Ριγκολέττο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αφίσα από την πρεμιέρα του Ριγκολέττο στο Θέατρο Λα Φενίτσε της Βενετίας (11 Μαρτίου 1851).

Ο Ριγκολέττο (Rigoletto, παλαιότερα συχνά εξελληνισμένα ως Ριγολέττος) είναι μία όπερα σε τρεις πράξεις του Τζουζέπε Βέρντι, πάνω σε ιταλικό λιμπρέτο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε βασισμένο στο θεατρικό έργο του Βίκτορος Ουγκώ «Ο βασιλιάς διασκεδάζει» (Le Roi s'amuse). Είναι μία από τις γνωστότερες όπερες του Βέρντι, θεωρούμενη από πολλούς ως το πρώτο από τα αριστουργήματα της ώριμης περιόδου του. Πρωτοπαρουσιάσθηκε (παγκόσμια πρεμιέρα) στις 11 Μαρτίου 1851 στο θέατρο «Λα Φενίτσε» της Βενετίας.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λυρική σκηνή «Λα Φενίτσε» παράγγειλε μία όπερα στον Βέρντι το 1850, όταν αυτός ήταν ήδη πολύ γνωστός και με ελευθερία να επιλέγει ο ίδιος τα έργα που προτιμούσε να μελοποιήσει. Ο Βέρντι ζήτησε τότε από τον Πιάβε (με τον οποίο είχε ήδη δημιουργήσει τις όπερες Ερνάνη, Μάκβεθ, κ.ά.) να μελετήσει το θεατρικό έργο Kean του Αλέξανδρου Δουμά, αλλά ένοιωσε ότι χρειαζόταν ένα πιο ζωηρό θέμα για να δουλέψει.

Σύντομα βρήκε το Ο βασιλιάς διασκεδάζει του Ουγκώ. Αργότερα εξήγησε ότι «Περιέχει εξαιρετικά δυνατές θέσεις... ...Το θέμα είναι μεγαλειώδες και διαθέτει ένα χαρακτήρα που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες του παγκόσμιου θεάτρου όλων των εποχών.» Ωστόσο το θέμα ήταν ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο και ο Ουγκώ είχε ήδη αντιμετωπίσει προβλήματα με τη λογοκρισία στη Γαλλία, με ανεβάσματα του έργου να έχουν απαγορευθεί μετά την πρώτη παράσταση σχεδόν 20 χρόνια νωρίτερα (και θα συνέχιζαν να απαγορεύονται για άλλα τριάντα χρόνια). Καθώς η Αυστρία εκείνη την εποχή κατείχε μεγάλο μέρος της βόρειας Ιταλίας, η όπερα θα έπρεπε να περάσει από το Αυστριακό Σώμα Λογοκριτών. Το έργο του Ουγκώ εμφάνιζε ένα βασιλιά (τον Φραγκίσκο Α΄ της Γαλλίας) ως έναν ανήθικο και κυνικό «γυναικά», κάτι που δεν ήταν αποδεκτό στην Ευρώπη εκείνης της εποχής.

Από την αρχή ο Βέρντι γνώριζε τους κινδύνους, όπως και ο Πιάβε. Σε μια επιστολή του πρώτου προς τον δεύτερο, αναφέρεται: «τρέξε σε όλη την πόλη και βρες μου ένα πρόσωπο με επιρροή που να μπορεί να μας εξασφαλίσει την άδεια για να κάνουμε το "Le Roi s'amuse"...» Ακολούθησε μια αλληλογραφία ανάμεσα σε έναν προσεκτικό Πιάβε και σε έναν ήδη αποφασισμένο Βέρντι. Αμφότεροι υποτιμούσαν τη δύναμη και τις προθέσεις των Αυστριακών. Ακόμα και ο φιλικός γραμματέας του Φενίτσε Γκουλιέλμο Μπρέννα, που τους είχε υποσχεθεί ότι δεν θα είχαν προβλήματα με τη λογοκρισία, έκανε λάθος.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1850, άρχισαν να ακούγονται φήμες πως η αυστριακή λογοκρισία θα απαγόρευε την παραγωγή. Τον Αύγουστο οι Βέρντι και Πιάβε αποσύρθηκαν στο Μπουσσέτο, τη γενέτειρα του Βέρντι, για να συνεχίσουν το γράψιμο και να προετοιμάσουν μία υπερασπιστική γραμμή. Διαβεβαίωσαν με επιστολή τους το θέατρο ότι οι αμφιβολίες των λογοκριτών ως προς την ηθική του έργου δεν δικαιολογούνταν, αλλά επειδή ο χρόνος τελείωνε, έγραφαν, λίγα μπορούσαν να γίνουν. Οι Βέρντι και Πιάβε αποκαλούσαν μυστικά το έργο «Η κατάρα», και αυτός ο ανεπίσημος τίτλος χρησιμοποιήθηκε από τον Αυστριακό λογοκριτή De Gorzkowski (που προφανώς τον είχε μάθει από κατασκόπους) για να θέσει σε ισχύ, αν χρειαζόταν, τη διαταγή με την οποία αρνιόταν ξεκάθαρα τη συγκατάθεσή του στο ανέβασμά του.

Προκειμένου να μη σπαταλήσουν τον κόπο τους, ο Πιάβε αναθεώρησε το λιμπρέτο και το μετέτρεψε σε μία νέα όπερα, τον Δούκα του Βεντόμ (Il Duca di Vendome), όπου ο βασιλιάς είχε αντικατασταθεί από ένα δούκα και τόσο ο καμπούρης όσο και η κατάρα του είχαν εξαφανισθεί. Ο Βέρντι ήταν εντελώς αντίθετος με αυτή τη λύση και προέκρινε αντί αυτής απευθείας διαπραγματεύσεις με τους λογοκριτές, επιχειρηματολογώντας πάνω σε κάθε σημείο του έργου.

Σε αυτή την κατάσταση των πραγμάτων, ο γραμματέας του Φενίτσε Μπρέννα έδειξε στους Αυστριακούς κάποια γράμματα και άρθρα που μιλούσαν για τον χαρακτήρα αλλά και τη μεγάλη αξία του καλλιτέχνη, βοηθώντας έτσι στη διαπραγμάτευση των διαφορών. Στο τέλος τα δύο μέρη συμφώνησαν στο ότι η δράση της όπερας θα έπρεπε να λαβαίνει χώρα όχι στη βασιλική αυλή της Γαλλίας, αλλά σε ένα δουκάτο της Γαλλίας ή της Ιταλίας, και τα πρόσωπα του έργου έπρεπε να αλλάξουν όνομα. Ο βασιλιάς έγινε δούκας της Μάντοβα, ο οποίος ανήκει στον Οίκο των Γκοντσάγκα (Gonzaga): ο οίκος αυτός είχε εκλείψει πολύ πριν τα μέσα του 19ου αιώνα και το Δουκάτο της Μάντοβας δεν υπήρχε πια, έτσι κανένας δεν θα ήταν δυνατό να προσβληθεί. Η σκήνη στην οποία ο άρχοντας αποσύρεται στην κρεβατοκάμαρα της Τζίλντας θα αφαιρείτο και η επίσκεψη του δούκα στο πανδοχείο δεν θα ήταν πια σκόπιμη, αλλά αποτέλεσμα παραπλανήσεως. Το όνομα του καμπούρη από Τριμπουλέ (Triboulet) άλλαξε σε Ριγκολέττο (από τη γαλλική λέξη rigolo = αστείος), που έγινε και ο νέος τίτλος για την όπερα.

Για την πρεμιέρα ο Βέρντι εξασφάλισε τους Φελίτσε Βαρέζι στον ρόλο του Ριγκολέττο, τον νεαρό τενόρο Ραφαέλε Μιράτε στον ρόλο του δούκα και την Τερεζίνα Μπραμπίλλα στον ρόλο της Τζίλντας (αν και θα προτιμούσε την Τερέζα ντε Τζούλι Μπόρσι). Η Μπραμπίλλα ήταν μια γνωστή υψίφωνος, γόνος οικογένειας αοιδών και μουσικών: μία από τις ανεψιές της ήταν η σύζυγος του Αμιλκάρε Πονκιέλλι.

Η πρεμιέρα ήταν ένας αδιαμφισβήτητος θρίαμβος και η κυνική άρια του Δούκα της Μάντοβας La donna è mobile (το πολύ γνωστό με την ελληνική απόδοση: «Φτερό στον άνεμο, γυναίκας μοιάζει...») τραγουδιόταν σε όλη τη Βενετία το επόμενο πρωί. Εξαιτίας μάλιστα του μεγάλου κινδύνου για αντιγραφές, ο Βέρντι είχε απαιτήσει τη μέγιστη μυστικότητα από όλους τους τραγουδιστές και μουσικούς του. Ο Μιράτε πρωτοείδε τη μουσική του ρόλου του λίγες μόνο βραδιές πριν από την πρεμιέρα και υποχρεώθηκε να ορκιστεί πως δεν θα τραγουδούσε, ούτε καν θα σφύριζε τον σκοπό του «Φτερό στον άνεμο».

Πολλά χρόνια αργότερα η Τζούλια Κόρι, θυγατέρα του Φελίτσε Βαρέζι, περιέγραψε την περιπέτεια του πατέρα της στην πρεμιέρα: Ως ο πρώτος που θα έπαιζε ποτέ τον ρόλο του Ριγκολέττο, δεν αισθανόταν καθόλου άνετα με την ψεύτικη καμπούρα που θα έπρεπε να φορά, και παρότι ήταν ένας αρκετά έμπειρος λυρικός τραγουδιστής, καταλήφθηκε από πανικό όταν ήρθε η σειρά του να μπει στη σκηνή. Ο Βέρντι κατάλαβε αμέσως ότι είχε παραλύσει και τον έσπρωξε βίαια πάνω στη σκηνή, έτσι ώστε εμφανίστηκε με ένα αδέξιο τρέκλισμα. Αλλά επειδή έπαιζε ένα γελωτοποιό, το κοινό νόμισε ότι ήταν μέρος του ρόλου και τον καλοδέχτηκε.

Στον εικοστό αιώνα η όπερα έγινε αναπόσπαστο τμήμα του οπερατικού ρεπερτορίου και εμφανίζεται στη δέκατη θέση του καταλόγου των πιο πολυπαιγμένων έργων όπερας σε όλο τον κόσμο της Operabase[1].

Ο Φραντς Λιστ έκανε μια διασκευή για πιάνο του διάσημου κουαρτέτου από την τρίτη πράξη της όπερας, διασκευή που είναι γνωστή ως «Παράφραση του Ριγκολέττο»

Τα πρόσωπα του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόσωπο Φωνή Διανομή στην πρεμιέρα (11 Μαρτίου 1851)[2][3]
Ριγκολέττο, ο γελωτοποιός του Δούκα της Μάντοβας βαρύτονος Felice Varesi
Τζίλντα, η κόρη του υψίφωνος Teresa Brambilla
Δούκας της Μάντοβας τενόρος Raffaele Mirate
Σπαραφουτσίλε, ένας δολοφόνος βαθύφωνος Paolo Damini
Μανταλένα, η αδελφή του κοντράλτο Annetta Casaloni
Τζιοβάννα, τροφός της Τζίλντας μέτζο σοπράνο Laura Saini
Κόμης Τσεπράνο βαθύφωνος Andrea Bellini
Κόμησσα Τσεπράνο, η σύζυγός του μέτζο σοπράνο Luigia Morselli
Ματτέο Μπόρσα, αυλικός τενόρος Angelo Zuliani
Κόμης Μοντερόνε βαρύτονος Feliciano Ponz
Μαρούλλο βαρύτονος Francesco De Kunnerth
Αναγγέλλων αυλικός βαθύφωνος Giovanni Rizzi
Υπηρέτρια μέτζο σοπράνο
Χορωδία: άνθρωποι από την πόλη

Η υπόθεση του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόπος: Μάντοβα
Χρόνος: 16ος αιώνας[4]

Πράξη Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκηνή 1: Δωμάτιο στο παλάτι του δούκα

Σε μια χοροεσπερίδα στο παλάτι του[5] ο Δούκας της Μάντοβα τραγουδά για μια ζωή απολαύσεων με όσο το δυνατό περισσότερες γυναίκες (Questa o quella). Λέει πως έχει δει μια άγνωστη καλλονή στην εκκλησία και θα ήθελε να τη γνωρίσει, αλλά θα ήθελε να κατακτήσει και την κόμησσα του Τσεπράνο. Ο Ριγκολέττο είναι ο καμπούρης γελωτοποιός της αυλής του και εμφανίζεται να κοροϊδεύει τους συζύγους των κυριών οι οποίες τραβούν την προσοχή του δούκα και να συμβουλεύει τον δούκα να απαλλαγεί από αυτούς φυλακίζοντάς τους ή «καθαρίζοντάς» τους. Ο Μαρούλλο πληροφορεί τους ευγενείς ότι ο Ριγκολέττο έχει «ερωμένη» και οι ευγενείς αδυνατούν να το πιστέψουν. Οι ευγενείς αποφασίζουν να εκδικηθούν τον Ριγκολέττο. Στη συνέχεια ο καμπούρης ειρωνεύεται τον Κόμη Μοντερόνε, του οποίου την κόρη είχε αποπλανήσει ο δούκας. Ο Κόμης Μοντερόνε συλλαμβάνεται μετά από διαταγή του δούκα και καταριέται αυτόν και τον Ριγκολέττο. Η κατάρα φοβίζει στ' αλήθεια τον Ριγκολέττο.


Σκηνή 2: Δρόμος και ο κήπος του σπιτιού του Ριγκολέττο

Σκεπτόμενος την κατάρα, ο Ριγκολέττο πλησιάζει το σπίτι του, οπότε τον πλευρίζει ο δολοφόνος Σπαραφουτσίλε και τον ρωτά αν θα ήθελε να του προσφέρει τις υπηρεσίες του. Ο Ριγκολέττο αναλογίζεται τις ομοιότητες μεταξύ των δύο (Pari siamo! - «Είμαστε ίδιοι!»): Ο Σπαραφουτσίλε σκοτώνει με το σπαθί του τα θύματά του, ενώ ο Ριγκολέττο τα «σκοτώνει» με τη γλώσσα του.

Ο Ριγκολέττο ανοίγει μια πόρτα και επιστρέφει στο σπιτικό του, στην αγαπημένη κόρη του, την όμορφη Τζίλντα. Ο Ριγκολέττο έχει αποκρύψει την ύπαρξή της από τον δούκα και τον κόσμο της πόλης για να την προστατέψει από τις ορέξεις τους, ενώ η Τζίλντα δεν γνωρίζει το επάγγελμα του πατέρα της. Καθώς της έχει απαγορεύσει να εμφανίζεται δημόσια, η Τζίλντα επισκέπτεται μόνο την εκκλησία και δεν ξέρει ούτε το όνομα του πατέρα της.

Ο Ριγκολέττο αποχωρεί, οπότε έρχεται ο δούκας και κρυφακούει την Τζίλντα να εκμυστηρεύεται στην Τζιοβάννα, την παραμάνα της, πως αισθάνεται ενοχή που δεν μίλησε στον πατέρα της για ένα παλικάρι που είχε συναντήσει στην εκκλησία, αλλά θα τον αγαπούσε αν ήταν φτωχός φοιτητής. Καθώς εξομολογείται τον έρωτά της, ο δούκας χτυπά την πόρτα χαρούμενος. Η Τζίλντα φωνάζει την Τζιοβάννα, μη γνωρίζοντας πως ο δούκας την είχε στείλει μακριά. Προσποιούμενος τον φοιτητή, ο δούκας πείθει την Τζίλντα για τον έρωτά του (E il sol dell'anima- «Ο έρωτας είναι η λιακάδα της ψυχής»). Μόλις εκείνη τον ρωτά πώς τον λένε, της απαντά, με κάποιο δισταγμό, Γκουαλτιέ Μαλντέ. Ακούγοντας ήχους και φοβούμενη ότι επέστρεψε ο πατέρας της, η Τζίλντα τον διώχνει, αφού πρώτα ανταλλάξουν στα γρήγορα όρκους αγάπης (Addio, addio). Μένοντας μόνη της, η Τζίλντα αναπολεί τον έρωτά της για τον δούκα, για τον οποίο πιστεύει ότι είναι φοιτητής (Caro nome... - «Αγαπημένο όνομα»).

Αργότερα, οι εχθρικοί ευγενείς έξω από τον τοίχο του κήπου, νομίζοντας ότι η Τζίλντα είναι η ερωμένη του γελωτοποιού, ετοιμάζονται να την απαγάγουν. Πείθοντας τον Ριγκολέττο πως στην πραγματικότητα απάγουν την κόμησσα Τσεπράνο, του δένουν τα μάτια και τον χρησιμοποιούν στην απαγωγή. Εκείνος τους βοηθά και η Τζίλντα μεταφέρεται μακριά από τους ευγενείς. Μόλις διαπιστώνει ότι στην πραγματικοτητα ήταν η κόρη του που απάχθηκε, ο Ριγκολέττο καταρρέει ενθυμούμενος την κατάρα.

Πράξη Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παλάτι του δούκα

Ο δούκας προβληματίζεται σχετικά με την εξαφάνιση της Τζίλντα (Ella mi fu rapita! - «Μού την έκλεψαν!» και Parmi veder le lagrime). Μπαίνουν τότε οι ευγενείς και τον πληροφορούν ότι έχουν αιχμαλωτίσει την ερωμένη του Ριγκολέττο. Από την περιγραφή της, ο δούκας αναγνωρίζει ότι είναι η Τζίλντα και ορμά στο δωμάτιο όπου κρατείται (Possente amor mi chiama - «Ο δυνατός έρωτας μού γνέφει»). Ευχαριστημένοι από το παράξενο ενδιαφέρον του δούκα, οι αυλικοί τώρα διασκεδάζουν με τον Ριγκολέττο, που εισέρχεται τραγουδώντας. Προσπαθεί να εντοπίσει την Τζίλντα προσποιούμενος ότι δεν ενδιαφέρεται, καθώς φοβάται πως ίσως να έχει πέσει στα χέρια του δούκα. Στο τέλος παραδέχεται ότι στην πραγματικότητα ψάχνει την κόρη του και ζητά από τους αυλικούς να του την επιστρέψουν (Cortigiani, vil razza dannata - «Αυλικοί, καταραμένη ράτσα»). Εκείνοι ξυλοκοπούν τον Ριγκολέττο μετά την απόπειρά του να εισβάλει στο δωμάτιο όπου κρατείται η Τζίλντα. Η Τζίλντα ορμά και ικετεύει να φύγουν. Οι άνδρες φεύγουν πιστεύοντας πως ο Ριγκολέττο έχει παραφρονήσει. Η Τζίλντα περιγράφει στον πατέρα της τι της συνέβηκε στο παλάτι (Tutte le feste al tempio - «Σ' όλες τις γιορτές»). Ο Ριγκολέττο απαιτεί εκδίκηση ενάντια στον δούκα και η κόρη του φαίνεται να συμφωνεί (ντουέτο: Sì! Vendetta, tremenda vendetta! - «Ναι! Εκδίκηση, τρομερή εκδίκηση!»).

Πράξη Γ΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δρόμος έξω από το σπίτι του Σπαραφουτσίλε

Φαίνεται ένα τμήμα από το σπίτι του Σπαραφουτσίλε, με δύο δωμάτια ανοικτά στη θέα του κοινού. Ο Ριγκολέττο και η Τζίλντα καταφθάνουν. Ξαφνικά ακούγεται η φωνή του δούκα (La donna è mobile - «Η γυναίκα είναι άστατη»), που εκθέτει την απιστία και την άστατη φύση των γυναικών. Ο Ριγκολέττο λέει στην Τζίλντα ότι ο δούκας βρίσκεται μέσα στο σπίτι του δολοφόνου και προσπαθεί να κατακτήσει την αδελφή του Σπαραφουτσίλε, τη Μανταλένα (Bella figlia dell'amore - «`Ομορφο κορίτσι της αγάπης»).

Ο Ριγκολέττο διαπραγματεύεται με τον δολοφόνο, ο οποίος είναι έτοιμος να δολοφονήσει τον δούκα για χρήματα, και του προσφέρει 20 σκούδα. Λέει στην κόρη του να φορέσει ανδρικά ρούχα για να ετοιμαστεί να φύγει στη Βερόνα και ανακοινώνει ότι σχεδιάζει να την ακολουθήσει αργότερα. Καθώς πέφτει η νύχτα, μια καταιγίδα πλησιάζει και ο δούκας αποφασίζει να μείνει στο σπίτι για τη νύχτα. Ο Σπαραφουτσίλε του παραχωρεί το υπνοδωμάτιο του ισογείου.

Η Τζίλντα, η οποία ακόμα είναι ερωτευμένη με τον δούκα παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πως είναι άπιστος, επιστρέφει ντυμένη με ανδρικά ρούχα. Κρυφακούει τη Μανταλένα να ικετεύει για τη ζωή του δούκα και τον Σπαραφουτσίλε να της υπόσχεται ότι αν μέχρι τα μεσάνυχτα κάποιος άλλος μπορεί να βρεθεί στη θέση του δούκα, θα αντικαταστήσει με αυτόν το θύμα. Η Τζίλντα, σκεπτόμενη παρορμητικά, αποφασίζει να θυσιαστεί για τον δούκα και μπαίνει στο σπίτι. Ο δολοφόνος την τραυματίζει νομίζοντάς την για άνδρα, και εκείνη καταρρέει.

Τα μεσάνυχτα, όταν ο Ριγκολέττο επιστρέφει με τα χρήματα, του παραδίνεται ένα σώμα μέσα σε ένα σάκο, οπότε και πανηγυρίζει τον θρίαμβό του. Είναι έτοιμος να ρίξει τον σάκο, αφού τον βαρύνει με πέτρες, στο κοντινό ποτάμι, όταν ακούει τη φωνή του δούκα να τραγουδά την άρια La donna è mobile. Ο Ριγκολέττο, έκπληκτος, ανοίγει τον σάκο και προς μεγάλη του απελπισία ανακαλύπτει τη θυγατέρα του θανάσιμα τραυματισμένη. Εκείνη αναζωογονείται για μια στιγμή, ανακοινώνει ότι είναι ευχαριστημένη που πεθαίνει για τον αγαπημένο της (V'ho ingannato - «Πατέρα, σε παραπλάνησα») και μετά πεθαίνει στα χέρια του. Οι χειρότεροι φόβοι του Ριγκολέττο υλοποιούνται καθώς κραυγάζει με φρίκη: «Η κατάρα!».


Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Opera Statistics". Operabase. http://operabase.com/top.cgi?lang=en#opera. Ανακτήθηκε στις 8/5/2011.
  2. Κατάλογος των τραγουδιστών από τον Budden (βλ. πηγές), σ. 476.
  3. Operapaedia της `Οπερας του Σαν Ντιέγκο - Rigoletto (Cast).
  4. Η υπόθεση από τον Leo Melitz (βλ. πηγές).
  5. Η περιγραφή στο αρχικό λιμπρέτο: "Sala magnifica nel palazzo ducale, con porte nel fondo che mettono ad altre sale, pure splendidamente illuminate. Folla di Cavalieri e Dame che passeggiano nelle sale del fondo - Paggi che vanno e vengono - Nelle sale in fondo si vedrà ballare. Da una delle sale vengono parlando fra loro il Duca e Borsa." Μετάφραση: «Μεγαλοπρεπής αίθουσα στο δουκικό ανάκτορο, με θύρες στο πίσω μέρος που οδηγούν σε άλλα δωμάτια, επίσης πλούσια φωτισμένα. `Ενα πλήθος από ευγενείς, άνδρες και γυναίκες, κινούνται στα πίσω δωμάτια, υπηρέτες πηγαινοέρχονται, ενώ άλλοι καλεσμένοι φαίνονται να χορεύουν. Ο Δούκας της Μάντοβα και ο Μπόρσα εξέρχονται εξ ενός των δωματίων συνομιλώντας.»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Budden, Julian, The Operas of Verdi, Τόμος 1: From Oberto to Rigoletto. Λονδίνο: Cassell, 1984. ISBN 0-304-310581.
  • Holden, Amanda (Ed.), The New Penguin Opera Guide, Νέα Υόρκη: Penguin Putnam, 2001. ISBN 0-140-29312-4
  • Melitz, Leo, The Opera Goer's Complete Guide, έκδοση του 1921.
  • Phillips-Matz, Mary Jane, Verdi: A Biography, Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 1993. ISBN 0193132044

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Rigoletto της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).