Μάχη των Αρδεννών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη των Αρδεννών
Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Bundesarchiv Bild 183-J28586, Ardennenoffensive.jpg
Ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 1944 - 21 Ιανουαρίου 1945
Τόπος Αρδέννες, Βέλγιο, Λουξεμβούργο
Έκβαση Νίκη των Συμμάχων
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα

US flag 48 stars.svg Ντουάιτ Ντ. Αϊζενχάουερ (Επικεφαλής του SHAEF)
Flag of the United Kingdom.svg Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ (21ο Σώμα πεζικού)

US flag 48 stars.svg Όμαρ Μπράντλεϊ (12ο Σώμα πεζικού)
Δυνάμεις
83.000 στρατιώτες,
400 Τανκς,
400 κανόνια
200.000 στρατιώτες,
600 Τανκς,
1.900 κανόνια
Απώλειες
87.000 συνολικά
(19.276 νεκροί, 21.144 αιχμάλωτοι και αγνοούμενοι, 47.139 τραυματίες)
68.000 συνολικά
(17.236 νεκροί, 16.000 αιχμάλωτοι και αγνοούμενοι, 34.439 τραυματίες)

H Μάχη των Αρδεννών, γνωστή και ως Επιχείρηση Σκοπιά στο Ρήνο (γερμανικά Unternehmen: Wacht am Rhein) από τον γερμανικό στρατό, ήταν η τελευταία μεγάλης κλίμακας επίθεση του Γ΄ Ράϊχ στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταξύ 16 Δεκεμβρίου 1944 και 25 Ιανουαρίου 1945, κατά μήκος των συνόρων του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, με σκοπό την κατάληψη του ποταμού Μεύση (Meuse) και του λιμανιού της Αμβέρσας. Η επιχείρηση στόχευε αφενός στην διακοπή του εφοδιασμού των Συμμάχων και αφετέρου στον πιθανό διαχωρισμό των Αμερικανικών και Αγγλικών δυνάμεων στο Δυτικό Μέτωπο.

Την σχεδίαση της επιχείρησης επιμελήθηκε ο ίδιος ο Χίτλερ[1] αλλά η αισιοδοξία του, ενώ αγωνιζόταν να αποδείξει ότι δεν είχε ακόμα υποκύψει, ήταν ιδιαίτερα υπερβολική και είχε ελάχιστες πιθανότητες να επιτύχει. Εντούτοις, μερικές συγκυρίες της τότε κατάστασης των Συμμάχων στο Δυτικό Μέτωπο επέτρεψαν την αρχική της επιτυχία. Σε συνδυασμό, πάντως με την κατασκευή νέων όπλων από την Γερμανία, όπως αεριωθουμένων αεροπλάνων και πυραύλων (βλήματα V1, V2 και V3) και, μάλιστα, επιπλέον και πυρηνικού όπλου, τυχόν επιτυχία της επιχείρησης αυτής είχε τις πιθανότητες να ανατρέψει την τελική έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η τελική, ωστόσο, κατάληξή της ήταν η απώλεια κάπου 100.000 Γερμανών στρατιωτών και αξιωματικών και η υποχώρηση τους στα ενδότερα των συνόρων τους, αφήνοντας πλέον τη δυνατότητα εκτέλεσης αμυντικών μόνον επιχειρήσεων ως τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.

Τέλη 1944 : Η τελμάτωση της Συμμαχικής προσπάθειας στο Δυτικό Μέτωπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η απόβαση στην Νορμανδία είχε επιτύχει με σχετική ευκολία και σίγουρα πολύ ευκολότερα απ' όσο οι ηγέτες των Συμμάχων είχαν υπολογίσει, χάρη σε σφάλματα του ίδιου του Χίτλερ. Αλλά στη συνέχεια η αδημονία τους για τον γρήγορο τερματισμό του πολέμου μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα, ανέδειξε τα πολλά προβλήματα που υπήρχαν για να επιτύχει μια τέτοια γιγάντια επιχείρηση. Μικρές Γερμανικές φρουρές κρατούσαν ακόμη αποκλεισμένα ή είχαν επιφέρει σημαντικές καταστροφές στα σημαντικά οργανωμένα λιμάνια στις ακτές του Ατλαντικού. Έτσι, οι Σύμμαχοι έπαιρναν ακόμα τα εφόδιά τους από πρόχειρες αποβάθρες που είχαν περιορισμένη χωρητικότητα και ήταν ιδιαίτερα ευάλωτες στις καιρικές συνθήκες (λιμένες Mulberry) ή αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν λιμάνια αρκετά μακριά από την ζώνη επιχειρήσεων.

Η επιχείρηση στην οποία στηρίχτηκαν όλες οι ελπίδες για την τελική διάσπαση των Γερμανικών γραμμών μέσα στο 1944, μια μεγάλη συνδυασμένη συμμαχική κίνηση, ήταν η επίθεση στο Άρνεμ της Ολλανδίας (Επιχείρηση Market Garden), που έλαβε χώρα μεταξύ 17 Σεπτεμβρίου και 25 Σεπτεμβρίου. Αλλά ο Στρατηγός Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ, που την είχε σχεδιάσει, λόγω της υπερβολικής αισιοδοξίας του, δεν έλαβε υπ' όψιν όλες τις λεπτομέρειες και τις πιθανές περιπλοκές, ενώ ταυτόχρονα σκόπιμα αγνοήθηκαν προειδοποιήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών, που ανέφεραν σημαντική συγκέντρωση γερμανικών δυνάμεων στην περιοχή, δυσανάλογα μεγάλη για τις δυνατότητες των ελαφρά οπλισμένων αλεξιπτωτιστών, που θα έπεφταν στο Άρνεμ. Η τελική αποτυχία του σχεδίου εκείνου, μαζί με τις δυσκολίες ανεφοδιασμού σε πυρομαχικά και, κυρίως, καύσιμα, καθήλωσε την Συμμαχική προσπάθεια κατά τον Νοέμβριο του 1944, ενώ δριμύ ψύχος σάρωνε την Ευρώπη, πράγμα που έκανε τις επιχειρήσεις ακόμα δυσκολότερες. Αποτέλεσμα ήταν ότι, ενώ πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1944, αντί ο πόλεμος να έχει τελειώσει, είχε ουσιαστικά τελματωθεί στο Δυτικό Μέτωπο. Αυτή η κατάσταση ευνόησε την τελική επιλογή του Χίτλερ, που εξάλλου δεν έβλεπε κανένα ενθαρρυντικό στοιχείο με πιθανότητες επιτυχίας στο Ανατολικό μέτωπο.

Στην συνέχεια υπήρξε ένας σοβαρός διχασμός στους επόμενους στόχους των Αμερικανών και Άγγλων ηγετών. Ο Τσώρτσιλ ευνοούσε την κατάληψη των βελγο-ολλανδικών και γερμανικών ακτών του Ατλαντικού, που ήταν οι βάσεις εκτόξευσης των βλημάτων V1 και V2 και στόχευαν αποκλειστικά το Λονδίνο, χωρίς να υπάρχει πρακτικός τρόπος ανακοπής τους από την αεροπορία. Οι Αμερικανοί προτιμούσαν μια μαζική επίθεση ευρέος μετώπου στα σύνορα της Νοτιοδυτικής Γερμανίας, απέναντι από την Αλσατία, η οποία εθεωρείτο το "μαλακό υπογάστριο" του Ράιχ. Ένας πρόσθετος και όχι τόσο εμφανής λόγος ήταν το ότι οι Αμερικανοί διέθεταν σοβαρές ενδείξεις για γερμανικό πυρηνικό πρόγραμμα και είχαν ενεργοποιήσει την Επιχείρηση ΑΛΣΟΣ,[2] έχοντας εντοπίσει πυρηνικό υλικό και επιστήμονες στην όχθη του Ρήνου απέναντι από την Αλσατία. Διετύπωναν, λοιπόν, ισχυρούς φόβους ότι υπήρχε σχέδιο να εξοπλίσουν τα βλήματα V2 με πυρηνικές κεφαλές.[3]

Αποτέλεσμα ήταν ο διαχωρισμός των Συμμάχων σε δύο διαφορετικά μέτωπα, πράγμα που οι Γερμανοί γρήγορα αντιλήφθηκαν. Η διαίρεση αυτή πολλαπλασίασε τα προβλήματα του συμμαχικού ανεφοδιασμού. Επιπλέον ανέκυψε και ένα άλλο θέμα, που επέφερε πρόσθετες δυσκολίες. Με δεδομένη την αεροπορική τους υπεροχή, οι Σύμμαχοι είχαν βομβαρδίσει τις γερμανικές μεταφορικές αρτηρίες και επικοινωνίες στην Δυτική Ευρώπη σε τόσο μεγάλο βαθμό, που, τώρα που βρίσκονταν στην κατοχή τους, αντιμετώπιζαν την έλλειψη αυτής της υποδομής, που καθυστερούσε την προώθησή τους. Και, ως επιστέγασμα όλων αυτών, το Συμμαχικό στρατηγείο είχε πέσει θύμα της προπαγάνδας των πολιτικών ηγετών του, με αποτέλεσμα να έχει και το ίδιο την πεποίθηση ότι πράγματι η Γερμανία είχε ήδη ολοκληρωτικά ηττηθεί και καμία σημαντική επιχείρηση δεν αναμενόταν από την πλευρά της. Ως ένα βαθμό, τα αριθμητικά στοιχεία, στα οποία στηρίζονταν αυτές οι υποθέσεις, προέρχονταν και από την από σκοπού διόγκωση των αποτελεσμάτων των στρατηγικών βομβαρδισμών στις βιομηχανικές περιοχές, με σκοπό να δικαιολογηθούν ορισμένα στρατηγικά δόγματα που είχαν κοστίσει πολύ σε απώλειες μεταξύ 1943-1944 και είχαν κριθεί ως αποτυχίες. Υπήρχε σοβαρή διχογνωμία Άγγλων και Αμερικανών ειδικών στις εκτιμήσεις αυτές, και, όπως αποδείχτηκε στον τομέα υλικού, η γερμανική παραγωγή άντεχε ακόμα εξαιρετικά, παρά το ότι υπέφερε πολύ στον τομέα του έμψυχου υλικού. Η πολιτική ηγεσία των Συμμάχων, ωστόσο, ήθελε μετά από τόσο αίμα και απώλειες επί τέσσερα χρόνια, να εμφυσήσει έναν αέρα αισιοδοξίας στους δοκιμαζόμενους λαούς της, οπότε δεν επέτρεψε σε αυτές τις λεπτομέρειες να ληφθούν υπόψιν.

Το Γερμανικό Σχέδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χίτλερ διατηρούσε πολύ καλές αναμνήσεις απ την επίθεσή του στις Αρδέννες το 1940, στην διάρκεια του αστραπιαίου πολέμου (blitzkrieg), οπότε και τις διέσχισε σχεδόν ακαριαία, παρά την αντίθετη άποψη του Γαλλικού Επιτελείου και, περνώντας το Σεντάν, έφτασε στο Παρίσι σε χρόνο μιας εβδομάδας, ενώ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο το αντίστοιχο όνειρο των Γερμανών δεν μπόρεσε ποτέ να πραγματοποιηθεί. Επιπλέον, υπολόγιζε πολύ στον καλύτερο οπλισμό που διέθετε τώρα και έλαβε σοβαρά υπόψη του την μεγάλη κακοκαιρία, για να αποφύγει την αεροπορική υπεροπλία των Συμμάχων. Ακόμα, αποφάσισε την ταυτόχρονη ενεργοποίηση τριών άλλων συμπληρωματικών επιχειρήσεων, που θα ενεργούσαν ως αντιπερισπασμοί και επέβαλε απόλυτη σιγή στις επικοινωνίες που αφορούσαν την όλη επιχείρηση. Παραδόξως, το τελευταίο, αν και μέρος του αιφνιδιασμού που ήθελε να πετύχει, έδρασε αρνητικά στο σχέδιό του, επειδή η ενημέρωση των κατωτέρων αξιωματικών και διοικητών των μικρών μονάδων παρέμεινε πρακτικά μηδενική μέχρι την τελευταία στιγμή. Αλλά οι Συμμαχικές υπηρεσίες πληροφοριών, που ήταν πολύ έμπειρες στις υποκλοπές και είχαν την βοήθεια πολλών αντιστασιακών δικτύων στην Ευρώπη, μπόρεσαν και πάλι να εντοπίσουν μέρος από τις κινήσεις προετοιμασίας του Χίτλερ, αλλά όπως και στην επιχείρηση στο Άρνεμ, η Ανώτατη Συμμαχική Διοίκηση δεν ήταν έτοιμη να ανεχτεί οτιδήποτε το μη αισιόδοξο και ειδικά τότε που οι πολιτικοί ηγέτες διέδιδαν ότι «…τα παιδιά μας φέτος θα κάνουν Χριστούγεννα στο σπίτι...».

Η κυρία επίθεση ονομάστηκε «Φρουρός στον Ρήνο» (Wacht am Rhein) και συνοδεύονταν από τρεις παράλληλες άλλες, την «Ισοπεδωμένη Γη» (Bodenplatte), όπου η Γερμανική αεροπορία θα έκανε μια γενική επίθεση καταστροφής στο έδαφος της Συμμαχικής αεροπορίας , την «Αρπαγή» (Greif), την χρήση μεταμφιεσμένων Γερμανών σε Αμερικανούς στρατιώτες που θα προκαλούσαν σύγχυση και θα έκαναν δολιοφθορές (διοικητής ο συνταγματάρχης Οττο Σκορτσένυ) και την «Στέσερ» (Stösser), κατά την οποία θα ρίπτονταν νύχτα αλεξιπτωτιστές να καταλάβουν καίρια σημεία στην κομβική πόλη του Μαλμεντύ (Malmedy) στο ανατολικό Βέλγιο.

Οι αιχμές επίθεσης θα ήταν τρεις. Η πρώτη, απέναντι από το Άαχεν, με σκοπό να εμποδίσει την 9η και 3η Αμερικανική Στρατιά από το να κινηθούν προς τα νότια και με τελικό στόχο να καταλάβει την Αμβέρσα. Η δεύτερη αιχμή θα γινόταν στην περιοχή των Αρδεννών, μεταξύ Ανατολικού Βελγίου και Λουξεμβούργου. Αυτή ήταν επιφορτισμένη με την προώθηση προς τον ποταμό Μεύση, το πέρασμα του οποίου άφηνε πρακτικά αφύλακτο τον δρόμο για τις Βρυξέλλες. Η τρίτη θα προχωρούσε νοτιότερα και παράλληλα με τη δεύτερη, προστατεύοντας τα πλευρά της από τον νότο, μια και στην Γαλλία βρίσκονταν ήδη Αμερικανικές δυνάμεις με έδρα το Βερντέν. Ο Μεύσης και η Αμβέρσα αποτελούσαν το κλειδί των Συμμαχικών εφοδιασμών και όντως η απώλειά τους θα μπορούσε να διακόψει τις Συμμαχικές επιθέσεις τουλάχιστον για ένα εξάμηνο – διάστημα αρκετό για τον Χίτλερ να ελπίσει σε μια σοβαρή ανακατάταξη δυνάμεων και συμφερόντων που θα έφερναν στον πόλεμο μια άλλη τροπή.

Το σχέδιο αυτό, σαν σύλληψη επί χάρτου, απέσπασε εκ των υστέρων τον θαυμασμό των ιστορικών στρατιωτικών αναλυτών, αλλά στην εκτέλεση επί του πεδίου ο Χίτλερ δεν απέφυγε τις αλλεπάλληλες υποθέσεις, εξαιτίας της υπερβολικής του αισιοδοξίας, ή ίσως και της απελπισίας που τον κατέτρωγε μετά την απόβαση στην Νορμανδία. Οι ανώτατοι αξιωματικοί, που ανέλαβαν την εκτέλεση ήταν οι αρχιστράτηγοι Βάλτερ Μόντελ (Walther Model) και Γκερντ φον Ρούντστεντ (Gerd von Rundstedt). Και οι δύο εντόπισαν από νωρίς τα προβλήματα. Καταρχήν η κακοκαιρία δεν θα ήταν αιώνια και, αν οι Σύμμαχοι έβρισκαν την ευκαιρία να εξαπολύσουν την αεροπορία τους, οι γερμανικές μονάδες θα υπέφεραν σοβαρά, χωρίς ελπίδα να προχωρήσουν. Επίσης, αριθμητικά οι γερμανικές μονάδες είχαν μεγάλα κενά και πολύ μικρότερη επάνδρωση από το κανονικό. Αναγκάστηκαν, μάλιστα, να οργανώσουν και τμήματα, που περιελάμβαναν τραυματίες παλαίμαχους που μόλις είχαν ανανήψει και στρατιώτες με ηλικίες κάτω του στρατεύσιμου ορίου. Τυχόν απώλειες σε τόσο περιορισμένες δυνάμεις κινδύνευαν να αφήσουν τα άρματα απροστάτευτα από το συνοδευτικό πεζικό. Επιπλέον, η κατάσταση του εδάφους στις Αρδέννες, στο σημείο εκκίνησης, είναι πολύ λοφώδης με εξαιρετικά στενά περάσματα, στα οποία αρκούσε μια μικρή εμπλοκή για να σταματήσει ολόκληρες φάλαγγες αρμάτων.[4] Όντως, αρκεί κανείς ακόμα σήμερα να επισκεφθεί την περιοχή και θα διαπιστώσει πόσο δύσκολο είναι, ακόμα και για ένα αυτοκίνητο, να κάνει την διαδρομή, την οποία πρότεινε ο Χίτλερ, για τα μεγαλύτερα άρματα που διέθετε τότε, τα Τάιγκερ (τίγρεις), και πόσο εύκολα αποκόπτεται ένας τέτοιος δρόμος από ένα απλό εμπόδιο. Τέλος, στο θέμα του ανεφοδιασμού, ο Χίτλερ διέθετε καύσιμα μόνο για την μισή διαδρομή και πρότεινε απλά την χρήση των συμμαχικών καυσίμων που θα αιχμαλώτιζαν, εννοείται, οι εμπροσθοφυλακές του. Οι δύο αρχιστράτηγοι, μετά από μια ώριμη μελέτη αντιπρότειναν μια παραλλαγμένη έκδοση του αρχικού σχεδίου, με πλησιέστερους στόχους σε ένα εφικτό πλαίσιο, την οποία όμως απέρριψε ο Χίτλερ ως ανάξια λόγου.

Ηγέτες στο πεδίο της μάχης ορίστηκαν :

  • Ο Στρατηγός των Ες Ες Ζεπ Ντήτριχ (Sepp Dietrich), βετεράνος των αρμάτων, ο οποίος, χωρίς να αποτελεί στρατηγική ευφυΐα, ήταν αρεστός και πιστός στον Χίτλερ και παρέμενε αγαπητός στους υφισταμένους του. Θα οδηγούσε την 6η Τεθωρακισμένη Στρατιά Ες Ες. Βασικοί σχηματισμοί της στρατιάς ήταν το Ιο Τεθωρακισμένο Σώμα Ες Ες (1η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Ες Ες Leibstandarte και 12η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Ες Ες Hitlerjugend) και το ΙΙο Τεθωρακισμένο Σώμα Ες Ες (2α Τεθωρακισμένη Μεραρχία Ες Ες Das Reich και 9η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Ες Ες Hohenstaufen). Οι περισσότεροι άνδρες των τεσσάρων μεραρχιών ήταν νέοι και άπειροι αλλά διοικούνταν από εξαιρετικά φανατικούς και σκληροτράχηλους αξιωματικούς. Στόχος της Στρατιάς ήταν η Αμβέρσα.
  • Ο Στρατηγός Χάσο φον Μαντόιφελ (Hasso von Manteuffel) με την 5η Στρατιά Θωρακισμένων θα αναλάμβανε το κέντρο, με τελικό στόχο την κατάληψη των αποθηκών εφοδιασμού στην πόλη Ναμύρ στον Μεύση και, στην συνέχεια, θα καταλάμβανε τις Βρυξέλλες.
  • Ο Ταξίαρχος Εριχ Μπράντενμπέργκερ (Erich Brandenberger) με την 7η Στρατιά Θωρακισμένων θα κάλυπτε την νότια πλευρά του Μαντόιφελ.

Την τελευταία στιγμή προστέθηκε και μια τέταρτη δύναμη, η οποία είχε ανασυσταθεί μετά τις μάχες στο Άρνεμ, και από την Ολλανδία θα μπορούσε να αντεπιτεθεί στα συμμαχικά στρατεύματα ανάλογα με τις περιστάσεις. Ήταν η 15η Στρατιά υπό τον Στρατηγό Γκούσταφ-Αντολφ φον Τσάνγκεν (Gustav-Adolf von Zangen).

Προετοιμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας αρχικά την πρόθεση η επιχείρηση να αρχίσει να πραγματοποιείται τον Νοέμβριο, οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να την αναβάλουν μέχρι το μετεωρολογικό δελτίο να εξασφαλίσει μακρά περίοδο χαμηλής νέφωσης και ομίχλης, η οποία προβλέφθηκε ότι θα εμφανιζόταν περίπου ένα δεκαήμερο πριν τα Χριστούγεννα. Αλλά στην μικρή αυτή διάρκεια πολλές προετοιμασίες δεν είχαν τον χρόνο να γίνουν και κυρίως η εκπαίδευση των στρατευμάτων, αφού ο περισσότερος χρόνος δαπανήθηκε απλά και μόνο για να συγκεντρωθούν οι δυνάμεις. Την ίδια ώρα, η επιβεβλημένη από τον Χίτλερ σιγή για το σχέδιο δεν επέτρεψε στους διοικητές μονάδων να εξηγήσουν τους στόχους τους στα στρατεύματά τους και μερικές μονάδες διατάχθηκαν να τοποθετηθούν αναμένοντας διαταγές αργότερα, ενώ οι πιλότοι των αεροσκαφών μεταφοράς των αλεξιπτωτιστών δεν ενημερώθηκαν για τα ακριβή σημεία ρίψεων. Στην ουσία, στον τομέα της προετοιμασίας, η επιχείρηση εκείνη ήταν καθαρή αποτυχία και θα ήταν καταδικασμένη από την αρχή αν από την συμμαχική πλευρά η κατάσταση ηγετικά ήταν λιγότερο αξιοθρήνητη. Ένας μόνον Αμερικανός αξιωματικός πληροφοριών, ο συνταγματάρχης της 3ης Στρατιάς Οσκαρ Κόχ (Oscar Koch) τόλμησε να επιμείνει ότι τα γερμανικά στρατεύματα που έβρισκε μπροστά του δεν έδειχναν καθόλου σε αποσύνθεση και, αντίθετα, το ηθικό τους ήταν παράδοξα ανεβασμένο, ενώ εμφάνισε φωτογραφίες καμουφλαρισμένων βαρέων αρμάτων κοντά στο μέτωπο. Αλλά οι υποδείξεις του, όπως κι εκείνες των πληροφοριών που ανέφεραν ότι υποκλάπηκαν σήματα που αναζητούσαν αγγλομαθείς Γερμανούς για μια πολεμική επιχείρηση, αγνοήθηκαν επιδεικτικά, ως μη συμβαδίζοντα με τις απόψεις του Συμμαχικού Επιτελείου. Ταυτόχρονα, κάποιες μικρές προσπάθειες να προκαλέσουν σύγχυση από γερμανικής πλευράς φαίνεται να καρποφόρησαν ή, τουλάχιστον, ήταν αρεστές στα αυτιά που τις άκουγαν. Συνεργάτες των Γερμανών διέδιδαν επίτηδες ειδήσεις για μια επίθεση δυτικά της Φρανκφούρτης. Μάλιστα αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Μαντόιφελ, ντυμένος με πολιτικά, κατέβηκε να πιει τον καφέ του στην συνοριακή πόλη του Λουξεμβούργου με την Γερμανία, Έχτερναχ[5] και όπου φωναχτά άρχισε να συζητά με τους θαμώνες ειδήσεις για μια μεγάλη αντεπίθεση απέναντι από το Ντίσελντορφ, με σκοπό, φυσικά, να τον ακούσουν οι ντόπιοι πληροφοριοδότες των Συμμάχων.

Οι Μάχες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανοί στρατιώτες σε άρμα μάχης. Αρδέννες, Δεκέμβριος 1944 (φωτ. Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο)

Όταν οι καιρικές συνθήκες ωρίμασαν, στις 16 Δεκεμβρίου, και εξασφάλιζαν πρακτικά μηδενική ορατότητα, η επίθεση εξαπολύθηκε. Την ίδια ώρα ο Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ έπαιρνε άδεια να επισκεφθεί την οικογένειά του στην Αγγλία και ο Αϊζενχάουερ την επομένη θα πήγαινε σε γάμο επιτελούς του. Καμία πληροφορία δεν είχαν πάρει οι μονάδες, οι οποίες βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά στα γερμανικά άρματα. Οι περισσότερες, μάλιστα, από αυτές, ήταν εντελώς αδοκίμαστες σε πόλεμο (η 99 και 106 Μεραρχίες) ενώ η έμπειρη 2η Μεραρχία Πεζικού είχε σταλεί σε εκείνο τον τομέα συμπτωματικά, για ανάκαμψη.

Ο Ντήτριχ ξεκίνησε την επίθεσή του τα χαράματα στις 05:30΄ με ισχυρή προετοιμασία πυροβολικού και στις 08:00΄ πλημμύριζε ήδη με πεζικό τα αμερικανικά χαρακώματα απέναντι από τις λοφοσειρές του Λόσχαϊμ και του Ελσενμπορν, στα Βελγο-Γερμανικά σύνορα. Την ίδια ώρα ο Μαντόιφελ διέσχισε το βόρειο Λουξεμβούργο και πλησίασε τους δύο σημαντικούς κόμβους στην περιοχή του Βελγίου, την Μπαστόν και το Σαίν Βιτ. Ο Μπράντενμπέργκερ προχωρούσε στο κεντρικό Λουξεμβούργο χωρίς σημαντική αντίσταση, στο νότιο πλευρό του Μαντόιφελ.

Παρά την αρχική έκπληξη, οι αξιωματικοί της 2ης Μεραρχίας Πεζικού έδωσαν εντολή στους άνδρες τους να προβάλουν αντίσταση με όλα τα μέσα και συμπαρασύροντας και την άπειρη 99η Μεραρχία κατάφεραν, αν και υποχωρούσαν, να σταματήσουν την γερμανική προέλαση μετά από κάπου δύο ώρες εμπλοκής. Ήταν ένα θαυμαστό δείγμα της αποτελεσματικότητας που μπορεί να έχει ένα, αδύναμο μεν, αλλά πεισματάρικο πεζικό. Ο Ντήτριχ αναγκάζεται να καλέσει τα βαρέα άρματά του στην μάχη νωρίτερα απ’ όσο υπολόγιζε και αυτό σήμαινε, προφανώς, ταχύτερη ανάλωση των διαθέσιμων καυσίμων. Εκεί διαπιστώνει ότι η κακοκαιρία μπορεί μεν να τον προφυλάσσει από την εχθρική αεροπορία, αλλά του προκαλεί σημαντική καθυστέρηση, όταν προσπαθεί να συγχρονίσει τα άρματα με το πεζικό, με αποτέλεσμα να βρίσκεται από εκεί και πέρα συνέχεια πίσω απ το πρόγραμμά του.


Πολύ καλύτερη ήταν η κατάσταση για τον Μαντόιφελ απέναντι από τις 26η και 106η Μεραρχίες Πεζικού, καθώς με μια κλασική διάταξη «ψαλίδας» περικύκλωσε σύντομα δύο συντάγματα της 106, τα 422 και 423, τρέποντάς τα σε φυγή και προκαλώντας, στη συνέχεια, την άμεση παράδοσή τους. Εκτιμάται ότι εξουδετέρωσε, έτσι, μέχρι και 9.000 στρατιώτες, αποκομίζοντας παράλληλα και σημαντικό υλικό.

Αλλά οι παράλληλες επιχειρήσεις των Γερμανών «Ισοπεδωμένη Γη», «Αρπαγή» και «Στέσσερ» ήταν, πρακτικά, θνησιγενείς. Η μεν πρώτη αναβλήθηκε για αργότερα και τελικά πραγματοποιήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1945 λόγω αδυναμίας συγκέντρωσης και συγχρονισμού των απαραίτητων αεροπορικών δυνάμεων αλλά και των καιρικών συνθηκών. Η «Στέσσερ» κατέσπειρε τους 1300 αλεξιπτωτιστές της πολύ μακριά από τους προγραμματισμένους στόχους και τα κατάλοιπά της, πλημμελώς ενημερωμένα, αποσυντονίστηκαν και προσπάθησαν να ενωθούν με τα υπόλοιπα στρατεύματα χωρίς να επιτύχουν τίποτε το ιδιαίτερο. Η «Αρπαγή», ενώ πρακτικά απέτυχε στον αντικειμενικό της στόχο, κατάφερε ωστόσο με την πρωτοτυπία της να ταράξει τους Αμερικανούς περισσότερο από όσο αναμενόταν. Αντιλαμβανόμενος ότι κάποιοι ντυμένοι σαν Αμερικανοί στρατιώτες είχαν καταφέρει να μπερδέψουν τις οδικές πινακίδες, άρχισαν να υποψιάζονται τους πάντες και τα πάντα, ενώ τρομακτικές διαδόσεις έφτασαν μέχρι τα αυτιά του στρατηγού Τζόρτζ Πάττον, Διοικητή της 3ης Στρατιάς στο Βερντέν και του Αϊζενχάουερ στο Παρίσι, ότι εκατοντάδες Γερμανοί είχαν αναπτυχθεί μέσα στα συμμαχικά στρατεύματα και κρατούσαν την τύχη όλων των εξελίξεων στα χέρια τους. Όταν, μάλιστα, μερικοί συνελήφθησαν, ομολόγησαν – και όντως με αυτή την εντύπωση είχαν μείνει από την ελλιπή ενημέρωση που είχαν λάβει – ότι ο στόχος τους ήταν η δολοφονία ενός επιφανούς συμμαχικού προσώπου, πολύ πιθανόν του ίδιου του Αϊζενχάουερ, αναστάτωσαν με άσκοπα μέτρα ασφαλείας όλο το συμμαχικό αρχηγείο με αρκετά κωμικά συμβάντα μεταξύ φρουρών που υποψιάζονταν ακόμα και τους στρατηγούς των μονάδων τους σαν πράκτορες των Γερμανών. Όσοι πάντως από αυτούς τους Γερμανούς συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, μια και είχαν παραποιήσει την στολή τους και άρα θεωρήθηκαν κατάσκοποι. Σώζεται, μάλιστα, ως σήμερα ο τοίχος εμπρός στον οποίο έγινε η εκτέλεση, στην Ρος-αν-Αρντέν στο Βέλγιο.

Μια σημαντική, όμως, ενέργεια που θα είχε σοβαρές συνέπειες για την συνέχεια είναι ότι διατάχθηκε η εξαιρετικά εμπειροπόλεμη και επίλεκτη δύναμη, η 101η αερομεταφερόμενη αμερικανική ταξιαρχία, που πρόσφατα είχε πρωταγωνιστήσει στο Άρνεμ, να βαδίσει για να κρατήσει την Μπαστόν, που περικύκλωνε ο Μαντόιφελ, στις 19 του μηνός. Εκεί η αντίσταση υπήρξε μνημειώδης και άγρια, παρόλο που δεν υπήρχαν ούτε η προοπτική ούτε τα μέσα για μια μακρόχρονη πολιορκία. Οι Γερμανοί δεν είχαν, τελικά, άλλη επιλογή από το να την παρακάμψουν την επομένη, στις 20, έχοντας όμως χάσει ακόμα μια μέρα από το δρομολόγιό τους. Ο Αϊζενχάουερ εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να δεχτεί ότι η επίθεση που αντιμετώπιζε ήταν πράγματι μεγάλης κλίμακας και έριξε στο μέτωπο σοβαρές ενισχύσεις, αλλά αυτό συνέβη μόνο πέντε ημέρες μετά την έναρξη της γερμανικής εισβολής. Τελικά, κάπου 250.000 στρατιώτες και η δεύτερη επίλεκτη μονάδα της 82ης αερομεταφερόμενης ταξιαρχίας προωθήθηκαν στο μέτωπο.

Η Γερμανική καθίζηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συνταγματάρχης Γιόαχιμ Πάιπερ, που αποτελούσε την αιχμή του Ντήτριχ, κατάφερε να φτάσει στο χωριό Σταβελό, 20 χλμ από το σημείο της γερμανικής εκκίνησης, μόλις μετά από 36 ώρες, στις 18 Δεκεμβρίου, για να διαπιστώσει ότι οι Αμερικανοί στρατιώτες πυρπόλησαν πολλά αποθέματα καυσίμων και συστηματικά ανατίναζαν κάθε γέφυρα στην διαδρομή του. Αφού ειδοποίησε ότι η κατάσταση των καυσίμων του είχε ήδη γίνει κρίσιμη, συνέχισε για το χωριό Τρουά Πόν (Τρεις γέφυρες) αλλά και εκεί οι σημαντικές προσβάσεις πάνω από το ποτάμι του Ουρ είχαν ανατιναχθεί. Ο Πάιπερ συνέχισε για το χωριό Στουμόν για να συναντήσει την ίδια εικόνα. Τελικά αποφάσισε να υποχωρήσει στο χωριό της Λα Γκλεζ και να οχυρωθεί, περιμένοντας ενισχύσεις και καύσιμα από τα μετόπισθεν που δεν ήρθαν ποτέ. Εν τω μεταξύ, αμερικανικό πεζικό αναπτύχθηκε στα νώτα του και, στις 23 Δεκεμβρίου, βλέποντας το αδιέξοδο ο Πάιπερ αποφασίζει να υποχωρήσει στις αρχικές του θέσεις. Σήμερα στην Λα Γκλέζ, στο σημείο που ο Πάιπερ είχε το πρόχειρο αρχηγείο του, έχει στηθεί μικρό μουσείο από εκείνη την μάχη και διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση ένα από τα άρματά του.

Το διατηρούμενο άρμα Τίγρης στην Λα Γκλεζ, δίπλα στο μικρό σπίτι που ο Πάιπερ είχε το πρόχειρο στρατηγείο του - σήμερα μουσείο

Την ίδια περίοδο, στο κέντρο, στο Σαιν Βιτ τα υπολείμματα των αμερικανικών μεραρχιών 7, 106, 9 και 28 αποφάσισαν να αντισταθούν, παρά την μεγάλη εχθρική υπεροχή, και, όταν τελικά στις 23 Δεκεμβρίου το εγκαταλείπουν, έχουν προσθέσει μια ακόμα καθυστέρηση στο γερμανικό σχέδιο. Από το Παρίσι ο Αϊζενχάουερ αρχίζει και διαβλέπει τώρα την ευνοϊκή πιθανότητα να εξουδετερώσει τις τελευταίες σοβαρές δυνάμεις του Χίτλερ, καθώς είναι αναπτυγμένες στο ευρύτερο μέτωπο και όχι κρυμμένες στις γραμμές πίσω από τα σύνορά τους. Διατάσσει τον Πάττον να επιτεθεί από τα νότια, προχωρώντας στην Μπαστόν που πολιορκείται. Κανείς δεν τον πιστεύει όταν λέει ότι θα καταφέρει να είναι εκεί σε 48 ώρες μέσα από τις παγωμένες Αρδέννες, αλλά το πετυχαίνει και ιστορικά η κίνηση αυτή αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες στιγμές αυτού του κατά τα άλλα αντιφατικού στρατιωτικού.

Οι Γερμανοί, εν τω μεταξύ, είχαν προτείνει την παράδοση των Αμερικανών στην Μπαστόν, η οποία μετρά τα τελευταία της πυρομαχικά, αλλά ο διοικητής της ταξίαρχος Άντονι Μακόλιφ της 101ης αερομεταφερόμενης απαντά με ένα χλευαστικό μονολεκτικό «Νάτς».[4] Οι Γερμανοί, αντί να αγνοήσουν εντελώς την Μπαστόν, συνεχίζουν μερικές επιθέσεις, ανταπαντώντας στην αμερικανική άρνηση παράδοσης, αλλά οι αμυνόμενοι με συνεχείς μετακινήσεις στα σημεία πίεσης τις εξουδετερώνουν πρόσκαιρα. Οι υπόλοιπες μονάδες του Μαντόιφελ πορεύονται για τον Μεύση, αλλά τα καύσιμά τους τελειώνουν στις 24 Δεκεμβρίου, 20 χλμ πριν τον στόχο τους, τον οποίο, εντωμεταξύ, φυλάσσουν μονάδες που συγκεντρώθηκαν εκ των ενόντων από τον Μοντγκόμερι. Έτσι, η γερμανική επίθεση, μετά από κάπου μια εβδομάδα μαχών, σταμάτησε στο ένα τρίτο του στόχου του σχεδίου της και καθυστερημένη κατά 3-4 μέρες στο πρόγραμμά της.

Η συμμαχική αντεπίθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καιρός άρχισε να βελτιώνεται καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα όσο χρειαζόταν για την Συμμαχική αεροπορία να αντιδράσει. Τα μαχητικά της άρχισαν να χτυπούν συστηματικά τις γερμανικές συγκεντρώσεις και τα βομβαρδιστικά της έριξαν πλήθος βομβών στις γραμμές ανεφοδιασμού τους, ενώ ρίψεις αλεξιπτωτιστών και ανεμοπλάνων ενίσχυσαν την Μπαστόν σε υλικό και άνδρες. Την ίδια ώρα ο Πάττον χτυπούσε τις δυνάμεις του Μπράντενμπέργκερ στα πλευρά του Μαντόιφελ. Ηταν η πιο ωραία στιγμή αυτού του ιδιόμορφου στρατηγού, που, μέσα σε μια άσχημη πολική νύχτα, μετέφερε την προηγουμένη ικανό στρατό από την Λωραίνη στις Βελγικές Αρδέννες, δίνοντας ελπίδα στην αποκλεισμένη Μπαστόν. Στις 26 Δεκεμβρίου ο Πάττον μπαίνει στην πόλη σπάζοντας τον κλοιό της και, πρακτικά, αποκόπτοντας τον Μαντόιφελ. Ο τελευταίος πρότεινε την υποχώρηση στις αρχικές του θέσεις, αλλά ο Χίτλερ αρνήθηκε κατηγορηματικά.

Ενώ η γερμανική επίθεση είχε σταματήσει, την Πρωτοχρονιά εξαπολύεται η αεροπορική επιχείρηση «Ισοπεδωμένη Γη», που δεν μπόρεσε να συγχρονιστεί με την επίθεση των χερσαίων δυνάμεων. Η έκπληξη των συμμάχων δεν είναι μικρή και χάνουν στο έδαφος κάπου 465 αεροπλάνα σε αεροδρόμια που εκτείνονται απ την Ολλανδία ως την βορειοανατολική Γαλλία, αλλά και εδώ η μυστικότητα στα σχέδια του Χίτλερ προκάλεσε καθυστερήσεις, έλλειψη συντονισμού και ενημέρωσης. Υπήρξαν σμήνη που δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν τους στόχους τους, άλλα αιφνιδιάστηκαν τα ίδια από την αναπάντεχη εμφάνιση εχθρικών σκαφών, για τα οποία δεν υπήρχαν πληροφορίες, ενώ άλλα καταρρίφθηκαν από φίλια πυρά από γερμανικές μονάδες που δεν είχαν ειδοποιηθεί για την όλη επιχείρηση. Η γερμανική αεροπορία έχασε 277 πολύτιμα αεροσκάφη, που δεν μπορούσε να αντικαταστήσει, ενώ οι Σύμμαχοι αναπλήρωσαν τις απώλειές τους μέσα σε 10 μόνο ημέρες. Ένας έκπληκτος Γερμανός πιλότος, που είχε καταρριφθεί στο γαλλικό αεροδρόμιο του Μετς, είδε την άλλη μέρα το μόλις κατεστραμμένο αμερικανικό αεροδρόμιο να γεμίζει με ολοκαίνουργια αεροπλάνα και ομολόγησε ότι τότε συνειδητοποίησε γιατί η χώρα του έχανε τον πόλεμο. Εκ των πραγμάτων αυτό υπήρξε και το «κύκνειον άσμα» της Λουφτβάφε.[6]

Η επισφράγιση της κατάστασης επήλθε, παραδόξως, με μια νέα γερμανική επίθεση στις 17 Ιανουαρίου, η οποία είχε σχεδιαστεί ευκαιριακά εξ αιτίας της αποδυνάμωσης των αμερικανικών δυνάμεων στην Αλσατία, με σκοπό να ενισχυθούν οι δυνάμεις του Πάττον. Η 7η αμερικανική στρατιά είχε την εποπτεία μιας ζώνης 110 χλμ στην ανατολική Γαλλία (κάπου 200 χλμ ανατολικά από τις Αρδέννες) και αναγκάσθηκε να αμυνθεί απελπισμένα για να μην εξολοθρευτεί ολοσχερώς, έχοντας πολλές απώλειες. Αλλά οι γερμανικές δυνάμεις που την πιέζουν δεν έχουν θέσει κανένα μακρόπνοο στρατηγικό στόχο και εξασθενούν πλήρως στις 25 Ιανουαρίου, που θεωρείται ως ημερομηνία λήξης της Μάχης των Αρδεννών.

Ο Μοντγκόμερι, εν τω μεταξύ, είχε κληθεί από τον Αϊζενχάουερ να αντεπιτεθεί στο βόρειο άκρο του Ντήτριχ, αλλά εκείνος, όπως πάντα επιφυλακτικός και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψιν τις πολύ αντίξοες καιρικές συνθήκες, άρχισε να κινείται μόνο στις 3 Ιανουαρίου. Αλλά και οι Αμερικανοί δεν ήταν σε θέση να πετύχουν γρήγορους ρυθμούς για τον ίδιο λόγο και οι αντεπιθέσεις τους δεν ξεπερνούσαν σε προέλαση το 1 χλμ την ημέρα, πράγμα που επέτρεψε στις γερμανικές δυνάμεις να ξεφύγουν κατά το μεγαλύτερο μέρος, αν και χωρίς τα βαρέα τους άρματα, παρά τις ελπίδες του Αϊζενχάουερ για τον εγκλωβισμό τους. Ο Αιζενχάουερ αργότερα κατηγόρησε τον Μοντγκόμερι ως υπεύθυνο για την διαφυγή αυτή. Σχόλια μεταξύ των συμμαχικών στρατηγών για την έκβαση των επιχειρήσεων προκάλεσαν σοβαρούς διαπληκτισμούς μεταξύ τους και σε κάποια στιγμή ο Αϊζενχάουερ σκέφτηκε ακόμα και να ζητήσει από τον Άγγλο στρατηγό να παραιτηθεί (του είπε, μάλιστα, "Μόντυ, μη μου μιλάτε εμένα έτσι! I am your boss!"). Η κρίση αποσοβήθηκε με πρωτοβουλία των αρχηγών των αντιστοίχων επιτελείων τους.

Οι επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μεγάλο Αμερικανικό μνημείο λίγο έξω από την Αρλόν, στο Μαρντασσόν. Σε κάτοψη έχει σχημα μεγάλου άστρου στηριγμένου σε κολώνες όπου αναγράφονται τα ονόματα των νεκρών απ την Μάχη των Αρδεννών και στο άνω μέρος τα ονόματα των Πολιτειών της Αμερικής από τις οποίες προήλθαν

Οι συνολικές αμερικανικές απώλειες έφτασαν τις 80.000 νεκρούς και ήταν οι χειρότερες στην ιστορία τους σε μια και μόνο επιχείρηση. Οι Βρετανοί είχαν μόνο 1400. Οι Γερμανοί έχασαν, σε ανθρώπινο υλικό, μεταξύ 60.000 ως και 100.000 μάχιμους άνδρες και σχεδόν όλο τον αξιόλογο οπλισμό τους. Αυτό σήμαινε ότι η Γερμανία είχε πλέον χάσει την δυνατότητα όχι μόνον επιθετικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, αλλά και την, ακόμη σημαντικότερη, δυνατότητα προάσπισης αυτού τούτου του εδάφους της.

Το μεγάλο Αμερικανικό μνημείο λίγο έξω απ την Αρλόν, στο Μαρντασσόν. Φωτογραφία από το έδαφος

Σχεδόν παράλληλα, στις 12 Ιανουαρίου, οι Ρώσοι περνούσαν τον ποταμό Βιστούλα στην Πολωνία, το τελευταίο σημαντικό γεωγραφικό εμπόδιο προς το Βερολίνο. Έτσι, χρονικά η Μάχη των Αρδεννών θεωρείται και σαν η αρχή του τέλους της χιτλερικής Γερμανίας. Όπως αργότερα είπε ο Μαντόιφελ «Μετά από εκείνη την επιχείρηση ξαναγυρίσαμε στον πόλεμο του δεκανέα,[7] κάνοντας μόνο αψιμαχίες και όχι πλέον μάχες».

Η σφαγή στο Μαλμεντύ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα ατυχές γεγονός που στιγμάτισε την επίθεση εκείνη ήταν η εκτέλεση 86 αιχμαλώτων Αμερικανών στρατιωτών στο σταυροδρόμι της Μπωνιέζ, μόλις 3,5 χλμ νοτιοανατολικά από το Μαλμεντύ. Δεν υπήρξε κανένας ειδικός λόγος γι' αυτό και δεν εκδόθηκε ποτέ επίσημη διαταγή και ούτε επαναλήφθηκε αλλού συστηματικά με άλλους αιχμαλώτους. Σήμερα είναι αποδεκτό ότι ένας Ρουμάνος στρατιώτης των Ενόπλων SS, ενώ αφόπλιζε έναν αιχμάλωτο, αποπειράθηκε να του αποσπάσει και μερικά προσωπικά του είδη. Ο Αμερικανός αντιστάθηκε, εκείνος τον πυροβόλησε, οι σύντροφοί του τρομοκρατημένοι πήγαν να το βάλουν στα πόδια και τότε οι Γερμανοί φρουροί άρχισαν να πυροβολούν δεξιά και αριστερά αδιακρίτως για να τους σταματήσουν. Η τότε εκδοχή ήταν ότι απλά οι SS είχαν σκοπό να εκτελούν όλους τους αιχμαλώτους εν ψυχρώ και τα νέα έκαναν πολύ γρήγορα τον γύρο του μετώπου. Αυτό είχε το μοιραίο αποτέλεσμα οι Αμερικανοί στρατιώτες να εμφανίζονται πλέον περισσότερο επιθετικοί εναντίον των Γερμανών και, κυρίως, να αποφεύγουν να παραδίδονται εύκολα, ειδικά μετά την αποτυχία των συνταγμάτων 423 και 422.

Το μνημείο στο Μαλμεντύ-Μπωνιέζ που αναγράφει τα ονόματα των Αμερικανών εκτελεσθέντων

Ο επίσημος διοικητής των SS που κατηγορήθηκε για την σφαγή του Μαλμεντύ ήταν ο ίδιος ο συνταγματάρχης Γιόαχιμ Πάιπερ. Αν και μεταπολεμικά, το 1946, καταδικάστηκε μαζί με 40 από τους άνδρες του με την βαρύτατη κατηγορία ότι αυτόβουλα και με πρόθεση εκτέλεσαν τους αιχμαλώτους, τελικά αφέθηκε ελεύθερος, όπως και όλοι οι άλλοι, το 1956, πράγμα που δείχνει ότι η κατηγορία δεν ήταν αδιάσειστη. Και άλλα γεγονότα με φήμες για αδιάκριτες σφαγές που έκαναν οι Γερμανοί εναντίον απλών πολιτών διαδόθηκαν σύντομα, αν και σε μια περίπτωση μάλιστα τα θύματα προήλθαν από τυχαίο λάθος της σήμανσης της αμερικανικής αεροπορίας, η οποία, φυσικά, είχε τεράστιες δυσκολίες στο να επιχειρεί κάτω από συνθήκες μηδενικής ορατότητας. Σήμερα είναι γνωστό ότι οι περισσότερες διαδόσεις ήταν μέρος ψυχολογικού πολέμου για να αυξήσουν την αντίσταση κατά των Γερμανών, οι οποίοι εντυπωσίασαν με εκείνη την αναπάντεχη επιστροφή τους στα μέρη που πριν λίγο καιρό είχαν εγκαταλείψει και όπου μοιραίο ήταν μερικοί πολίτες να είναι περισσότερο διστακτικοί τώρα στο να βοηθούν τους Συμμάχους.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964 (μεταφρ. από τα γαλλικά)
  2. δεν είναι ακρωνύμιο αλλά αυτή καθεαυτή η ελληνική λέξη
  3. . Μετά την πτώση της Γερμανίας οι Αμερικανοί βρήκαν σχέδια για κατασκευή κατευθυνόμενου βλήματος, που είχε πλέον μορφή κανονικού πυραύλου και ασφαλώς μεγαλύτερου του V2, με εμβρυϊκή πυρηνική κεφαλή, που προοριζόταν για την Νέα Υόρκη
  4. 4,0 4,1 Καρτιέ, ό.π.
  5. Το σχετικό καφενείο υπάρχει ακόμα σήμερα
  6. Στην επιχείρηση εκείνη πήραν μέρος και δύο ελληνικής καταγωγής αεροπόροι, που πολεμούσαν για την Γερμανία, ο Νικόλαος Μαμάης και ο Ερνέστος Ιωαννίδης. Ο δεύτερος σκοτώθηκε από φίλια πυρά, στην επιστροφή του, πάνω από το ανατολικό Βέλγιο
  7. λοιδορεί τον Χίτλερ

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hitler's Ardennes Offensive: The German View of the Battle of the Bulge by Danny S. Parker - 15 May 2006
  • Heri Michel, La Seconde Guerre Mondiale, Paris, Omnibus, 2004