Αγχίαλος Θεσσαλονίκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αγχίαλος
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Αγχίαλος
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας
Δήμος Χαλκηδόνος
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότητα Θεσσαλονίκης
Έκταση 11.011 χλμ2
Υψόμετρο 25 μ.
Πληθυσμός 738 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασία Ίγγλις
Ταχ. κωδ. 570 11
Τηλ. κωδ. 231x

Η Αγχίαλος είναι χωριό του Δήμου Χαλκηδόνος της περιφερειακής ενότητας Θεσσαλονίκης και μέχρι την εφαρμογή του νόμου Καλλικράτης, διοικητικά υπαγόταν στον πρώην Δήμο Αγίου Αθανασίου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 η Αγχίαλος έχει 738 κατοίκους και διαθέτει Νηπιαγωγείο και Δημοτικό σχολείο. Βρίσκεται σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικά οι κάτοικοι είναι πρόσφυγες που κατάγονται όλοι από την αμπελουργική Αγχίαλο της Ανατολικής Ρωμυλίας στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Μια πόλη γεμάτη από παλιά ξύλινα σπίτια που παραδόθηκε στις φλόγες και κάηκε μέσα σε λίγη ώρα από τους Βούλγαρους στις 30 Ιουλίου 1906.[1] Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να αναζητήσουν νέα πατρίδα και εγκαταστάθηκαν στο χωριό το 1923. Η περιοχή μέχρι τότε ονομαζόταν Ίγγλις Τσιφλίκ και είχε πάρει το όνομά της από κάποιον Άγγλο, στον οποίο ανήκε το αγρόκτημα και είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Από την Αγχίαλο της Ανατολικής Ρωμυλίας οι κάτοικοι έφεραν μαζί τους ξύλινα βαρέλια και κληματόβεργες για να ξεκινήσουν τη νέα τους ζωή. Είναι το μοναδικό χωριό σε όλη τη Μακεδονία στο οποίο οι κάτοικοι πήραν αμπελουργικό κλήρο καθώς σε όλα τα άλλα έδιναν γεωργικό.

Η παράδοση του κρασιού ξεκινάει από την εποχή που οι πρώτοι 450 πρόσφυγες έφεραν μαζί τους εργαλεία, κληματόβεργες και τεχνογνωσία από την πατρίδα τους. Λαμβάνοντας αμπελουργικό κλήρο, που ήταν μικρότερος από τους γεωργικούς, τίμησαν την παράδοση και συνέχισαν την μακραίωνη παράδοση. Μετά το πρώτο διάστημα, εγκαταστάθηκαν παράλληλα και νέες οικογένειες από τη Στενήμαχο, τον Πύργο και τη Σωζόπολη. Οι κάτοικοι μέχρι το 1928 και με τα λιγοστά μέσα που διέθεταν, κατάφεραν να φυτέψουν 7.500 στρέμματα αμπελιού με γαλλικές, βουλγάρικες και αμερικανικές ποικιλίες χρησιμοποιώντας τις κληματόβεργες που έφεραν από την πατρίδα τους. Δυστυχώς όμως, λόγω του ότι το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους ήταν αλκαλικό, περίπου 5.000 στρέμματα που βρίσκονταν στην μετέπειτα ονομασθείσα περιοχή "Σαλαμούρα" καταστράφηκαν και ένας αριθμός νέων κατοίκων εγκατέλειψαν την περιοχή.

Παρ' όλες τις αντιξοότητες, το 1928 χτίζεται κοινοτικό κατάστημα και δημοτικό σχολείο ενώ παράλληλα αρχίζει η ανέγερση του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου. Η οικονομική δραστηριότητα τότε, στηρίζεται κυρίως στην αμπελουργία και τα προϊόντα της.

Η Αγχίαλος σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα, η Νέα Αγχίαλος έχει 200 σπίτια και 60 καζάνια παρασκευής τσίπουρου. Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ασχολούνται με την αμπελουργία και φτιάχνουν κρασί και τσίπουρο που είναι διάσημα για την ποιότητά τους, καλλιεργώντας 1.300 στρέμματα αμπελιών στην περιοχή "Περβόλια", με τις ποικιλίες: μοσχάτο Αμβούργου, ροδίτης, σενζώ, σαββατιανό, ζουμιάτικο, μαυρουλί, καμπερνέ, σεβινιόν, γκρενάζ, γιούνι-μπλάκ, γκράν νουάρ, νεμπιόλο και άλλες. Η οινοποίηση συνεχίζει να γίνεται παραδοσιακά και 1.500 τόνοι εκλεκτού κρασιού παράγονται και πωλούνται από τους ίδιους τους παραγωγούς. Στην περιοχή μάλιστα βρίσκεται το 80% των καλλιεργούμενων αμπελώνων της Θεσσαλονίκης. Επίσης, το χωριό αποτελεί σημαντικό σταθμό των δρόμων του κρασιού της Βορείου Ελλάδος.[2] [3]

Η σχέση με την αμπελουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παράδοση του κρασιού ξεκινάει από την εποχή που οι πρώτοι 450 πρόσφυγες έφεραν μαζί τους εργαλεία, κληματόβεργες και τεχνογνωσία από την πατρίδα τους. Λαμβάνοντας αμπελουργικό κλήρο, που ήταν μικρότερος από τους γεωργικούς, τίμησαν την παράδοση και συνέχισαν την μακραίωνη παράδοση. Μετά το πρώτο διάστημα, εγκαταστάθηκαν παράλληλα και νέες οικογένειες από τη Στενήμαχο, τον Πύργο και τη Σωζόπολη. Οι κάτοικοι μέχρι το 1928 και με τα λιγοστά μέσα που διέθεταν, κατάφεραν να φυτέψουν 7.500 στρέμματα αμπελιού με γαλλικές, βουλγάρικες και αμερικανικές ποικιλίες χρησιμοποιώντας τις κληματόβεργες που έφεραν από την πατρίδα τους. Δυστυχώς όμως, λόγω του ότι το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους ήταν αλκαλικό, περίπου 5.000 στρέμματα που βρίσκονταν στην μετέπειτα ονομασθείσα περιοχή "Σαλαμούρα" καταστράφηκαν και ένας αριθμός νέων κατοίκων εγκατέλειψαν την περιοχή.

Καλλιεργούνται έκτοτε όμως διάφορες οινοποιήσιμες ποικιλίες: μπατίκι που έδινε λευκό και γλυκό κρασί, προσλάβα, τσαούσι, φιλέρι, ροζακί κόκκινο, ανδριανουπολίτικο, σέφκα, παμίδι, γκράν νουάρ.

Ο τρύγος άρχιζε περίπου στις 15 Σεπτεμβρίου. Οινοποιούσαν μαζί όλα αυτά τα σταφύλια παρασκευάζοντας ένα κρασί κοκκινέλι στο χρώμα και στη γεύση, ενώ παράλληλα δεν έλειπαν και τα λευκά αλλά και τα μπρούσκα κρασιά. Χρησιμοποιούσαν την παραδοσιακή μέθοδο οινοποίησης. Χρησιμοποιώντας το βούτι, ξύλινο στενό δοχείο με λαβή, έβγαζαν τα τρυγημένα σταφύλια από το αμπέλι και τα έριχναν στα, καλυμμένα με αδιάβροχα καραβόπανα, κάρα τους χωρητικότητας 500-600 οκάδων. Μέσα στα κάρα γινόταν η έκθλιψη των σταφυλιών. Σπασμένα, τα μετέφεραν στα σπίτια και γέμιζαν τους κάδους, τις λεγόμενες βυτίνες, περιεκτικότητας 8-10 τόνων, που βρίσκονταν κυρίως στο κατώι του σπιτιού. Μετά από 24 ώρες ή και συντομότερα κάποιες φορές, "τραβούσαν" το πλώρο, ελαφρύ κρασί, που ζύμωνε σκέτος μούστος (χωρίς τα σταφύλια δηλαδή) στο βαρέλι. Δύο φορές ημερησίως, μετάγγιζαν το κρασί στους κάδους τραβώντας τον μούστο από το κάτω μέρος του κάδου και ξαναρίχνοντας το από επάνω. Έτσι, το κρασί συνέχιζε να ζυμώνει με την παρουσία των σταφυλίων, παίρνοντας από αυτά χρώμα και άρωμα. Στις 10 με 12 ημέρες, ανάλογα και με τον αλκοολικό βαθμό των σταφυλιών, τις καιρικές συνθήκες, την ποιότητα του κάδου (ή της στέρνας αργότερα), το πόσο μπρούσκο ήθελε ο παραγωγός να γίνει το κρασί κ.α., τραβούσαν το κρασί και το τοποθετούσαν για να ολοκληρωθεί η ζύμωση του σε σφραγισμένα βαρέλια. Τα σταφύλια και το κρασί που απέμενε στους κάδους σφραγίζονταν για να μην παίρνει αέρα, μέχρι να οδηγηθεί στα καζάνια για απόσταξη.

Το 1930, γίνεται ο πρώτος τρύγος και λειτουργούν τα πρώτα καζάνια τα οποία με κόπο είχαν φέρει 5-6 Αγχιαλίτες μαζί τους από την πατρίδα. Από το 1933 και έκτοτε, τα κρασιά των παραγωγών λαμβάνουν συνεχείς βραβεύσεις από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και γίνονται ονομαστά και περιζήτητα σ' όλη τη Μακεδονία.

Οι Αγχιαλιώτες, φέρνουν από την πατρίδα και την τέχνη του εμβολιασμού των ποικιλιών αμπέλου σε αντιφυλλοξηρικό αμερικανικό υποκείμενο καθώς η μάστιγα της φυλλοξήρας, ασθένειας των αμπελιών, είχε καταστρέψει τους αμπελώνες στη Βουλγαρία προτού εμφανιστεί στην Ελλάδα. Έτσι, ο Αμπελουργικός Συνεταιρισμός της Αγχιάλου λειτουργεί γύρω στο 1945 πρωτοποριακό για την εποχή οργανωμένο εμβολιαστήριο, το οποίο λειτουργεί δυναμικά μέχρι και το 1957 και σποραδικά έως και το 1973, πράγμα που συνέβαλλε θεαματικά στην ανάπτυξη τόσο της αμπελουργίας όσο και της αγροτικής οικονομίας στην Αγχίαλο και την ευρύτερη περιοχή.

Για να γνωστοποιήσουν οι κάτοικοι το εκλεκτό κρασί τους δημιουργούν το 1955 την δική τους γιορτή κρασιού, η οποία καθιερώνεται σε ετήσια βάση από το 1958 και έκτοτε. [2]

Τοπικές εορτές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αγχίαλο διοργανώνεται από το 1955, με κάποιες διακοπές, Γιορτή Κρασιού το πρώτο Παρασκευοσαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου. Κορυφαίο έθιμο επίσης, που αναβιώνει ανήμερα του Αϊ-Γιάννη, είναι το «βρέξιμο του γαμπρού», ενώ με όλες τις τιμές εορτάζεται ο Άγιος Τρύφωνας, προστάτης των αμπελουργών, την 1η Φεβρουαρίου. Στον Άγιο Τρύφωνα, μάλιστα, ήταν αφιερωμένο το πρώτο εκκλησάκι που έχτισαν οι κάτοικοι μόλις εγκαταστάθηκαν στο χωριό.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μαυρομμάτης, Δράκος (1930). Η Αγχίαλος μες από τις φλόγες. Αθήνα. 
  2. 2,0 2,1 Γιορτή Κρασιού Αγχιάλου - Ενθυμήσεις από το χθες... στο σήμερα. 
  3. «Αγχίαλος». dimos-chalkidonos.gr. Ανακτήθηκε στις 2018-09-13.