Τζουζέπε Βέρντι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ο Τζουζέπε Βέρντι σε προσωπογραφία του Giovanni Boldini.
Giuseppe Verdi signature.jpg

Ο Τζουζέπε Φορτουνίνο Φραντσέσκο Βέρντι (ιταλικά:Giuseppe Fortunino Francesco Verdi, 10 Οκτωβρίου 181327 Ιανουαρίου 1901) ήταν Ιταλός μουσικός συνθέτης, από τους διασημότερους στο είδος της όπερας. Ανάμεσα στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι όπερες Ριγκολέττο, Ναμπούκο, Τραβιάτα και Αΐντα, μέρη των οποίων ("La donna è mobile", "Va, pensiero", "Libiamo" και θριαμβικό εμβατήριο αντίστοιχα) είναι πασίγνωστα.

Τα πρώτα χρόνια, η γρήγορη ανέλιξη και η οικογενειακή τραγωδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Ρονκόλα της τότε Γαλλικής Αυτοκρατορίας, ένα χωριό κοντά στο Μπουσσέτο της Ιταλίας, και πέθανε στο Μιλάνο. Γονείς του ήταν οι Κάρλο Τζουζέπε Βέρντι και Λουίτζια Ουττίνι (Luigia Uttini). Ενώ ακόμα ήταν παιδί, η οικογένεια μετακόμισε στο Μπουσσέτο, όπου η μόρφωση του μελλοντικού συνθέτη διευκολύνθηκε πολύ από τις επισκέψεις του στη μεγάλη βιβλιοθήκη της τοπικής σχολής των Ιησουιτών. Στο Μπουσσέτο ο Βέρντι πήρε τα πρώτα του μαθήματα στη μουσική σύνθεση. Πολύ νωρίς έδειξε καταπληκτική κλίση στη μουσική. Σε ηλικία 20 ετών πήγε στο Μιλάνο για να συνεχίσει τις σπουδές του και στα 23 του χρόνια πήρε τη θέση του διευθυντή της φιλαρμονικής του Μπουσσέτο. Το 1839 παρουσιάστηκε η πρώτη του όπερα, ο Ομπέρτο, στη Σκάλα του Μιλάνου, με πολύ καλές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο ο θάνατος της γυναίκας του και των δύο παιδιών του τον έφεραν σε απελπισία σε σημείο να μη θέλει πλέον άλλο ν' ασχοληθεί με τη μουσική.

Η επιστροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά ταύτα το 1840 παρουσιάστηκε η κωμική όπερα Μια μέρα βασιλείας, η οποία όμως σημείωσε αποτυχία. Στενοχωρημένος ο Βέρντι αποσύρθηκε στο σπίτι του στο Μιλάνο. Έτσι δύο χρόνια μετά, με τον θρίαμβο της τέχνης πάνω στον πόνο του, το 1842, αποδέχθηκε την πρόταση να ξαναρχίσει να γράφει όπερες για τη Σκάλα του Μιλάνου και η όπερά του Ναμπούκο (= Ναβουχοδονόσωρ) απέσπασε πολύ καλές κριτικές και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Βέρντι αφοσιώθηκε στη σύνθεση όπερας. Ήταν η αρχή μιας θριαμβευτικής σταδιοδρομίας που συνδέθηκε πολύ στενά με τις προσπάθειες για την πολιτική ένωση (Risorgimento) της Ιταλίας. Μια τάση που ο ίδιος ο Βέρντι ενεθάρρυνε με τη θεματολογία των έργων του, τα οποία, εμπνεόμενα από το ιστορικό παρελθόν και επενδυμένα με εντυπωσιακά χορωδιακά, δημιουργούσαν εύκολα στο κοινό συνειρμούς με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό της ταύτισης του ονόματος του Βέρντι με το Risorgimento ήταν το σύνθημα που ακουγόταν τότε Viva VERDI (Viva Vittorio Emanuele Re D'Italia - Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ βασιλιάς της Ιταλίας).

Η αναγνώριση εκτός Ιταλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τους Λομβαρδούς (1843), τον Ερνάνη (1844), τον Αττίλα (1846), τη Λουίζα Μίλλερ (1847) και τον Μάκβεθ (1849) ο Βέρντι πέτυχε την αναγνώρισή του ως συνθέτη και εκτός Ιταλίας. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1850 τρεις όπερές του, ο Ριγκολέττο (1851), ο Τροβατόρε (1853) και η Τραβιάτα (1853), είχαν τεράστια επιτυχία, όπως και Οι Σικελικοί Εσπερινοί (1855) και ο Χορός Μεταμφιεσμένων (1859). Η διεθνής του καταξίωση φαίνεται και από το γεγονός ότι οι επόμενες όπερές του πρωτοανέβηκαν σε λυρικά θέατρα εκτός Ιταλίας. Το 1862 Η δύναμη του πεπρωμένου παρουσιάστηκε στην Αγία Πετρούπολη, ο Δον Κάρλος το 1867 στο Παρίσι και η Αΐντα το 1871 στο Κάιρο, για τα εγκαίνια της διώρυγας του Σουέζ.

Τα τελευταία έργα και το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από ένα μεγάλο διάστημα σιωπής, η γνωριμία του με τον κατά πολύ νεότερό του ποιητή και συνθέτη Αρίγκο Μπόιτο ανανέωσε το ενδιαφέρον του Βέρντι για την όπερα. Το 1887 παρουσιάστηκε ο Οθέλλος και τέλος το 1893 ο Φάλσταφ και τα δύο σε λιμπρέτα του Μπόιτο βασισμένα σε έργα του Σαίξπηρ. Ο Βέρντι πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1901 ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην κηδεία του προσήλθαν 200.000 άνθρωποι, τιμή που άρμοζε στον μεγάλο Ιταλό που τόσο αγαπήθηκε.

Εκτός από τις 26 όπερες ο Βέρντι έγραψε και εκκλησιαστική μουσική. Κορυφαίο έργο του σε αυτό τον τομέα είναι το Ρέκβιεμ[1] (1874), ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα Τέσσερα ιερά κομμάτια (1898). Επίσης έγραψε αρκετές ρομάνς και ένα κουαρτέτο για έγχορδα σε μι ελάσσονα (1873).

Εκτός μουσικής σκηνής διακρίθηκε για τον καλό χαρακτήρα του και τις αγαθοεργίες του. Μεταξύ άλλων χρηματοδότησε την ανέγερση και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου και δημιούργησε έναν Οίκο Ανάπαυσης για τους αναξιοπαθούντες μουσικούς, σε μια κρύπτη του οποίου τάφηκε και ο ίδιος.

Όπερες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα