότι η κατάσταση δεν ήταν απλά αντιμετωπίσιμη, αλλά του έδινε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει αντεπίθεση για να εκκαθαρίσει τις συμμαχικές δυνάμεις από τη νότια Ολλανδία. Για τον λόγο αυτό απαγόρευσε στους διοικητές τόσο του Σώματος όσο και της μεραρχίας να καταστρέψουν τη γέφυρα στο Ναϊμέχεν. Με εξαίρεση αυτό το τακτικό σφάλμα, ο Μόντελ κατήγαγε ασφαλώς σημαντική νίκη κατά των Συμμάχων. Η γέφυρα στο Άρνεμ παρέμεινε ανέπαφη, η 1η βρετανική αερομεταφερόμενη καταστράφηκε και με τον τρόπο αυτό εξανεμίστηκαν οι συμμαχικές ελπίδες δημιουργίας προγεφυρώματος στον Ρήνο πριν από το τέλος του 1944.

Η μάχη στο Άρνεμ συντέλεσε ώστε ο Μόντελ να ανακτήσει μεγάλο τμήμα της αυτοπεποίθησής του, που είχε χαθεί μετά την εμπειρία του στη μάχη της Νορμανδίας. Από τον Σεπτέμβριο ως τον Δεκέμβριο κατάφερε να αναστείλει την προώθηση της 12ης ομάδας στρατιών του Όμαρ Μπράντλεϊ προς το δάσος του Χύρτγκεν (Hürtgen) και το Άαχεν. Παρά το ότι παρενέβαινε πολύ λιγότερο στις κινήσεις των επιμέρους μονάδων του σε σχέση με το Άρνεμ, παρέμενε πάντα καλά πληροφορημένος για την κατάσταση και κατάφερε να επιβραδύνει τη συμμαχική προέλαση, προκαλώντας στους Συμμάχους βαριές απώλειες και εκμεταλλευόμενος πλήρως τις οχυρώσεις του "Westwall" (δυτικού τείχους), γνωστού στους Συμμάχους ως "γραμμή Ζίγκριφριντ".

Οι απώλειες των Συμμάχων στο δάσος Χύρτγκεν έφθασαν τους 33.000 νεκρούς ή ανίκανους για μάχη άνδρες, ενώ οι γερμανικές απώλειες ανήλθαν σε 12.000 ως 16.000 άνδρες. Το Άαχεν τελικά καταλήφθηκε στις 22 Οκτωβρίου, αλλά με μεγάλες απώλειες από πλευράς της 9ης αμερικανικής στρατιάς. Η 9η στρατιά στη συνέχεια στράφηκε στον ποταμό Ρουρ, αλλά δεν κατόρθωσε να διαβεί τον ποταμό ή να αποσπάσει την κατοχή των φραγμάτων του από τους Γερμανούς. Η μάχη του δάσους Χύρτγκεν αποκλήθηκε από τους Συμμάχους "ήττα πρώτου μεγέθους" και η γερμανική "νίκη" αποδόθηκε στη στιβαρή ηγεσία του Μόντελ.[39][40]

Επιχείρηση "φρουρά στον Ρήνο"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ύστερα από αυτή την επιτυχία της Βέρμαχτ, ο Χίτλερ αποφάσισε την πραγματοποίηση μιας μεγάλης αντεπίθεσης στο δυτικό μέτωπο, ελπίζοντας να αιφνιδιάσει τις Αγγλοαμερικανικές δυνάμεις και να διασπάσει το μέτωπό τους, επιφέροντας μεγάλες απώλειες ιδιαίτερα στους Αμερικανούς, για των οποίων την πολεμική ικανότητα είχε μεγάλες αμφιβολίες, uέλοντας να ανακαταλάβει την Αμβέρσα, η οποία αποτελούσε τον κυριότερο λιμένα ανεφοδιασμού των Συμμαχικών δυνάμεων. Το κωδικό όνομα της επιχείρησης ήταν "Wacht am Rhein" (φρουρά στον Ρήνο). Αν η επιχείρηση επιτύγχανε, ο Χίτλερ υπολόγιζε ότι θα επέφερε σημαντικό πλήγμα στη συμμαχική εκστρατεία στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, θα απέτρεπε τις ΗΠΑ από το να την συνεχίσουν και θα έφερνε τη Βρετανία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Έτσι θα ανακουφιζόταν η Γερμανία στη Δύση και θα μπορούσε να συγκεντρώσει περισσότερες δυνάμεις κατά των ταχέως πλέον προελαυνουσών Σοβιετικών δυνάμεων.

Ο Μόντελ μαζί με τους υπόλοιπους διοικητές των μονάδων που θα εμπλέκονταν, είχε την πεποίθηση ότι ο σκοπός της επιχείρησης ήταν αδύνατο να επιτευχθεί με τους πόρους που διέθετε η Βέρμαχτ στο δυτικό μέτωπο σε αυτή τη φάση της σύγκρουσης. Ταυτόχρονα τόσο ο Μόντελ όσο και ο φον Ρούντστεντ πίστευαν ότι η αμιγώς αμυντική τακτική που είχε υιοθετηθεί μετά την αποχώρηση των Γερμανών από τη Νορμανδία το μόνο που μπορούσε να επιτύχει ήταν να καθυστερήσει την ήττα της Γερμανίας και όχι να την εμποδίσει. Προετοίμασε λοιπόν την "επιχείρηση φθινοπωρινή ομίχλη" (Operation Herbstnebel), επιχείρηση με λιγότερες φιλοδοξίες, μια και δεν σκόπευε να διαβεί εκ νέου τον Μεύση, αλλά θα μπορούσε να επιφέρει σημαντικές απώλειες και καθυστερήσεις στις ομάδες στρατιών των Συμμάχων, οι οποίες βρίσκονταν πλέον στα Γαλλογερμανικά σύνορα. Παρόμοιο σχέδιο προετοίμασε και ο φον Ρούντστεντ στο δικό του τομέα ευθύνης και οι δύο στρατάρχες συνδύασαν τους σχεδιασμούς τους ώστε να παρουσιάσουν από κοινού μια "μικρότερη λύση" στον Χίτλερ. Ωστόσο, ο δικτάτορας ήταν ανυποχώρητος, απέρριψε την προτεινόμενη "μικρή λύση" και επέμεινε στην εφαρμογή της "μεγάλης λύσης", η οποία περιλάμβανε και την ανακατάληψη της Αμβέρσας[41][42][43]

Για την επιχείρηση αυτή ο Μόντελ διέθετε την 6η στρατιά θωρακισμένων (πάντσερ), την 5η στρατιά πάντσερ και την 7η στρατιά, συμπεριλαμβανομένων και περίπου δώδεκα μεραρχιών πάντσερ και πάντσερ γρεναδιέρων, δυνάμεις που αντιπροσώπευαν τα τελευταία στρατηγικά αποθέματα δυνάμεων του παραπαίοντος Γ΄ Ράιχ. Παρά τις αμφιβολίες του ως προς το τελικό αποτέλεσμα, ο Μόντελ ρίχτηκε στη δουλειά με τη συνηθισμένη του ενεργητικότητα, συντρίβοντας κάθε εκδήλωση ηττοπάθειας συναντούσε. Όταν ένας αξιωματικός του επιτελείου του παραπονέθηκε για τις ελλείψεις εφοδίων, ο Μόντελ του απάντησε απότομα "πάρε τα από τους Αμερικανούς"[44][45]

Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 16 Δεκεμβρίου 1944 και στην αρχή σημείωσε κάποιες επιτυχίες, σύντομα όμως διαφάνηκαν οι ελλείψεις: Η από αέρος κάλυψη ήταν ανύπαρκτη, η έλλειψη εμπειρίας σε μερικές μονάδες πεζικού και, κυρίως, η έλλειψη επαρκών ποσοτήτων καυσίμων. Η 6η πάντσερ συνάντησε την ισχυρή αντίσταση των Συμμάχων και, παρά το ότι η 5η πάντσερ κατόρθωσε να πραγματοποιήσει μια βαθιά διείσδυση στις συμμαχικές γραμμές, ο Μόντελ δεν ήταν σε θέση να εκμεταλλευθεί αυτό το ρήγμα: Απέτυχε να καταλάβει μια στρατηγική οδική διασταύρωση στην Μπαστόν, ενώ οι κακές καιρικές συνθήκες και το δυσχερές του εδάφους προκάλεσαν τεράστια μποτιλιαρίσματα στρατευμάτων στους δρόμους πίσω από το μέτωπο. Η επίθεση διακόπηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1944, κύρια λόγω σφοδρών ελλείψεων σε πυρομαχικά και καύσιμα, ενώ εγκαταλείφθηκε οριστικά στις 8 Ιανουαρίου 1945.[46]

Ήττα στο Ρουρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αποτυχία της προηγούμενης επιχείρησης αποτέλεσε το τέλος της ειδικής σχέσης που είχε ο Μόντελ με τον Χίτλερ: Ο δικτάτορας, στις 21 Ιανουαρίου 1945, εξέδωσε διαταγή σύμφωνα με την οποία όλες οι μεραρχίες της ομάδας στρατιών Β θα ήταν πλέον υπόλογες μόνον απέναντί του, αφαιρώντας έτσι από τον στρατάρχη κάθε ελευθερία λήψης αποφάσεων. Οποιαδήποτε υπόδειξη σχετικά με την οπισθοχώρηση των δυνάμεων προς τον ποταμό Ρήνο, ώστε να λάβουν καλύτερες θέσεις μάχης, με δεδομένη την εξασθένιση του Γ΄ Ράιχ απέναντι στον καταρράκτη των συμμαχικών δυνάμεων, τόσο από πλευράς αριθμητικής δύναμης όσο και εφοδίων, ήταν απαγορευμένη. Η δραστηριότητα των μονάδων απέβλεπε πλέον στο να μην παραχωρηθεί ούτε σπιθαμή εδάφους, έστω και λόγω τακτικού ελιγμού.[47]

Η κατάληψη της γέφυρας του Ρεμάγκεν αποτέλεσε την αρχή του τέλους του Μόντελ. Μέχρι τα μέσα Μαρτίου η ομάδα στρατιών Β επιδιδόταν σε μάχες τριβής με τους Αμερικανούς κατά μήκος του Ρήνου, στο γερμανικό πλέον έδαφος και αφού είχαν αποτύχει όλες οι γερμανικές προσπάθειες για την καταστροφή της. Την 1η Απριλίου η ομάδα στρατιών Β βρέθηκε ολοσχερώς περικυκλωμένη από τις 1η και 9η αμερικανικές στρατιές. Η απάντηση του Χίτλερ ήταν να ονομάσει το Ρουρ "φρούριο", από το οποίο, όπως διέτασσε, κανείς δεν μπορούσε ούτε να παραδοθεί ούτε να αποπειραθεί να διαφύγει: Η διαταγή αυτή ήταν όμοια με αυτή που είχε εκδώσει για το Στάλινγκραντ. Διέταξε, επίσης, όλες οι οικονομικής σημασίας υποδομές και ο φυσικός πλούτος της περιοχής να καταστραφούν, ώστε να μην πέσουν στα χέρια των Συμμάχων (η κοιλάδα του Ρουρ αποτελούσε την "καρδιά" της γερμανικής βιομηχανίας). Ο Μόντελ αγνόησε και τις δύο αυτές διαταγές.[48]</ref>Carlo d'Este, ό. π., σελ. 329</ref>

Στις 15 Απριλίου οι Σύμμαχοι είχαν διασπάσει τον θύλακο στα δύο και ο στρατηγός Μάθιου Ρίτζγουεϊ (Matthew Ridgway) κάλεσε τον Μόντελ να παραδοθεί και να μη θυσιάσει άσκοπα τις ζωές των στρατιωτών του, των οποίων η διαφυγή ήταν πλέον αδύνατη. Ο Μόντελ απάντησε ότι θεωρούσε πως δεσμευόταν ακόμη από τον όρκο του απέναντι στον Φύρερ και η αίσθηση της στρατιωτικής τιμής του, ως Γερμανού στρατάρχη, τον υποχρέωναν να θεωρεί την παράδοση μη συζητήσιμη. Αντί, όμως, να διατάξει τη συνέχιση της μάχης, αποφάσισε να διαλύσει την ομάδα στρατιών Β. Οι γηραιότεροι και οι νεότεροι σε ηλικία στρατιώτες απαλλάχθηκαν από τα στρατιωτικά τους καθήκοντα, ενώ οι υπόλοιποι έλαβαν άδεια με την εντολή είτε να προσπαθήσουν να διασπάσουν τις συμμαχικές γραμμές και να διαφύγουν είτε να παραδοθούν, κάτι που εναπόθεσε στη διακριτική τους ευχέρεια. Η 5η στρατιά θωρακισμένων είχε καταθέσει τα όπλα πριν ακόμη εκδοθεί η διαταγή του Μόντελ, του οποίου οι επικοινωνίες στην ομάδα στρατιών είχαν σχεδόν τελείως αποδιογανωθεί. Στις 20 Απριλίου ο υπουργός προπαγάνδας του Ράιχ Γιόζεφ Γκέμπελς δημόσια ανακήρυξε τους άνδρες της ομάδας στρατιών Β ως "προδότες του Ράιχ", σφραγίζοντας το τέλος των σχέσεων μεταξύ του στρατάρχη και του ναζιστικού καθεστώτος που είχε τόσο πιστά υπηρετήσει ως στρατιώτης.[49]

Η αυτοκτονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απόφαση του Μόντελ τερμάτισε τον πόλεμο για τους άνδρες του, αλλά ο ίδιος δεν επιθυμούσε καθόλου να δει τις συνέπειές της. Στο επιτελείο του, πριν το διαλύσει, είπε: "Κάναμε τα πάντα, ώστε να δικαιολογήσουμε τις πράξεις μας υπό το φως της ιστορίας; Τι απομένει πλέον για έναν ηττημένο διοικητή; Στην αρχαιότητα θα έπαιρνε δηλητήριο".[50] Η απόφασή του να αυτοκτονήσει επισφραγίστηκε όταν έμαθε ότι οι Σοβιετικοί τον είχαν κατηγορήσει για εγκλήματα πολέμου, ειδικότερα για τον θάνατο 577.000 ατόμων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Λετονία και τον εκπατρισμό άλλων 175.000 για καταναγκαστική εργασία.[51] Καθώς οι προσπάθειές του να σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης δεν τελεσφόρησαν, αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι στο δάσος στις 21 Απριλίου 1945. Η περιοχή αυτή, που βρίσκεται ανάμεσα στο Ντούισμπουργκ και στο χωριό Λίντορφ, σήμερα είναι τμήμα της πόλης Ράτινγκεν.

Τάφηκε από τους άνδρες του στο σημείο που βρήκε τον θάνατο. Το 1955 ο γιος του, Χανσγκέοργκ Μόντελ, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως εύελπις στη μεραρχία "Μείζων Γερμανία" (Grossdeutschland) κατά τα τέλη του 1944 και το 1945, και ο οποίος μεταπολεμικά έλαβε τον βαθμό του ταξιάρχου στον στρατό της Ομοσπονδιακής Γερμανίας (Bundeswehr), οδηγημένος από πρώην αξιωματικούς του επιτελείου της ομάδας στρατιών Β ανέκτησε τη σορό του από τον πρόχειρο τάφο της και οργάνωσε την κανονική επαναταφή της στο στρατιωτικό νεκροταφείο "Soldatenfriedhof Vossenack" στο δάσος Χύρτγκεν (Hurtgen).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Steven H. Newton, Hitler's Commander: Field Marshal Walter Model – Hitler's Favorite General, Cambridge, MA: Da Capo, 2006. ISBN 978-0-306-81399-3 σελ. 362 στο Google books
  2. 2,0 2,1 2,2 Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964, τ. Β΄. Ο Καρτιέ αναγράφει ότι ... Για να διαφύγει από αυτήν την κατάσταση, ο Χίτλερ κατέφυγε στον "μάγο" του...
  3. 3,0 3,1 Encyclopedia Britannica, Walther Model
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 Military History about.com: Walter Model - Early Life & World War I
  5. Barnett Correlli, Hitler's Generals, Grove Press, 1989 σελ. 320. Το κεφάλαιο για τον Μόντελ συνέγραψε ο Carlo D'Este, στο Google books.
  6. 6,0 6,1 Barnett Correlli, Hitler's Generals, Grove Press, 1989 σελ. 320 στο Google books.
  7. Steven H. Newton, Hitler's Commander: Field Marshal Walter Model – Hitler's Favorite General, Cambridge, MA: Da Capo, 2006. ISBN 978-0-306-81399-3 σελ. 52 στο Google books
  8. Newton, ό.π., σελ. 51 - 52
  9. Newton, ό.π., σελ. 52-53
  10. D'Este, ό.π. σελ. 321.
  11. Newton, ό.π., σελ. 61
  12. Newton, ό.π. σελ. 61
  13. 13,0 13,1 World War II Database
  14. Newton, ό.π., σελ. 108 - 109.
  15. Newton, ό.π. σελ. 120 - 134
  16. Paul Carell, Hitler Moves East, 1941–43, New York, NY: Bantam, 1966, σελ. 126 – 128.
  17. Newton, ό. π., σελ. 160 - 167
  18. Newton, ό.π., σελ. 166 - 168
  19. Center of Military History, The Snail Offensive, σελ. 7-16
  20. World War 2 Database: ""Walther Model
  21. Newton, ό.π., σελ. 197-206
  22. David M. Glantz, 'Zhukov's Greatest Defeat: The Red Army's Epic Disaster in Operation Mars, 1942, Lawrence, KS: University Press of Kansas, 1999
  23. Newton, ό.π., σελ. 212 - 216
  24. Earl F. Ziemke, Stalingrad to Berlin: The German Defeat in the East. New York NY: Dorset, 1986
  25. Alan Clark, Barbarossa: The Russian-German Conflict 1941–45, London, Wiedenfeld and Nicolson, 1995, σελ. 324
  26. Newton, ό. π., σελ. 102 - 105 και 218 - 220
  27. Niklas Ζetterling, A. Frankson, Kursk 1943: A Statistical Analysis, London: Cass, 2000.
  28. Newton, ό. π. σελ. 136
  29. Earl F. Ziemke, Stalingrad to Berlin: The German Defeat in the East, New York, NY: Dorset (1986)
  30. 30,0 30,1 Newton, ό.π., σελ. 273–275
  31. Clark, ό. π. σελ. 381
  32. Paul Adair,Hitler's Greatest Defeat: The Collapse of Army Group Centre, June 1944, London, Arms & Armour Press, 1994
  33. Newton, ό. π.
  34. Newton, ό. π., σελ. 308
  35. Hans Speidel, Invasion 1944: Rommel and the Normandy Campaign, Chicago, IL, Regnery, 1950
  36. Speidel, ό. π., σελ. 134-135
  37. Newton, ό. π., σελ. 309
  38. Newton, ό.π., σελ. 313-314
  39. Charles Whiting, The battle of Hurtgen Forest: The Untold Story of a Disastrous Campaign, Orion, New York NY, 1989. ISBN 978-0-517-56675-6
  40. Charles B. MacDonald, The Battle of the Huertgen Forest, Philadelphia PA, Lippincott, 1963
  41. Newton, ό. π. σελ. 329 - 334
  42. Danny S. Parker, The Battle of the Bulge, The German View: Perspectives from Hitler's High Command, London, Greenhill, 1999. ISBN 978-1-85367-354-2
  43. Samuel W. Mitcham, Panzers in Winter: Hitler's Army and the Battle of the Bulge, Westport, CT, Praeger, 2006. ISBN 978-0-275-97115-1
  44. Friedrich W. von Mellenthin, German Generals of World War II: As I Saw Them, Norman, OK, University of Oklahoma Press 1977. ISBN 978-0-8061-1406-4
  45. Newton, ό.π., σελ. 334
  46. Mitcham, ό. π., σελ. 155 - 158
  47. Newton, ό. π., σελ. 348 - 349
  48. Newton, ό. π., σελ. 352 - 353
  49. Newton, ό. π., σελ. 356 - 357
  50. Newton, ό. π., σελ. 356
  51. D' Este, ό. π.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Walter Model της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).