Αντουάν Βιέρτς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
"Οι Έλληνες και οι Τρώες μαχόμενοι για το σώμα του Πάτροκλου" (1836, Μουσείο Βαλωνικής Τέχνης - Λιέγη).
"Δυο νεαρά κορίτσια ή Η Ωραία Ροζίν" (1847, Βρυξέλλες).

Ο Αντουάν Ζοζέφ Βιέρτς (Antoine Joseph Wiertz, 1806 – 1865) ήταν Βέλγος ζωγράφος, ο οποίος είχε στο Βέλγιο τη φήμη εθνικού ζωγράφου. Είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του ρομαντικού κινήματος στο Βέλγιο.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βιέρτς γεννήθηκε στην πόλη Ντινάν (Dinant) του Βελγίου στις 22 Φεβρουαρίου 1806. Ξεκίνησε τις σπουδές του το 1820 στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αμβέρσας. Από το Νοέμβριο του 1829 ως το Μάιο του 1832 διέμεινε στο Παρίσι, όπου μελέτησε τους μεγάλους ζωγράφους στο Λούβρο. Το 1832 κέρδισε το Βραβείο της Ρώμης (Prix de Rome), που του έδωσε την ευκαιρία να μείνει στη Ρώμη από το Μάιο 1834 ως το Φεβρουάριο 1837. Μετά την επιστροφή του στο Βέλγιο, εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στη Λιέγη. Ο θάνατος της μητέρας του το 1844 ήταν φοβερό πλήγμα για τον Βιέρτς. Αναχώρησε από τη Λιέγη, όπου ζούσε μέχρι τότε, και εγκαταστάθηκε οριστικά στις Βρυξέλλες.

Ο Βιέρτς ήταν χαρακτήρας εκκεντρικός, εκρηκτικός και οξύθυμος στη συμπεριφορά του, παθιασμένος, πνεύμα ανεξάρτητο. Είχε τάση προς την υπερβολή και προσπαθούσε να συναγωνιστεί και να μιμηθεί στο έργο του τον Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς και τον Μιχαήλ Άγγελο. Πέθανε μέσα στο εργαστήριό του στις Βρυξέλλες στις 18 Ιουνίου 1865, σε ηλικία 59 ετών. Το σώμα του βαλσαμώθηκε σύμφωνα με τα αρχαία αιγυπτιακά ταφικά έθιμα και ενταφιάστηκε σε μια κρύπτη στο δημοτικό κοιμητήριο του Ιξέλ (Ixelles) στην ευρύτερη περιοχή των Βρυξελλών.

Καλλιτεχνική δραστηριότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Αντουάν Βιέρτς διακρίνεται για το πομπώδες ύφος του, με ένα μίγμα κλασικού ακαδημαϊσμού, ρομαντισμού και πρώιμου συμβολισμού. Βαθιά επηρεασμένος από τον Ρούμπενς και τον Μιχαήλ Άγγελο, ζωγράφιζε όσο πιο μεγάλους σε διαστάσεις πίνακες, απεικονίζοντας τόσο ιστορικά ή μυθολογικά θέματα με Έλληνες και Τρώες ήρωες και αρχαίους θεούς όσο και θρησκευτικούς πίνακες από τη ζωή του Χριστού.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Ρώμη, άρχισε να φιλοτεχνεί την πρώτη μεγάλη του ιστορική σύνθεση «Οι Έλληνες και οι Τρώες μαχόμενοι για το σώμα του Πατρόκλου», που ολοκληρώθηκε το 1836, με θέμα δανεισμένο από την Ιλιάδα του Ομήρου. Το έργο εκτέθηκε στην Αμβέρσα το 1837 και έτυχε θερμής υποδοχής.

Στο Παρισινό Σαλόν του 1839. ο Βιέρτς εξέθεσε μαζί με τον «Πάτροκλο» και άλλα τρία έργα του: «Η Κυρία Λετίτσια Βοναπάρτη στο νεκροκρέβατό της», «Ο μύθος των τριών ευχών – Ανθρώπινη απληστία» και «Η Ταφή του Χριστού», τα οποία όμως συνάντησαν την αδιαφορία του κοινού και το σαρκασμό των κριτικών. Οργισμένος από την ταπείνωσή του αυτή, στράφηκε κατά των κριτικών της τέχνης και της πόλης του Παρισιού, δημοσιεύοντας το καυστικό κριτικό δοκίμιο «Οι Βρυξέλλες πρωτεύουσα, το Παρίσι επαρχία».

Το 1844, ο Βιέρτς ζωγράφισε μια δεύτερη εκδοχή του «Πάτροκλου» σε μεγαλύτερη κλίμακα; ο πίνακας του 1836, που είχε φιλοτεχνήσει στη Ρώμη, ήταν διαστάσεων 3.85 μ. επί 7.03 μέτρα (Μουσείο Βαλωνικής Τέχνης, Λιέγη), ενώ ο πίνακας του 1844 έχει διαστάσεις 5.20 μ. επί 8.52 μέτρων (Μουσείο Βιέρτς, Βρυξέλλες). Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ζωγράφισε μιαν αντιπαράθεση της Ομορφιάς με το Θάνατο στο έργο του «Δυο νερά κορίτσια ή Η Ωραία Ροζίν» (Deux jeunes filles – La Belle Rosine, 1847, Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών, Βρυξέλλες), που θεωρείται ο πιο διάσημος πίνακάς του.

Από τη δεκαετία του 1850 και εφεξής, τα έργα του Βιέρτς εμπεριέχουν όλο και πιο πολύ κοινωνικά και φιλοσοφικά μηνύματα, όπως «Πείνα, Τρέλα και Έγκλημα» (1853), «Η Αναγνώστρια μυθιστορημάτων» (1853), «Η Αυτοκτονία» (1854), «Η πρόωρη ταφή» (1854), που απεικονίζει ένα θύμα χολέρας να σηκώνεται από το φέρετρό του, «Η Νεαρή Μάγισσα» (1857).

Ο Βιέρτς βρισκόταν καλλιτεχνικά πολύ πιο μπροστά από τον καιρό του και ο αναμφισβήτητος μοντερνισμός του αποκαλύφθηκε σε μεταγενέστερες εποχές, όταν κατά τον εικοστό αιώνα «Η Ωραία Ροζίν» εκτέθηκε μαζί με τα έργα των Βέλγων Συμβολιστών και Σουρεαλιστών στην έκθεση «Ζωγράφοι του φανταστικού» (Peintres de l’ imaginaire), που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι το 1972 και στη Νέα Υόρκη το 1974. Πολλά από τα έργα του Βιέρτς φυλάσσονται στο σπίτι του, το οποίο κληροδότησε στην πόλη των Βρυξελλών και το οποίο αποτελεί σήμερα το «Μουσείο Βιέρτς».

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

• Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, λήμμα "Βιέρτς, Αντουάν Ζοζέφ", τόμος 14, σελ. 215, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1996.

• “The Museum of Modern Art Brussels”, pp. 13 -14, Edited by Joost de Geest and Jean – Marie Duvosquel, Credit Communal, Brussels, 1996.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Antoine Wiertz της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).