Φραντς Σούμπερτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φραντς Σούμπερτ
Φραντς Σούμπερτ

Ο Φραντς Πέτερ Σούμπερτ (Franz Peter Schubert, 31 Ιανουαρίου 179719 Νοεμβρίου 1828), ήταν Αυστριακός συνθέτης. Ήταν εξαιρετικά παραγωγικός σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Συνέθεσε περισσότερα από εξακόσια Λήντερ (Lieder, ρομαντικά τραγούδια) καθώς και πολλές συμφωνίες, σονάτες, έργα μουσικής δωματίου, θρησκευτικά έργα, μερικές όπερες και πολλά άλλα έργα.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε σε ένα προάστιο της Βιέννης στις 31 Ιανουαρίου του 1797. Ο πατέρας του, ο οποίος ήταν δάσκαλος μουσικής σε σχολείο, του προσέφερε τις πρώτες γνώσεις μουσικής. Στα 11, επειδή ήταν καλλίφωνος, εισήχθη στην Παιδική Χορωδία του Βασιλικού Παρεκκλησίου κατόπιν διαγωνισμού. Εκεί παρέμεινε μέχρι τα 13, και έμαθε επίσης βιολί και πιάνο. Κατόπιν άρχισε να μελετά σύνθεση με δάσκαλο τον Αντόνιο Σαλιέρι και παράλληλα σπούδασε παιδαγωγός στην Ανωτέρα Σχολή.

Από το 1814 ως το 1818 εργαζόταν ως δάσκαλος στο ίδιο σχολείο όπου δούλευε και ο πατέρας του. Το επάγγελμα αυτό βέβαια δεν τον ενδιέφερε καθόλου, ενώ αντίθετα είχε πάρει την απόφαση να ασχοληθεί με τη σύνθεση. Τα χρόνια αυτά ήταν τα πιο παραγωγικά του: συνέθεσε τότε πέντε συμφωνίες, τέσσερις λειτουργίες και όπερες και πολλά Λήντερ.

Από το 1818, όταν εγκατέλειψε το διδασκαλικό επάγγελμα, αφοσιώθηκε στη μουσική και ζούσε κυρίως με τη βοήθεια φίλων, που ζούσαν και αυτοί με μποέμ τρόπο, χωρίς ουσιαστικά άλλη πηγή εσόδων, εκτός από κάποια ιδιωτικά μαθήματα. Ο κόμης Εστερχάζι τον προσέλαβε εκείνη τη χρονιά για να διδάξει μουσική στις κόρες του. Από τότε ζούσε μόνιμα στη Βιέννη και από το 1820, όταν τα έργα του εκτελέστηκαν για πρώτη φορά δημόσια, είχε τις πρώτες επιτυχίες. Ιδιαίτερα δημοφιλείς ήταν οι μουσικές βραδιές, γνωστές ως "σουμπερτιάδες", στις οποίες συνόδευε στο πιάνο τον βαρύτονο Μίκαελ Φογκλ, κύριο ερμηνευτή των λήντερ του.

Ο θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συνθήκες ζωής του δυσκόλεψαν το 1823, όταν εκδήλωσε κάποιο αφροδίσιο νόσημα. Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι πάσχει από σύφιλη, ανίατη και θανατηφόρα ασθένεια εκείνη την εποχή. Αυτό το γεγονός του δημιούργησε κατάθλιψη και τον επηρέασε σημαντικά.

Πιθανολογείται ότι ακριβώς, αυτή η άσχημη ψυχολογική του κατάσταση τον εμπόδισε να ολοκληρώσει την 8η συμφωνία του, που έμεινε γιά πάντα γνωστή με το όνομα Ημιτελής.

Παράλληλα, για οικονομικούς λόγους αναγκάστηκε να ξαναεργαστεί ως δάσκαλος. Τα χρόνια περνούσαν με εναλλαγές ανάμεσα στην επιτυχία και τις δυσκολίες ως το 1828, όταν η ήδη κλονισμένη υγεία του επιδεινώθηκε από τυφοειδή πυρετό, που τον οδήγησε τελικά στο θάνατο, στις 19 Νοεμβρίου και σε ηλικία 31 ετών. Τα τελευταία του λόγια ήταν: ''ιδού, ιδού το τέλος μου''.

Οι εκδοχές για την φύση της νόσου που τελικά τον οδήγησε στο θάνατο διχάζονται. Οι περισσότεροι βιογράφοι αναφέρονται στον τυφοειδή πυρετό ή στον "κοιλιακό τύφο" (typhus abdominalis), συνήθη έκφραση της εποχής για τον τυφοειδή πυρετό σε αντιδιαστολή τον συχνό τότε στην Κεντρική Ευρώπη, εξανθηματικό τύφο. Την εκδοχή του τυφοειδούς πυρετού, που βασίζεται στην διάγνωση και την περιγραφή που έκανε ο θεράπων ιατρός του Rinna von Sarenbach, υιοθετούν οι Fenelon, Schonberg, Osborne και Kennedy. Αντίθετα με όλους αυτούς, ο Sams τείνει υπέρ της εκδοχής της συφιλίδος.

Στο μνημείο του Σούμπερτ, γράφει ο ποιητής Franz Grillparzer "Die Tonkunst begrub hier einen reichen Besitz,aber noch viel schonere Hoffnungen" (Η Τέχνη της Μουσικής ενταφίασε εδώ ένα πλούσιο απόκτημα,αλλά ακόμη ωραιότερες προσδοκίες.

Απόψεις για τον συνθέτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για πολύ καιρό επικρατούσε η άποψη ότι, ενόσω ζούσε, το έργο του έτυχε περιορισμένης εκτίμησης από το κοινό περισσότερες από 100 συνθέσεις του είχαν ήδη εκδοθεί. Στη Βιέννη όμως τότε μεσουρανούσε ακόμα ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ο οποίος μάλλον επισκίασε το έργο του Σούμπερτ. Ο Σούμπερτ πάντως ήταν θαυμαστής του Μπετόβεν από το 1814, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε ο "Φιντέλιο". Και ο Μπετόβεν όμως είχε εκτιμήσει το έργο του Σούμπερτ και μάλιστα οι δύο συνθέτες συναντήθηκαν για μία και μοναδική φορά στις 19 Μαρτίου 1827. Λίγο καιρό μετά ο Μπετόβεν πέθανε.

Έως τα μέσα του 20ου αιώνα, η φήμη του εδραιωνόταν κυρίως στο ευφάνταστο, λυρικό και μελωδικό του στυλ, όπως αυτό εκφράζεται στα λήντερ του. Μια πληρέστερη εικόνα για τη σημασία του ως μείζονα δημιουργού του 19ου αιώνα διαμορφώθηκε μόνο στις τελευταίες δεκαετίες, όταν η οργανική του μουσική έγινε ευρύτερα γνωστή, χάρη στις εργασίες σημαντικών μουσικολόγων και στις ερμηνείες και ηχογραφήσεις των έργων του.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα