Μωρίς Ραβέλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μωρίς Ραβέλ, 1912

Ο Ζοζέφ Μωρίς Ραβέλ (7 Μαρτίου 1875Παρίσι, 28 Δεκεμβρίου 1937, πλήρες όνομα : Joseph Maurice Ravel) ήταν Γάλλος συνθέτης. Μαζί με τον Κλωντ Ντεμπυσσύ θεωρούνται οι κύριοι εκπρόσωποι του μουσικού ιμπρεσιονισμού. Τα έργα του για πιάνο αποτελούν ιδιαίτερα δημοφιλή κομμάτια του κλασικού ρεπερτορίου. Πολλά από αυτά όπως τα Jeux d'eau, Miroirs, Le tombeau de Couperin και το Gaspard de la nuit απαιτούν ιδιαίτερη δεξιοτεχνία από τους εκτελεστές τους. Έχει γράψει επίσης σημαντικά έργα για ορχήστρα όπως το Δάφνις και Χλόη.

Το πιο γνωστό του έργο είναι το Μπολερό (1928), το οποίο ο ίδιος θεωρούσε ασήμαντο και κάποτε το είχε περιγράψει ως «ένα κομμάτι για ορχήστρα χωρίς μουσική»[εκκρεμεί παραπομπή].

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, τα έργα του Ραβέλ είναι κοινό κτήμα από την 1η Ιανουαρίου του 2008 στις περισσότερες χώρες. Στη Γαλλία, λόγω των ανώμαλων επεκτάσεων του νόμου περί πνευματικών δικαιωμάτων σχετικά με τους δύο παγκοσμίους πολέμους, δεν θα εισαχθούν στο ίδιο καθεστώς έως το 2015.

Ο Ραβέλ αν και ήταν ένας κακός μαθητής που κατείχε «λαμπρή θέση» στον κατάλογο των αποτυχημένων υποψήφιων του Ινστιτούτου[ασαφές], ήταν γραφτό να οδηγήσει τη μουσική του σε μορφολογική τελειότητα και να διαμορφώσει ένα πολύ προσωπικό στιλ που, προσπαθώντας να κρατηθεί όσο πιο πολύ μπορούσε μακριά από ξένες επιδράσεις, ανέβλυζε ελευθερία και πρωτοβουλία και αντανακλούσε την ίδια την προσωπικότητα του συνθέτη.

Γεννημένος ο Μωρίς Ραβέλ το 1875 στο Σιμπούρ, κοντά στα γαλλοϊσπανικά σύνορα, από πολύ μικρή ηλικία έρχεται στο Παρίσι όπου αρχίζει μαθήματα πιάνου φανερώνοντας εξαιρετική κλίση στη μουσική. Από την ηλικία των είκοσι χρονών παρουσιάζει τις πρώτες συνθέσεις του «Παβάνα για μια νεκρή Ινφάντη», «Συντριβάνια», κουαρτέτο, «Αντανακλασεις», σονατίνα, «Εισαγωγή και αλέγκρο», έργα που συναντούν ψυχρή υποδοχή.

Στα 1907, με την πρώτη ακρόαση των «Φυσικών ιστοριών», ο Ραβέλ γίνεται επίκεντρο δριμύτατων σχολίων αλλά έχει ήδη γίνει διάσημος. Εν τω μεταξύ αρχίζοντας να χρησιμοποιεί ισπανικό χρώμα από την ανεξάντλητη ηχητική του παλέτα «ζωγραφίζει» αριστουργήματα όπως η «Ισπανική Ραψωδία» , τα «Βαλς Ευγενικά και Αισθηματικά» και την «Ισπανική ώρα».

Λίγο πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1912) ανεβαίνει η εξαίσια χορογραφική του σουίτα «Δάφνις και Χλόη», με πρωταγωνιστές τους Νιζίνσκι και Καρσάβινα. Την ίδια χρονιά ενορχηστρώνεται και το αριστούργημα του «Η μάνα μου η χήνα» που έχει πρωτογραφτεί στα 1908 για πιάνο σε 4 χέρια.

Μετά τον πόλεμο ανοίγεται για αυτόν μια νέα εποχή που τη σημαδεύουν τα καινούρια του έργα «Βαλς», σονατίνα για βιολί, «Τσιγγάνα», δυο κοντσέρτα για πιάνο, «Το Παιδί και τα Μάγια», «Μπολερό». Πυροδοτεί πάλι την κοινή γνώμη με το να αρνηθεί τον τίτλο της Λεγεώνας της Τιμής (1920). Ταξιδεύει στις ΗΠΑ (1928), έπειτα στην Αγγλία και κατόπιν από το 1932 γυρίζει σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες για να παρουσιάσει το δημοφιλές κοντσέρτο του σε σολ.

Από το 1933 αρχίζει να έχει προβλήματα με την υγεία του που συνεχώς επιδεινώνεται. Πεθαίνοντας τέσσερα χρόνια αργότερα αφήνει ένα θησαυρό από έργα γραμμένα σε ξεχωριστά καλοδουλεμένη αρμονική και μελωδική γλώσσα, με θαυμάσια ενορχήστρωση, μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, που φέρνει τη γνήσια σφραγίδα της εξαιρετικά γόνιμης και ευαίσθητης ιδιοφυίας του.

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα