Η Ομάδα των Πέντε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η φράση «Η Ομάδα των Πέντε» ή απλώς «Οι Πέντε» χρησιμοποιείται στην ιστορία της δυτικής μουσικής αναφορικά με τους παρακάτω πέντε Ρώσους συνθέτες, οι οποίοι έδρασαν στο πλαίσιο της εθνικής ρωσικής σχολής της μουσικής του 19ου αιώνα:

Η ονομασία της «Ομάδας των Πέντε» στα ρώσικα είναι “Могучая кучка”, που σημαίνει «Ισχυρή Χούφτα»[2]. Ο χαρακτηρισμός αυτός καθιερώθηκε από τον κριτικό Βλαντιμίρ Στάσοφ το 1867, μετά από μια συναυλία σε ένα πανσλαβικό συνέδριο στην Αγία Πετρούπολη, με σκοπό να περιγράψει τις κοινές δραστηριότητες των πέντε συνθετών για την καλλιέργεια και την προβολή στην Ευρώπη μιας ρωσικής μουσικής με εθνικό χαρακτήρα.

Οι «Πέντε» γνωρίστηκαν στην Αγία Πετρούπολη μέσω του Μπαλακίρεφ, σταδιακά από το 1856 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1860. Έδρασαν ως ομάδα κάτω από την καθοδήγηση του Μπαλακίρεφ και με σημαντικό υποστηρικτή τον κριτικό Βλαντιμίρ Στάσοφ. Ο Μπαλακίρεφ αποσύρθηκε από τα μουσικά δρώμενα στις αρχές της δεκαετίας του 1870, κάτι που οδήγησε σε μια σταδιακή χαλάρωση των δεσμών μεταξύ των πέντε συνθετών στα επόμενα χρόνια. Οι «Πέντε» δεν εκπροσωπούσαν κάποιο κίνημα στην ιστορία της μουσικής, ούτε ήταν όλοι συνθέτες στο κύριό τους επάγγελμα, αλλά ήταν στην πραγματικότητα μια μουσική «παρέα», με κοινό στόχο την ανάπτυξη μιας εθνικής ρωσικής μουσικής που θα ενσωμάτωνε το ρωσικό λαϊκό στοιχείο στην έντεχνη μουσική, διακρίνοντάς την από τη δυτική μουσική της Γερμανίας και της Γαλλίας, αλλά και από τη μουσική άλλων Ρώσων συνθετών, όπως οι αδερφοί Άντον και Νικολάι Ρουμπινστάιν και ο Τσαϊκόφσκι, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Στάσοφ, δεν είχαν εθνικό «χρώμα» στις συνθέσεις τους και εκπροσωπούσαν τους ωδειακούς θεσμούς της Ρωσίας, στα πρότυπα των γερμανικών ακαδημιών[3]. Υπό αυτήν την έννοια, οι «Πέντε» αναφέρονται συχνά ως συνεχιστές του έργου του Μιχαήλ Γκλίνκα (1804-1857), ο οποίος θεωρείται ο «πατέρας» της ρωσικής εθνικής μουσικής σχολής, και του Αλεξάντερ Νταργκομίζσκι (1813-1869), ο οποίος συνεργάστηκε στο τέλος της ζωής του με την «Ομάδα των Πέντε». Κάποιοι από τους «Πέντε» ασχολήθηκαν επίσης με την καταγραφή και εναρμόνιση ρωσικών παραδοσιακών τραγουδιών. Ο Κόρσακοβ ασχολήθηκε επίσης με την καταγραφή του παλαιορωσικού μονοφωνικού εκκλησιαστικού μέλους («ζναμένι»), το οποίο καταγόταν από το βυζαντινό μέλος και καταγραφόταν με μια εξελιγμένη μορφή της βυζαντινής παρασημαντικής.

Στο πλαίσιο μιας γενικότερης προβληματικής των «εθνικών μουσικών σχολών» του Ρομαντισμού σχετικά με το τι κάνει μια μουσική «εθνική» ή «μη εθνική», οι μεταγενέστεροι Ρώσοι συνθέτες του 20ού αιώνα, όπως και πολλοί σύγχρονοι μουσικολόγοι, με γνωστότερο τον Richard Taruskin, έχουν επισημάνει ότι η μουσική των «Πέντε» ήταν κάποιες φορές περισσότερο «ιταλική» ή «γαλλική» παρά «ρωσική» (ενδεικτικό παράδειγμα αυτό του Κιουί) ή ακόμα ότι η μουσική του Τσαϊκόφσκι ήταν πολλές φορές περισσότερο «ρωσική» από αυτή των Πέντε, παρά τις σχετικές κατηγορίες εναντίον του Τσαϊκόφσκι, κυρίως από τον Στάσοβ και τον Μπαλακίρεφ. Ο Στραβίνσκι, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Κόρσακοβ, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «ο Τσαϊκόφσκι υπήρξε, αν όχι εθνικιστής και λαϊκιστής, όπως οι Πέντε, πάντως βαθύτατα εθνικός, πράγμα που φαίνεται και από το χαρακτήρα και τη διαμόρφωση των μουσικών του θεμάτων, και από τη ρυθμική φυσιογνωμία των έργων του»[4]. Η προσπάθεια των Πέντε για την ανάπτυξη μιας εθνικής ρωσικής έντεχνης μουσικής δεν περιορίστηκε πάντως στην ίδια τη μουσική μόνο, που ήταν ιδιαίτερα επιτυχής στην Ευρώπη ως «εξωτική», αλλά και στη θεματολογία των πολυάριθμων τραγουδιών που έγραψαν, μελοποιώντας ποίηση σημαντικών Ρώσων λογοτεχνών, όπως ο Πούσκιν, καθώς και στις πολυάριθμες όπερες που συνέθεσαν με θέματα από την ρωσική ιστορία (Ο Πρίγκηπας Ιγκόρ του Μποροντίν είναι από τις πιο γνωστές και πολυπαιγμένες όπερες).

Ως σημαντικότερα μέλη της Ομάδας των Πέντε αναγνωρίζονται σήμερα οι Μποροντίν, Μούσοργκσκι και Κόρσακοβ. Ο Μούσοργκσκι μάλιστα επηρέασε σημαντικά τον Ντεμπυσύ, καθώς στο έργο του Εικόνες από μια Έκθεση ανιχνεύονται οι αρχές του ιμπρεσιονισμού στη μουσική. Η ενορχηστρωτική τεχνική του Κόρσακοφ ήταν επίσης σημαντικό επίτευγμα για την εποχή, ενώ το σύγγραμά του Εγχειρίδιο Ενορχήστρωσης διδάσκεται ακόμα και σήμερα σε μουσικές Ακαδημίες και Πανεπιστήμια.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο ορθός τονισμός στα ρώσικα είναι Μπαλάκιρεφ και όχι Μπαλακίρεφ, όπως επίσης Μούσοργκσκυ και όχι Μουσόργκσυ, έχει όμως επικρατήσει ο τονισμός στην παραλήγουσα στα ελληνικά και για τις δύο περιπτώσεις
  2. Στα αγγλικά αποδίδεται ως “Mighty Handful”. Άλλες ονομασίες της ομάδας είναι «Η νέα ρωσική μουσική σχολή» (“Новая русская музыкальная школа”), «Ο κύκλος του Μπαλακίρεφ» (“Балакиревский кружок”) κ.ά.
  3. Ο Μπαλακίρεφ ίδρυσε το 1862 την «Ελεύθερη Μουσική Σχολή», με χαμηλά δίδακτρα και δωρεάν μαθήματα σε ταλαντούχους μουσικούς, αντιδρώντας στην ίδρυση του «Ωδείου της Αγίας Πετρούπολης» την ίδια χρονιά από τον Άντον Ρούμπινστάιν, με οργανωτική δομή γερμανικής μουσικής ακαδημίας και ακριβά δίδακτρα.
  4. Ιγκόρ Στραβίνσκυ, Μουσική Ποιητική (τα κείμενα 6 διαλέξεων που παρέδωσε ο Στραβίνσκι στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ την ακαδημαϊκή χρονιά 1939-1940), μτφρ. από τα αγγλικά Μιχάλης Γρηγορίου (Αθήνα: Νεφέλη, 1980), σσ. 107-8.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]