Γιοχάνες Μπραμς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιοχάνες Μπραμς

Ο Γιοχάνες Μπραμς (Johannes Brahms, 7 Μαΐου 18333 Απριλίου 1897) ήταν Γερμανός συνθέτης και πιανίστας, ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες κλασικής μουσικής του 19ου αιώνα. Η μουσική του συνδυάζει τη δραματική δύναμη και τη λυρική ένταση μαζί με μία ανακουφιστική ζεστασιά. Ο Μπραμς ήταν ριζοσπαστικός ως προς την αρμονική του τόλμη και την εκφραστική του δεινότητα, αλλά συντηρητικός στη χρήση των παραδοσιακών ή και αρχαϊκών ακόμη μουσικών δομών. Για να καταλάβουμε καλύτερα το χαρακτήρα και την τεχνική σύνθεσης του Μπραμς, μπορούμε να ανατρέξουμε στο δοκίμιο του Σένμπεργκ: «Μπραμς, ο Προοδευτικός», στο οποίο αναιρείται η μέχρι τότε κρατούσα εικόνα του Μπραμς ως συντηρητικού και αναδεικνύεται η προοδευτικότητα της μουσικής του τουλάχιστον όσον αφορά στην οργάνωση των μουσικών φράσεων.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Αμβούργο το 1833 από φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας του, κοντραμπασίστας στο επάγγελμα, διέκρινε από πολύ νωρίς το ταλέντο του και φρόντισε να λάβει την κατάλληλη μουσική παιδεία έγκαιρα. Όταν ο Μπραμς ήταν 20 χρονών, ο Σούμαν, που ήταν 23 χρόνια μεγαλύτερός του, μελέτησε ορισμένες από τις συνθέσεις του και εξήγγειλε τη γέννηση μιας μεγαλοφυΐας. Υπάρχει η γενική πεποίθηση ότι ο Μπραμς και η σύζυγος του Ρόμπερτ Σούμαν, η πιανίστρια και συνθέτρια Κλάρα Βικ-Σούμαν, ήταν ερωτευμένοι, αλλά ότι η σχέση τους δεν ολοκληρώθηκε ίσως ποτέ, ούτε μετά το θάνατο του Σούμαν το 1856. Στη ζωή του Μπραμς έμελλε να υπάρξουν και άλλες αισθηματικές περιπέτειες, οι περισσότερες όμως από αυτές ήταν μονομερείς. Ο συνθέτης δεν παντρεύτηκε ποτέ.

Το 1855 άρχισε τις εμφανίσεις του ως πιανίστας. Κατέλαβε τη θέση του διευθυντή ορχήστρας στην πριγκηπική αυλή του Ντέτμολντ και το 1859 ίδρυσε και ανέλαβε τη διεύθυνση μιας γυναικείας χορωδίας στο Αμβούργο. Απογοητευμένος από την αδυναμία του να διοριστεί διευθυντής της Φιλαρμονικής του Αμβούργου, ο Μπραμς εγκαταστάθηκε το 1863 στη Βιέννη όπου πέρασε την υπόλοιπή του ζωή. Δεν έγραψε ποτέ όπερα, αλλά συνέθεσε αριστουργήματα σε όλα σχεδόν τα υπόλοιπα μουσικά είδη: τέσσερις συμφωνίες, τέσσερα κοντσέρτα, δύο σερενάτες για ορχήστρα και δύο εισαγωγές. Συνέθεσε επίσης το «Γερμανικό Ρέκβιεμ» (έντονα προσωπικού ύφους) και άλλα χορωδιακά έργα με συνοδεία και a capella, τραγούδια, μεγάλο όγκο έργων για μουσική δωματίου, τις παραλλαγές Χάυντν για ορχήστρα, τις παραλλαγές Χέντελ και Παγκανίνι για πιάνο, δεκάδες έργα για πιάνο (ήταν το αγαπημένο του όργανο), αλλά και έργα για εκκλησιαστικό όργανο. Πρέπει επίσης να μνημονεύσουμε τους ιδιαίτερα δημοφιλείς "Ουγγρικούς Χορούς" για τέσσερα χέρια, που γνώρισαν μετά τον Μπραμς πολλές ενορχηστρώσεις.

Ο Μπραμς αντιτάχθηκε στον ριζοσπαστισμό των πρωτοπόρων συνθετών Λιστ και Βάγκνερ και δέχτηκε επιθέσεις από τους οπαδούς τους. Προτού φτάσει στο τέλος της ζωής του, μεγάλο μέρος αυτής της πολεμικής είχε καταλαγιάσει. Μουσικοί και ακροατές είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν ότι μπορεί κανείς να αγαπά τη μουσική που γεννήθηκε και στα δύο αντιμαχόμενα ιδεολογικά στρατόπεδα.

Ο Μπραμς πέθανε από κίρρωση του ήπατος στη Βιέννη, στις 3 Απριλίου 1897. Στην κηδεία του παρέστησαν χιλιάδες θαυμαστές του απ’ όλη την Ευρώπη και οι σημαίες κυμάτισαν μεσίστιες σε όλα τα πλεούμενα στο λιμάνι του Αμβούργου.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μουτσόπουλος, Ευάγγελος, «Οι θεμελιώδεις κατηγορίες του ήθους στη μουσική του J. Brahms: Δραματικό, τραγικό και χιουμοριστικό». Νέα Εστία 121 (1987), 295-303 και στο: Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 62/Β (1987), 47-59.

Eξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα