Κλασική εποχή της μουσικής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο κλασική εποχή της μουσικής αναφερόμαστε στην κλασική περίοδο της Δυτικής μουσικής, η οποία ξεκίνησε περίπου το 1750 και τερματίστηκε μεταξύ του 1810 και 1830. Η κλασική εποχή ακολούθησε την Μπαρόκ περίοδο και προηγήθηκε του ρομαντισμού. Αποτέλεσε την περίοδο κατά την οποία ξεχώρισαν οι μορφές πολύ σημαντικών συνθετών, όπως του Γιόζεφ Χάυντν, του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και του Μπετόβεν. Επιπλέον μπορεί να ενταχθεί σε μια γενικότερη πολιτιστική αλλαγή που συντελέστηκε από τα μέσα του 18ου αιώνα, έχοντας ως σημαντική επιρροή τις ιδέες του Διαφωτισμού, με αποτέλεσμα την δημιουργία εξαιρετικών μουσικών επιτευγμάτων.

Ιστορία της κλασικής περιόδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτραίτο του Γιόζεφ Χάυντν, κορυφαίου κλασικού συνθέτη (1792)

Η περίοδος του Μπαρόκ συνδέθηκε με την άνοδο του απολυταρχισμού στην Ευρώπη αλλά και με μια σταδιακή αναθεώρηση των παραδοσιακών ιδεών και αξιών. Ήδη από τον 17ο αιώνα οικοδομήθηκε μια νέα κοσμοαντίληψη περισσότερο ορθολογική και μηχανιστική, που θεμελιώθηκε από τον Καρτέσιο, τον Τζον Λοκ και τον Νεύτωνα. Η πνευματική αυτή επανάσταση αποτέλεσε και την βάση του πολιτιστικού κλίματος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ο Διαφωτισμός. Όπως ο Διαφωτισμός έτσι και ολόκληρη η καλλιτεχνική παραγωγή του 17ου και 18ου αιώνα αντανακλά ένα θαυμασμό για τον κλασικό κόσμο και οι δημιουργοί μιμούνται τα κλασικά πρότυπα.

Στο γεγονός αυτό, σημαντική συμβολή έχουν και οι αρχαιολογικές αποστολές που πολλαπλασιάζονται και οδηγούν σε σημαντικές ανακαλύψεις στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Αίγυπτο. Την περιόδο του κλασικισμού, το Λονδίνο και το Παρίσι αποτελούν σημαντικά αστικά κέντρα με έντονο καλλιτεχνικό στοιχείο. Στην Γερμανία και την Ιταλία υπάρχουν αρκετές μικρότερες πόλεις με αξιοσημείωτη καλλιτεχνική δραστηριότητα ενώ στην Αυστρία, η Βιέννη μετατρέπεται σε τόπο συγκέντρωσης ευγενών και καλλιτεχνών από ολόκληρη την Ευρώπη. Στη Βιέννη πραγματοποιήθηκε η ανάμειξη όλων των διαφορετικών εθνικών χαρακτηριστικών στην τέχνη.

Στα μέσα του 18ου αιώνα, έχει διαμορφωθεί πλήρως ένα νέο ρεύμα στην αρχιτεκτονική, τη μουσική και γενικά τις τέχνες. Η διαύγεια και καθαρότητα είναι βασικά γνωρίσματα του νέου αυτού ύφους. Η απλότητα, η ευθύτητα και η συνοχή, αποτελούν βασικές αρχές της νέας αισθητικής, η οποία αξίωνε την κατάργηση περιττών διακοσμητικών στοιχείων επιζητώντας μια περισσότερη φυσική και άμεση έκφραση.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ

Η κλασική μουσική χαρακτηρίζεται γενικά από μια ομοφωνική μουσική γραφή κατά την οποία κυριαρχεί μια βασική μελωδία, ενώ τα υπόλοιπα συνοδευτικά μέρη υποστηρίζουν την μελωδία αυτή. Το ύφος αυτό ήταν σε πλήρη αντίθεση με την πολυφωνική και αντιστικτική δομή της προκλασικής ή μπαρόκ μουσικής. Επιπλέον το κλασικό ύφος εισάγει μια μελωδική και αρμονική περιοδικότητα.

Το μουσικό κείμενο χωρίζεται τις περισσότερες φορές σε σύντομες περιόδους ή φράσεις ενώ οι αρμονίες εναλλάσονται με βραδύτερο ρυθμό. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της κλασικής μουσικής είναι η εναλλαγή συναισθημάτων και διάθεσης, κάτι που δεν παρατηρείται στην μπαρόκ μουσική, όπου ένα μουσικό κομμάτι εκφράζει από την αρχή ως το τέλος του μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση.

Μουσικά είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κωμική όπερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακμή της όπερας και ειδικότερα της αποκαλούμενης κωμικής όπερας είναι βασικό γνώρισμα της κλασικής περιόδου στη μουσική. Το είδος αυτό εμφανίστηκε ως opera buffa στην Ιταλία, opera comique στη Γαλλία, opera ballad στην Αγγλία ή ακόμα ως Singspiel, παρεμφερές είδος που αναπτύχθηκε στη Γερμανία. Η παράδοση της "σοβαρής" όπερας συνεχίστηκε κυρίως στην Ιταλία και την Γαλλία (opera seria ή tragedie lyrique αντίστοιχα). Το ιταλικό μουσικό θέατρο ήταν γενικότερα χώρος μουσικών καινοτομιών και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του κλασικού ύφους. Τα έργα διέθεταν συνήθως ηθικοπλαστικό χαρακτήρα ενώ αντιπροσωπευτικός συνθέτης ήταν ο Αλεσάντρο Σκαρλάτι.

Η γαλλική κωμική όπερα αποτέλεσε ουσιαστικά μείξη της ιταλικής opera buffa με το παραδοσιακό γαλλικό είδος vaudeville, λαϊκοί σκοποί που παίζονταν σε παρισινές γιορτές. Οι σκοποί αυτοί αντικαταστήθηκαν από άριες (ariettes). Μια από τις πιο γνωστές κωμικές όπερες με σημαντική επιτυχία ήταν η Le devin du village (ελλ. μτφ. Ο μάντης του χωριού) του Ζαν Ζακ Ρουσσώ.

Αντίστοιχα με ότι συνέβαινε στην ηπειρωτική Ευρώπη, στην Αγγλία αναπτύχθηκε το είδος της opera ballad που περιλάμβανε γνωστούς λαϊκούς σκοπούς (ballads δηλαδή μπαλάντες). Ένα από τα πιο δημοφιλή δείγματα αυτού του είδους ήταν η Όπερα του Ζητιάνου του Christopher Pepusch.

Στον χώρο της όπερας, σημαντική μορφή αποτέλεσε και ο συνθέτης Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ, ο οποίος καθιέρωσε ένα νέο τύπο όπερας, συνδέοντας τα χαρακτηριστικά της ιταλικής και της γαλλικής. Ο Γκλουκ απλοποίησε σε μεγάλο βαθμό την μουσική δομή της όπερας ενώ εξάλειψε και την κατάχρηση των φωνητικών καλλωπισμών, οι οποίοι χαρακτήριζαν τις άριες τις εποχής με βασικό σκοπό η μουσική να υπηρετεί την ποίηση της όπερας. Σημαντικότερο ίσως έργο του Γκλουκ αποτέλεσε η όπερα Ιφιγένεια εν Ταύροις (1779).

Οργανική μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Empfindsamer Stil[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οργανική μουσική της κλασικής περιόδου ξεχωρίζει για την εμφάνιση της αισθητικής του Empfindsamer Stil, που σημαίνει Ευαίσθητο ύφος. Το είδος αυτό χαρακτηρίζεται από έντονο συναισθηματισμό και εκπροσωπείται κατά κύριο λόγο από τους Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ και Βίλχελμ Φρίντμαν Μπαχ (γιοί του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ). Η μουσική γραφή αυτής της αισθητικής είναι περισσότερη εκκεντρική με εκπλήξεις στην ανάπτυξη του μουσικού κειμένου και ασύμμετρες μουσικές φράσεις. Το Empfindsamer Stil έφτασε στην ακμή του περίπου τη δεκαετία του 1760.

Μουσικά όργανα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βασικά όργανα που κυριαρχούν στην μουσική της κλασικής περιόδου είναι:

  • το πιάνο (pianoforte), που σταδιακά αντικαθιστά το προγενέστερο κλειδοκύμβαλο
  • το βαρύτονο (baryton), μπάσο έγχορδο όργανο που παιζόταν με δοξάρι
  • το κλαρινέτο, που βρίσκει θέση μέσα στην ορχήστρα και αποκτά αξιόλογο ρεπερτόριο
  • το φυσικό κόρνο, χάλκινο πνευστό

Αρκετά όργανα υπέστησαν τροποποιήσεις κατά την κλασική περίοδο. Για παράδειγμα, το "κλασικό" κόρνο διέφερε σημαντικά από το μπαρόκ κόρνο καθώς ενσωμάτωνε και τη δυνατότητα αλλαγής τονικότητας, χάρη σε επινόηση του κατασκευαστή Michael Leichnamshneider. Επιπλέον στο κλαρινέτο, διάφορες παραλλαγές του έκαναν την εμφάνισή τους, όπως το βαρύτερο τονικά κόρνο di bassetto, από τα αγαπημένα όργανα του Μότσαρτ.

Η κλασική περίοδος χαρακτηρίστηκε και από την εμφάνιση της αποκαλούμενης Harmonie, ενός συνόλου πνευστών οργάνων που περιλάμβανε μέχρι δώδεκα όργανα, κυρίως χάλκινα πνευστά αλλά και κλαρινέτα, όμποε ή φαγκότα. Αρκετοί συνθέτες αξιοποίησαν τέτοιου είδους σύνολα, τα οποία ήταν ιδαίτερα δημοφιλή.

Κλασική Ορχήστρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην κλασική μουσική εμφανίστηκαν αλλαγές στα όργανα που χρησιμοποιούνταν, γεγονός που οδήγησε και σε αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αυτά συνδυάζονταν. Στις ορχήστρες της κλασικής περιόδου παύει η κυριαρχία των βιολιών ενώ καθιερώνονται και επιμέρους ομάδες τους (πρώτα ή δεύτερα βιολιά). Διευρύνεται η χρήση των πνευστών μέσα στις ορχήστρες, κυρίως σε ότι αφορά τα όμποε και τα κόρνα, χωρίς να αποκλείεται όμως και η χρήση κλαρινέτων και χάλκινων γενικά πνευστών. Σπανιότερα, οι κλασικοί συνθέτες εμπλούτιζαν την ορχήστρα με όργανα όπως τα κύμβαλα, το τρίγωνο ή η γκραν κάσα. Στο σύνολο της η κλασική ορχήστρα διακρίνεται από περισσότερα όργανα, είναι πιο ευέλικτη με εναλλαγές οργάνων ενώ διαθέτει και δυνατότερο ήχο γεγονός που συνδυάζεται και με την εμφάνιση δημόσιων συναυλιών σε μεγαλύτερους χώρους.

Σημαντικοί κλασικοί συνθέτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]