Αντώνης Βαρδής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αντώνης Βαρδής (7 Αυγούστου 1948 - 2 Σεπτεμβρίου 2014) ήταν Έλληνας μουσικοσυνθέτης, τραγουδιστής, στιχουργός και κιθαρίστας. Είναι θείος του Κώστα Δόξα και του Άκη Δείξιμου. Έχει δύο παιδιά, τον επίσης τραγουδιστή Γιάννη και την Καλλιστώ.

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια - Vikings[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αντώνης Βαρδής γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1948, στο Μοσχάτο στην οδό Κανάρη. Σε ηλικία έξι ετών φέρεται να γνώρισε τον Τσιτσάνη, τον Παπαιωάνου, το Ζαμπέτα και τη Ρένα Ντάλια στο νυχτερινό μαγαζί "Φαληρικό" όπου και τραγούδησε για πρώτη φορά. Για βιοποριστικούς λόγους το 1954 δούλεψε δίπλα στο συνθέτη και δεξιοτέχνη στο μπουζούκι Μανώλη Χιώτη, στη "Γωνιά της Αθήνας" στην Πλάκα. Λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης της οικογένειας του δεν πήγε στο γυμνάσιο αλλά ξεκίνησε να εργάζεται από μικρός[1], εργαζόμενος κατά περιόδους σε ψιλικατζίδικο, χρωματοπωλείο, βενζινάδικο, σε οικοδομή σαν βοηθός υδραυλικού και ως ναυτικός. 

Στο τέλος του 1965 σε ηλικία 17 ετών γνώρισε τους Γιάννη Πανταζή, Γιώργο Μυλωνά οι οποίοι είχαν σχηματίσει συγκρότημα και έκαναν πρόβες δίπλα από το βενζινάδικο όπου εργαζόταν. Ξεκίνησε να παίζει ερασιτεχνικά μαζί τους κιθάρα και δημιούργησαν το ροκ συγκρότημα Vikings. Το συγκρότημα είχε πολλές αλλαγές μελών στην σύνθεση του με τον Βαρδή και τον Μυλωνά να είναι τα μόνα σταθερά μέλη. Σταδιακά η δραστηριότητα τους έγινε επαγγελματική με τακτικές εμφανίσεις, ενώ κυκλοφόρησαν και τέσσερα 45ρια. Ο Βαρδής έγραψε και κυκλοφόρησε τη μεγαλύτερη ίσως επιτυχία τους, την αγγλόφωνη μπαλάντα Catherine, την οποία υπέγραψε ως Toni Vardis. Οι Vikings διαλύθηκαν το 1970.[2]

Προσωπική καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1969, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, ξεκίνησε να εργάζεται ως κιθαρίστας σε μπουάτ στην Πλάκα, αρχικά με τον Δήμο Μούτση και τον Μανώλη Μητσιά[1]. Εμφανιζόταν στις μπουάτ μέχρι το 1981 ενώ παράλληλα συμμετείχε ως μουσικός σε ηχογραφήσεις, συνεργαζόμενος με σημαντικούς συνθέτες τόσο του έντεχνου όπως ο Μούτσης, ο Γιάννης Σπανός και ο Μάνος Λοΐζος, όσο και του λαϊκού όπως ο Χρήστος Νικολόπουλος και ο Θανάσης Πολυκανδριώτης .[2][3]  

Παράλληλα ξεκίνησε να γράφει τραγούδια, τα οποία όμως δεν ηχογραφούσε. Το 1973 πήρε μέρος σε διαγωνισμό τραγουδιού και κέρδισε το δεύτερο βραβείο σύνθεσης. Το τραγούδι, Πόσο πολύ σε αγάπησα σε στίχους του Κώστα Νεστορίδη το ερμήνευσε ο Γιώργος Νταλάρας και από εκεί ξεκίνησε η σοβαρή επαγγελματική ενασχόληση του Βαρδή με τη σύνθεση. Ακολούθησαν το λαϊκό τραγούδι Έτσι που το πας για τη Χαρούλα Αλεξίου και το Οι Κυκλάδες για τον πρώτο προσωπικό δίσκο της Άννας Βίσση, με το οποίο εγκαινίασε τη συνεργασία του με τον στιχουργό Πάνο Φαλάρα ενώ το 1976 συνέθεσε και ερμήνευσε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο Οραματίζομαι σε στίχους του Γιάννη Αθανασιάδη. Ο δίσκος δεν γνώρισε επιτυχία και ο Βαρδής για ένα διάστημα αποτραβήχτηκε από τη σύνθεση απογοητευμένος.[1] Επέστρεψε το 1978 με τραγούδια με πιο εμπορικό προσανατολισμό, γράφοντας το Θέλω να μ`αγαπάς το οποίο έγινε επιτυχία από τον Γιάννη Πουλόπουλο, ενώ ακολούθησαν συνεργασίες του με τη Δήμητρα Γαλάνη,για άλλη μια φορά τον Γιώργο Νταλάρα και τον Γιάννη Πάριο.[4] Σημαντική ήταν η συνεισφορά του στον πρώτο δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, που φέρει το όνομα του τραγουδιστή, για τον οποίο έγραψε 7 τραγούδια σε στίχους του Φαλάρα.[3] 

Η δεκαετία του 1980 ξεκίνησε με το Βαρδή να συνεργάζεται για άλλη μια φορά με τη Χαρούλα Αλεξίου στον δίσκο της Ξημερώνει, που περιείχε επιτυχίες όπως το ομώνυμο τραγούδι και το Φεύγω. Ακολούθησαν περισσότερες συνεργασίες με γνωστούς καλλιτέχνες όπως η Βίσση, ο Μανώλης Λιδάκης και η Πίτσα Παπαδοπούλου που δεν απέδωσαν σημαντικές επιτυχίες.[3]. Το 1986 κυκλοφόρησε τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο, Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα. Από το δίσκο ακούστηκαν πολλά κομμάτια του ευρέως, όπως το Σχήμα λόγου με συμμετοχές των αδερφών Κατσιμίχα και του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και στίχους του Κώστα Τριπολίτη και το Δεν είχα δύναμη σε στίχους του τακτικού συνεργάτη του Φαλάρα. Στον δίσκο τραγουδούσε επίσης και η μετέπειτα σύζυγος του Χριστίνα Μαραγκόζη. Με τη Μαραγκόζη συνεργάστηκε και στον πρώτο της προσωπικό δίσκο, το Σ' ακολουθώ του 1987, το οποίο περιελάμβανε το ντουέτο τους Θα προχωράμε μαζί σε στίχους του Γιάννη Πάριου, καθώς και στην κοινή τους δουλειά Τραγουδάμε μαζί του 1988, το οποίο περιείχε και την επιτυχία Θα εκραγώ σε στίχους του Αντώνη Ανδρικάκη. 

Πολύ σημαντικός στάθηκε για τον Βαρδή ο προσωπικός δίσκος του Στην Ελλάς του 2000 (1995). Στο ομώνυμο τραγούδι συνεργάστηκε ξανά με τους αδερφούς Κατσιμίχα και για μία μοναδική φορά με τον μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη, συνεργασία που ο Βαρδής θεωρούσε σημαντική στιγμή στην καριέρα του.[1] Στον ίδιο δίσκο έκανε το ντεμπούτο του ως τραγουδιστής και ο γιος του, Γιάννης, με τον οποίο τραγούδησαν το ντουέτο Θα σε περιμένω. Με τον γιο του συνεργάστηκαν και στην Οικογενειακή υπόθεση του 1997.  

Στα επόμενα χρόνια ο Βαρδής συνεργάστηκε με πολλούς παλιούς και νεώτερους τραγουδιστές όπως η Καίτη Γαρμπή, ο Αντώνης Ρέμος ο Στέλιος Ρόκκος, η Μελίνα Ασλανίδου, ο Γιάννης Πλούταρχος, η Γλυκερία, η Νατάσα Θεοδωρίδου, η Πέγκυ Ζήνα, ο Νίκος Βέρτης και πολλοί άλλοι. Οι τελευταίες του προσωπικές δισκογραφικές κυκλοφορίες ήταν το CD single "Στην άκρη του ονείρου" του 2010 και το άλμπουμ "Θα ζωγραφίσω τη ζωή μου με μπογιές" του 2012 που τελικά, κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, τον Απρίλιο του 2015. 

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βαρδής είχε παντρευτεί τρεις φορές. Από τον πρώτο του γάμο απέκτησε τον γιo του, τον τραγουδιστή Γιάννη και μια κόρη την Καλλιστώ. Ο δεύτερος γάμος του ήταν με την τραγουδίστρια και συνεργάτρια του Χριστίνα Μαραγκόζη. Ο γάμος αυτός τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά κατέληξε επίσης σε διαζύγιο.[5]

Το 2013 ο Αντώνης Βαρδής διαγνώστηκε με καρκινικό όγκο στο κεφάλι και ξεκίνησε αγώνα για να κρατηθεί στη ζωή. Παρά τις θεραπείες που ακολούθησε, χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στη Γερμανία, μετά την οποία υπήρξαν ενδείξεις βελτίωσης της υγείας του. Παρ' όλα αυτά η υγεία του γρήγορα επιδεινώθηκε καθώς η δεξιά πλευρά του παρέλυσε και δεν ήταν σε θέση να περπατήσει, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε προβλήματα με τον οισοφάγο του. Έπειτα ακολούθησε ειδικές θεραπείες και νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση σε ιδιωτικό νοσοκομείο της Αθήνας έχοντας στο πλευρό του την οικογένεια του και άτομα από το στενό του περιβάλλον. Απεβίωσε στις 2 Σεπτεμβρίου του 2014 στο Νοσοκομείο Υγεία.[6]

Προσωπική δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]