Αμβρόσιος Σταυρινός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αμβρόσιος Σταυρινός
Amvrosios Stavrianos.JPG
O μητροπολίτης Αμβρόσιος Σταυριανός
Γέννηση
Θάνατος
Ιδιότητα ιερέας

Ο Αμβρόσιος Σταυρινός (κατά κόσμον Σταύρος Σταυρινός, Κωνσταντινούπολη, 1854 - Κωνστατινούπολη, Ιούνιος 1931) είναι Έλληνας ιεράρχης.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1854 με καταγωγή από τη Χίο. Αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή το 1880 και από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1884, οπότε και χειροτονήθηκε διάκονος. Υπηρέτησε ως αρχιδιάκονος στην Αλεξάνδρεια, πρωτοσύγκελλος στην Τραπεζούντα, διευθυντής του Γραικικό Νοσοκομείο της Σμύρνης και διευθυντής της Ροδοκανακείου Ιερατικής Σχολής στo Ζινζιντερέ (Zindjidere) της επαρχίας Καισάρειας. Διετελέσε ιερατικός προϊστάμενος στο Μέγα Ρεύμα (Μπουγιούκ Ντερέ) και εξελέγη το 1893 επίσκοπος Κλαυδιουπόλεως, παραμένοντας στην ίδια θέση.

Το 1895, εξελέγη μητροπολίτης στην Μητρόπολη Πρεσπών και Αχριδών με έδρα το Κρούσοβο. Το φθινόπωρο του 1896, μετά τον μυστηριώδη θάνατο του μητροπολίτου Σκοπίων Μεθοδίου, απεστάλη ως έξαρχος επίσκοπος του Πατριαρχείου στα Σκόπια για να διερυρήσει την υπόθεση. Σε μια τεταμμένη περίοδο, όπου η σερβική πολιτική επιζητούσε τον διορισμό Σέρβου επισκόπου στην αρχιερατική περιφέρεια των Σκοπίων και της αντίστοιχης βουλγαρικής για τον διορισμό επισκόπου της Βουλγαρικής Εξαρχίας, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέλεξε τον Αμβρόσιο Σταυρινό μητροπολίτη Σκοπίων τον Νοέμβριο του 1896.[1] Ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος Ζ΄ είχε δηλώσει σε συνέντευξη του στην αθηναϊκή εφημερίδα Εμπρός, ότι η εκλογή του επισκόπου Πρεσπών και Αχριδών στην θέση του μακαριστού Σκοπίων, ήταν "ως επί τόπου ευρισκόμενον και καταλληλότερον παντός άλλου".[2] Από την εκλογή του και έπειτα, γνώρισε τις αντιδράσεις του σερβικών παραγόντων της πόλης, που επιθυμούσαν την αντικατάσταση του Έλληνα επισκόπου με επίσκοπο της Σερβικής Εκκλησίας. Μάλιστα δέχθηκε επίθεση με λιθοβολισμό από μέλη της σερβικής κοινότητας της πόλης. Κατά την διάρκεια του Ελληνοτουρκικού Πολέμου την άνοιξη του 1897, ο Αμβρόσιος αναχώρησε εσπευσμένα από την Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη λόγω του θανάτου της μητέρας του.

Η Σερβία, επιδιώκοντας να εκμεταλευτεί την εμπόλεμη κατάσταση, ζήτησε από την Υψηλή Πύλη την εγκατάσταση του του μητροπολίτη Σκοπίων με Σέρβο επίσκοπο, την αναγνώριση της σερβικής εθνότητας της Αυτοκρατορίας και την έγκριση του αιτήματος για ίδρυση σερβικών σχολείων στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Η Υψηλή Πύλη αποδέχθηκε τα σερβικά αιτήματα και δεν ανεγνώρισε τον Αμβρόσιο ως μητροπολίτη Σκοπίων. Ο σερβικός παράγοντας επιδίωκε να τοποθετηθεί στη θέση του Αμβροσίου, ο αρχιμανδρίτης Φιρμιλιανός, κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Βελιγραδίου, ο οποίος βρισκόταν ήδη στην Πόλη την ίδια περίοδο με τον Αμβρόσιο. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για να προλάβει οποιαδήποτε εκτροπή, αντιπρότεινε να τοποθετηθεί ο Σέρβος αρχιμανδρίτης ως πρωτοσύγκελλος στη Μητρόπολη. Ο Φιρμιλιανός προήχθη τελικώς ως πρωτοσύγκελλο στα Σκόπια. Έπειτα από διάφορες περιπέτειες, ο Φιρμιλιανός εξελέγη τον Οκτώβριο του 1899 μητροπολίτης Σκοπίων και ο Αμβρόσιος μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη Πελαγονίας με έδρα το Μοναστήρι. Το ίδιο έτος, διετέλεσε διευθυντής του "εν τοις Πατριαρχίοις Μουσικού Συλλόγου". Στο Μοναστήρι, εργάσθηκε για την προώθηση της ελληνικής παιδείας στις κωμοπόλεις και στα χωριά της αρχιερατικής του περιφέρειας, εγκαινιάζοντας μεταξύ άλλων και το ελληνικό σχολείο της Νιζόπολης. Συνεργάσθηκε με τις ελληνικές προξενικές για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής προπαγάνδας στη Μακεδονία. Κατά την Εξέγερση του Ίλιντεν και λόγω της απουσίας του μητροπολίτη Πρεσπών και Αρχίδος Ανθίμου Αναστασιάδη, μετέβη στο Κρούσοβο και αφού διαπίστωσε την κατάσταση, ειδοποίησε σχετικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο και εκείνο στη συνέχεια του τις οθωμανικές αρχές.

Αλληλογραφούσε και είχε συναντήσεις με τον μητροπολίτη Καστορίας Γερμανό Καραβαγγέλη, όποτε εκείνος επισκεπτόταν το Μοναστήρι. Για τα τεκτενόμενα εντός των ορίων της αρχιερατικής του περιφέρειας και των ομόρων της Μητρόπολης Πελαγονίας, ενημέρωνε με συχνές εκθέσεις το Πατριαρχείο. Αργότερα το 1901, επανατοποθετήθηκε στη θέση του μητροπολίτη Σκοπίων και παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη λόγω της μη αναγνώρισής του από την Υψηλή Πύλη. Συμμετείχε στις Πατριαρχικές Συνόδους και διατήρησε τον τίτλο μέχρι τον Οκτώβριο του 1903 οπότε και εξελέγη μητροπολίτης Νεοκαισαρείας και Γαγγρών με έδρα τα Κοτύωρα του Πόντου. Στην αρχιερατική του περιφέρεια, η οποία ήταν η πιο εκτεταμένη της Μικράς Ασίας, περιόδευε τακτικά και αναφέρεται ότι κατά την διακονία του ήταν συνετός, πολύ γραμματισμένος, δίκαιος, καλλίφωνος και "καλός ποιμένας". Ίδρυσε την Αστική Σχολή της Ινέπολης στο χωριό Παρθένιο του Πόντου, που αποτελούσε το ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της περιοχής. Τον Απρίλιο του 1911, προήχθη στην όμορη και πρωτόθρονη Μητρόπολη Καισαρείας με έδρα την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Στη νέα του θέση, επιδίωξε εκτός της πνευματικής κατήχησης των ορθοδόξων κατοίκων, την σωματική άσκηση των νέων ως πρακτική παιδείας και καλλιέργειας του εθνικού φρονήματος. Για αυτόν τον λόγο, ζήτησε το 1912 ως εκπρόσωπος του Συλλόγου Ανατολή από την τότε Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων την προμήθεια ποικίλου αθλητικού υλικού καθώς και δώδεκα όπλων σκοποβολής τύπου φλομπέρ.

Στην Καισάρεια, παρέμεινε τρία χρόνια μέχρι την παραίτησή του το 1914. Εγκαταβιούμενος στην Πόλη, έφερε τον τίτλο του «σχολάζοντος μητροπολίτου πρώην Καισαρείας», συγγράφοντας εκκλησιαστιά κείμενα και ανελαμβάνοντας διάφορες εκκλησιαστικές αποστολές , με κυριότερη τον διορισμός του ως μέλους της «Επιτροπής προς μελέτην του ημερολογιακού ζητήματος» υπό την προεδρία του τότε μητροπολίτη Βιζύης Ανθίμου Σαρρίδη. Το 1924, εκλέγεται και πάλι μητροπολίτης Νεοκαισαρείας, αλλά είναι αμφίβολο όμως όντως μετέβη στην έδρα του. Ήδη είχε συντελεστεί η Μικρασιατική Καταστροφή, η Γενοκτονία των Ελλήνων και η ανταλλαγή πληθυσμών που συντελέστηκε με την Συνθήκη της Λωζάνης. Μέρος του ποιμνίου του μετανάστευσε στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στην Νεοκαισάρεια Πιερίας. Με τον τίτλο του μητροπολίτη Νεοκαισαρείας, συμμετέχεις στις Πατριαρχιές Συνόδους. Συμμετέχει στις συζητήσεις για την αλλαγή του ημερολογίου, όπου μειοψήφισε υποστηρίζοντας "της τηρήσεως των Ιερών Κανόνων και παραδόσεων". Εκήδευσε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ζ΄, ο οποίος πέθανε λίγες ημέρες μετά την εφαρμογή της διόρθωσης του ημερολογίου. Το 1928, Υπέγραψε επίσης την Πατριαρχική Πράξη περί «Αναθέσεως των εν Ελλάδι Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου εις την Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλάδος» και συμμετείχε και στον καθαγιασμό του Αγίου Μύρου. Εχειροτόνησε αρκετούς επισκόπους μεταξύ αυτών τους μητροπολίτες Ειρηνουπόλεως Κωνσταντίνο Αλατόπουλο και Κυδωνιών Αγαθάγγελος Παπαθεοδώρου.

Τον Οκτώβριο του 1929, εκλέχθηκε μητροπολίτης Δέρκων, διαδεχόμενος τον αναδειχθέντα σε Οικουμενικό Πατριάρχη Φώτιο Β΄. Τον Ιούνιο του 1931, οπότε και τέλεσε την τελευταία του χειροτονία ιερέως, «μετέστη εις τας αιωνίους μονάς» σε ηλικία 77 ετών. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Φερίκιοϊ πολύ φτωχός και χωρίς να εξοφλήσει το σπίτι που ζούσε, το οποίο επανήλθε στους πωλητές, όπως και μερικά από τα αρχιερατικά του άμφια.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παράλληλα έγραψε και άλλα λειτουργικά έργα και μελέτες, πολλά από τα οποία παραμένουν ανέκδοτα. Τα πιο αξιόλογα είναι:

  • "Αρχαιόταται και σύγχρονοι λειτουργίαι των κυριωτέρων του Χριστού Εκκλησιών...", Α΄ έκδοση: Κωνσταντινούπολη, 1921-1922 (τόμοι 2), Β΄ έδοση: Θεσσαλονίκη, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, 2001.
  • "Η Ιερολογία του γάμου από τα τέλη του Θ΄ μέχρι του τέλους του ΙΣΤ΄ αιώνος", Κωνσταντινούπολη, 1923.
  • "Μελέτη επί των ιερών ακολουθιών του λυχνικού και του όρθρου...", 1924.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια
  2. Εφημερίδα Εμπρός, 27 Δεκεμβρίου 1896