Ατσαγιόλι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το οικόσημο της οικογένειας

Οι Ατσαγιόλι ή Ατζαγιόλι (Acciaiuoli) ήταν μια από τις διασημότερες οικογένειες της Φλωρεντίας. Ανέπτυξε δραστηριότητες σε πολλές περιοχές της Ευρώπης και μάλιστα ένας κλάδος της βασίλεψε στο Δουκάτο των Αθηνών από το 1385 έως το 1458.

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική (μεσαιωνική) γραφή του ονόματος ήταν Acciajoli και Acciajuoli [1], το οποίο αποδίδεται ως Ατζαγιόλι ή Ατσαγιόλι, αλλά και Ατζαϊόλι ή Ατσαϊόλι[2]. Η κοντινότερη φωνητική απόδοση είναι με "τσ" (Ατσαγιόλι ή Ατσαϊόλι) αν και σε αρκετές -ίσως και τις περισσότερες- περιπτώσεις στην ελληνική βιβλιογραφία εμφανίζεται η απόδοση με "τζ" (Ατζαγιόλι και σπανιώτερα Ατζαϊόλι).

Η ιστορία της οικογένειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχαιότερο γνωστό μέλος των Ατσαγιόλι ήταν ο Γκουγιαρέλλο (Gugliarello), ένας Γουέλφος από την Brescia, ο οποίος γύρω στα 1160 κατέφυγε στην Φλωρεντία για να γλυτώσει από τους πολιτικούς του αντιπάλους (Γιβελλίνους), εκεί αφιερώθηκε στο εμπόριο ατσαλιού (ιταλικά acciaio) από όπου και πήρε το επώνυμο Acciaiolo και εγγράφηκε στη συντεχνία των εμπορικών τεχνών (Arte del Cambio). Στα 1282 οι απόγονοί του ίδρυσαν την εμπορική εταιρεία, η οποία θα γίνει η βάση της οικογενειακής περιουσίας. Σταδιακά θα ιδρύσουν υποκαταστήματα σ' ολόκληρη την Ευρώπη και θα αναμειχθούν και σε τραπεζικέ δραστηριότητες. Τον 13ο αι. έφτασαν στο απόγειο της ακμής τους, έχοντας γίνει οι βασικοί τραπεζίτες του βασιλικού οίκου της Νάπολης (Anjou), της Αγίας Έδρας και ιπποτικών ταγμάτων. Ενεπλάκησαν στις συγκρούσεις μεταξύ Γουέλφων και Γιβελλίνων, χρηματοδωτώντας του πρώτους και το 1345, μετά από μια σειρά επιτυχίες των Γιβελλίνων έφτασαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, με αποτέλεσμα τη διάλυση της τράπεζας τους (Compagna di Ser Leone degli Acciaioli e de' suoi consorti). Την ίδια περίοδο στη Φλωρεντία ξέσπασε γενικευμένη οικονομική κρίση, η οποία αποδόθηκε στη δεσποτική διακυβέρνηση του Gauthier VI de Brienne, ο οποίος και εκδιώχθηκε από την πόλη, τότε την κυβέρνηση ανέλαβε ο επίσκοπος Angiolo Acciaioli. Από τότε πολλά μέλη της οικογένειας ενεπλάκησαν στη διακυβέρνηση της Φλωρεντίας, αναλαμβάνοντας διάφορα αξιώματα. Συνδέθηκαν με τους οίκους των Αλμπίτσι και των Μεδίκων, μάλιστα ο οίκος των δουκών της Φλωρεντίας-Τοσκάνης προέρχεται από την ένωση της Laudomia Acciaioli με τον Pierfrancesco de' Medici. Στην Ιταλία ο τελευταίος του οίκου ήταν ο Νικόλαος, που πέθανε το 1834 στη Βενετία. Στις αρχές του 16ου αι. εγκαταστάθηκε στη Μαδέρα ο Σίμων Ατσαγιόλι, για να εκπροσωπήσει τις εκεί εμπορικές δραστηριότητες της οικογένειας. Οι απόγονοι αυτοί του τελευταίου φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.

Ναπολιτάνικος-Ελληνικός κλάδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω οι Ατσαγιόλι ήταν οι τραπεζίτες του βασιλικού οίκου της Νάπολης και γι' αυτό μέλη της είχαν εγκατασταθεί εκεί από πολύ νωρίς. Το 1348 ο Νικολό Ατσαγιόλι ανακηρύχθηκε Μέγας Σενεσάλος του Βασιλείου. Ανέλαβε την ανασυγκρότηση των κληρονομικών κτήσεων των Ανζού στην Ελλάδα (Πριγκιπάτο της Αχαΐας) και απέκτησε ως ανταμοιβή τη Καστελανία της Κορίνθου. Αργότερα κάλεσε από τη Φλωρεντία τον ανιψιό του Νέριο, στον οποίο σταδιακά περιήλθαν οι κτήσεις της οικογένειας στην Ελλάδα. Με βάση τις κτήσεις αυτές ο Νέριο μπόρεσε μέχρι το 1388 να κατακτήσει τα εδάφη της Καταλανικής Εταιρείας και παράλληλα συμμάχησε με τους τιτουλάριος πρίγκιπες της Αχαΐας κατά των Ναβαρέζων. Το 1394, λίγο πριν πεθάνει οι βασιλείς της Νάπολης του απένειμαν τον τίτλο του Δούκα των Αθηνών. Απόγονοί του συνδέθηκαν με τους οίκους των Τόκκων και των Παλαιολόγων, ενώ από το νόθο γιο του με τη Μαρία Ρέντη Αντώνιο προέρχονται οι μετέπειτα δούκες των Αθηνών, μέχρι την τουρκική κατάκτηση.

Γνωστά μέλη της οικογένειας Ατσαγιόλι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέλη της οικογενείας Ατσαϊόλι που είχαν γίνει Δούκες των Αθηνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα τ.12, σ. 138
  2. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τ. Θ΄, 273α