Σομαλική πειρατεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σομαλοί πειρατές που φέρουν τυφέκια ΑΚ-47, εκτοξευτήρες ρουκετών RPG-7, και μικρότερα όπλα
Πειρατές ακινητοποιούν το πλήρωμα του Tian Yu No. 8

H πειρατεία στη Σομαλία υπήρξε απειλή στην παγκόσμια ναυσιπλοΐα από την αρχή ακόμη του Σομαλικού εμφυλίου πολέμου. Από το 2005, πολλοί παγκόσμιοι οργανισμοί, όπως ο Διεθνής Οργανισμός Ναυσιπλοΐας και το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Σίτισης, έχουν εκφράσει την ανησυχία τους για την αύξηση των κρουσμάτων πειρατείας στην ευρύτερη περιοχή. Η πειρατεία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους της ναυσιπλοΐας (λόγω της ανάγκης πρόσθετης ασφάλειας των διακινουμένων φορτίων, εμπορευμάτων) καθώς και την παρεμπόδιση διακίνησης των φορτίων ανθρωπιστικής βοήθειας. Το 90% των φορτίων του Παγκόσμιου Προγράμματος Σίτισης διακινούνται μέσω της θάλασσας, και έτσι τα πλοία αυτά έχουν ανάγκη στρατιωτικής συνοδείας.

Σύμφωνα με τον υπουργό εξωτερικών της Κένυα, οι Σομαλοί πειρατές έχουν λάβει πάνω από 150 εκατομμύρια δολάρια ως λύτρα τους τελευταίους 12 μήνες.

Τον Αύγουστο του 2008, η συσταθείσα Συνασπισμένη Δύναμη Κρούσης 150(CTF 150), μια διεθνής ναυτική δύναμη, ανέλαβε τον ρόλο διαφύλαξης μιας θαλάσσιας οδού δια μέσου του Κόλπου του Άντεν. Η έξαρση της παρατηρούμενης εκεί πειρατείας ανησύχησε επίσης την Ινδία, μιας και το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών οδών της περνούν από τον Κόλπο του Άντεν. Το Ινδικό Ναυτικό ανέλαβε δράση στέλνοντας ένα πολεμικό πλοίο στην περιοχή, στις 23 Οκτωβρίου 2008. Το Σεπτέμβρη του 2008, η Ρωσία ανακοίνωσε ότι θα μετάσχει και η ίδια σύντομα στην μάχη κατά της πειρατείας.

Στις 7 Οκτωβρίου 2008, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών συνέταξε την Οδηγία 1838 καλώντας τα κράτη των οποίων εμπορικά σκάφη διέρχονται από την περιοχή να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικές δυνάμεις για να περιορίσουν τα κρούσματα πειρατείας. Στο εκατοστό-πρώτο συμβούλιο του Διεθνούς Οργανισμού Ναυσιπλοΐας, η Ινδία πρότεινε την ανάπτυξη μιας ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην περιοχή, υπό ενιαία διοίκηση για την πάταξη της πειρατείας στη Σομαλία.

Το Νοέμβρη του 2008, οι Σομαλοί πειρατές άρχισαν τις καταλήψεις πλοίων στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου του Άντεν, στοχεύοντας σκάφη με προορισμό το λιμάνι της Μομπάσα στην Κένυα. Στις 11 Νοεμβρίου, απέτυχαν να καταλάβουν το MV Powerful, 60 ναυτικά μίλια νότια της ακτής της Υεμένης, μετά από επέμβαση του Βασιλικού Ναυτικού της Αγγλίας. Στις 19 Νοεμβρίου 2008 το Ινδικό Ναυτικό ανέφερε ότι η φρεγάτα INS Tabar που περιπολούσε στην περιοχή κατέστρεψε ένα πειρατικό πλοιάριο.

Από την αρχή του 2008 ως τις 19 Νοεμβρίου 2008 σημειώθηκαν συνολικά 95 πειρατικές επιθέσεις, από τις οποίες οι 39 πέτυχαν το σκοπό τους. Οι περισσότερες επιθέσεις γίνονται στον Κόλπο του Άντεν αλλά οι πειρατές επεκτείνουν την ακτίνα δράσης τους προς το νότο και τον Ινδικό Ωκεανό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κόλπος του Άντεν, σημαντική ναυτική δίοδος από τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό προς τη Μεσόγειο μέσω της διώρυγας του Σουέζ.

Η αναρχία που επικρατεί μετά την κατάρρευση της κεντρικής κυβέρνησης το 1991, σε συνδυασμό με τη θέση της στο Κέρας της Αφρικής, έχει καταστήσει τη Σομαλία ιδανικό προορισμό για πολλές ευρωπαϊκές αλιευτικές εταιρίες. Υπερσύγχρονα πλοία εισέρχονται παράνομα στα αφύλακτα σομαλικά χωρικά ύδατα και απομυζούν το θαλάσσιο πλούτο της χώρας, αποκομίζοντας κέρδη άνω των 300 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως και οδηγώντας σε απόγνωση τους ντόπιους ψαράδες[1].

Ακόμα χειρότερα, δυτικές εταιρίες επεξεργασίας αποβλήτων χρησιμοποιούσαν τα νερά της Σομαλίας επί μια δεκαετία για να ποντίζουν πυρηνικά, βιομηχανικά και νοσοκομειακά απόβλητα, κάτι που επιβεβαιωνόταν και από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΗΕ. Η χειροπιαστή απόδειξη ήλθε μετά το σεισμό της 26ης Δεκεμβρίου 2004, όταν το τσουνάμι ξέβρασε ολόκληρα κοντέινερ με βαρέλια αποβλήτων[2]. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι χιλιάδες άνθρωποι ασθένησαν και τριακόσιοι πέθαναν από την επαφή με τα βαρέλια[1].

Υπ' αυτές τις συνθήκες, μεγάλο τμήμα των επαγγελματιών αλιέων της περιοχής εξωθήθηκε στην πειρατεία από τις αρχές της περασμένης δεκαετίας. Αρχικά οι πειρατές ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν τα νερά τους πριν εμπλακούν ξένοι επιχειρηματίες ή στρατιωτικές δυνάμεις. Τα κρούσματα μειώθηκαν προσωρινά με την άνοδο των Ηνωμένων Ισλαμικών Δικαστηρίων στην εξουσία (2006), αλλά η πειρατική δραστηριότητα ανέκαμψε μετά την εισβολή της Αιθιοπίας το Δεκέμβρη του ιδίου έτους.

Αντιλαμβανόμενοι τα κέρδη της πειρατείας, μια και τα λύτρα συνήθως αποδίδονταν, οι τοπικοί φύλαρχοι άρχισαν να συνεπικουρούν τους πειρατές, μοιραζόμενοι από κοινού τα κέρδη. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι απαγωγείς δεν έβλαψαν τους ομήρους, ώστε να εξασφαλίσουν την απόδοση των λύτρων. Έχουν στηθεί ολόκληρες επιχειρήσεις και δίκτυα «παροχής υπηρεσιών» για την «περιποίηση» των ομήρων, με σταθερές προμήθειες σε ποτά και τσιγάρα.

Η Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας, έκανε κάποιες περιστασιακές προσπάθειες για να περιορίσει την πειρατεία, αφήνοντας ξένα πολεμικά σκάφη να περνούν από την περιοχή. Οι ενέργειες της κυβέρνησης της Πουντλάνδης υπήρξαν πιο αποτελεσματικές.

Τον Ιούνιο του 2008, μετά από επιστολή της Μεταβατικής Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης στον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία ζητούσε βοήθεια από τη διεθνή κοινότητα για να περιορίσει την πειρατεία και τις ένοπλες ληστείες εναντίον πλοίων στην ακτή της Σομαλίας, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ομοφώνως εξέδωσε την Οδηγία 1838 με την οποία διδόταν άδεια από την Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση σε άλλα κράτη να εισέλθουν στα χωρικά ύδατα της Σομαλίας και να αντιμετωπίσουν τους πειρατές. Οι επιχειρήσεις αυτού του είδους, στις οποίες πρωτοστατούν η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και ο Παναμάς, θα διαρκέσουν 6 μήνες. Η Γαλλία μάλιστα πρότεινε την επέκταση των επιχειρήσεων και σε άλλες περιοχές που αντιμετωπίζουν προβλήματα με την πειρατεία, όπως η Δυτική Αφρική, κάτι στο οποίο αντιτάχθηκαν το Βιετνάμ, η Λιβύη και κυρίως η Κίνα.

Στις 21 Νοεμβρίου 2008 το BBC ανακοίνωσε ότι το Ινδικό Ναυτικό έλαβε άδεια από τα Ηνωμένα Έθνη να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις στην περιοχή. Η κυβέρνηση της Αντίς Αμπέμπα κατηγόρησε την Ασμάρα ότι υποθάλπει τους Σομαλούς πειρατές, το Νοέμβριο του 2008.[3]

Μέτρα κατά της πειρατείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατιωτική παρουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aπό τις 22 Νοεμβρίου 2008, 10 πολεμικά πλοία του ΝΑΤΟ και 6 άλλων χωρών δραστηριοποιούνται στην περιοχή συνοδεύοντας τα εμπορικά σκάφη, και αποτρέποντας πειρατικές ενέργειες.

Στόλος της διεθνούς δύναμης CTF 150


Η Ρωσία και η Ινδία δήλωσαν πως διατίθενται να αποστείλουν περισσότερα πλοία στην περιοχή, δεδομένου ότι θα τους παραχωρηθούν περισσότερες δικαιοδοσίες από τη Σομαλική κυβέρνηση. Η Γερμανία προσφέρθηκε να στείλει χερσαία δύναμη στην περιοχή, για επιχειρήσεις το Δεκέμβρη. Τέλος, το Πακιστάν δήλωσε πρόθυμο να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών.

Συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πάταξη της πειρατείας συμμετέχει η Ευρωπαϊκής Ένωση με την οργάνωση της Επιχείρησης Αταλάντα η οποία είναι και η πρώτη ναυτική αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συμμετοχή της Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετά πλοία Ελληνικών συμφερόντων απήχθησαν ή δέχτηκαν επιθέσεις από πειρατές στην περιοχή, με τελευταίο το δεξαμενόπλοιο "Μαράν- Κένταυρους"[4]. Η Ελληνική φρεγάτα Ψαρά έχει τεθεί επικεφαλής της Ευρωπαϊκής δύναμης, ενώ Τακτικός διοικητής της δύναμης έχει τοποθετηθεί ο αρχιπλοίαρχος Αντώνης Παπαϊωάννου.

Σύμφωνα με τον ίδιο η Ελλάδα έχει μεγάλο ενδιαφέρον στην περιοχή, λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει το μεγαλύτερο στόλο στην Ευρώπη και τον δεύτερο μεγαλύτερο στον κόσμο.[5]

Συμμετοχή του Αραβικού Συνδέσμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάληψη ενός Αιγυπτιακού πλοίου και ενός τεράστιου πετρελαιοφόρου αξίας 100 εκατομμυρίων δολαρίων από Σομαλούς πειρατές, ο Αραβικός Σύνδεσμος, μετά από μια σύσκεψη στο Κάιρο,κάλεσε τις χώρες γύρω από την Ερυθρά Θάλασσα να λάβουν μέτρα για την κατάσταση.

Ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο να αποστείλει ο Σύνδεσμος ναυτικές δυνάμεις που θα πάρουν μέρος στις επιχειρήσεις.

Πειρατές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προφίλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή της Πουντλάνδης

Οι περισσότεροι πειρατές είναι ηλικίας 20-35 ετών και κατάγονται από την Πουντλάνδη της βορειοανατολικής Σομαλίας. Το Πρόγραμμα Υποστήριξης Ναυτικών Ανατολικής Αφρικής εκτιμά ότι υπάρχουν τουλάχιστον 5 διαφορετικές δρώσες ομάδες πειρατών, αριθμώντας συνολικά 1.000 ένοπλους άνδρες. Σύμφωνα με μια αναφορά του BBC, οι πειρατές μπορούν να διακριθούν στις 3 παρακάτω κατηγορίες :

  • Τοπικοί ψαράδες, που θεωρούνται οι οργανωτές των επιχειρήσεων, καθώς γνωρίζουν καλά τα γύρω ύδατα .
  • Πρώην μέλη της πολιτοφυλακής που μισθώνονταν από τους τοπικούς φύλαρχους .
  • Τεχνικοί που εξειδικεύονται στη χρήση συστημάτων πλοήγησης GPS .

Προοίμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν υπάρχουν ακριβή δεδομένα για την οικονομική κατάσταση της Σομαλίας, αλλά με Κατά Κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της τάξεως των 600 δολαρίων ανά χρόνο, παραμένει μια από τις πιο φτωχές χώρες στον πλανήτη. Εκατομμύρια Σομαλοί βασίζονται στην παροχή ανθρωπιστικής επισιτιστικής βοήθειας και το 2008, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το 73% του πληθυσμού ζει με λιγότερο από 2 δολάρια τη μέρα. Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με τις επιχειρήσεις πειρατείας που απέβησαν ιδιαίτερα επικερδής, ώθησαν τους νέους να ενταχθούν σε συμμορίες πειρατών που κατάφεραν να γίνουν μέλη της τοπικής κοινωνικής και οικονομικής ελίτ λόγω του πλούτου και της δύναμης που συγκέντρωσαν ενώ διεξάγουν πολυτελή ζωή.

Συνέπειες σε τοπικό επίπεδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρξαν αρνητικές και θετικές συνέπειες από την οικονομική επιτυχία των πειρατών. Οι κάτοικοι των γύρω περιοχών δηλώνουν φυσικά ότι η παρουσία ενόπλων ανδρών τους δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας, ενώ η χρηματική σπατάλη των πειρατών δημιουργεί άσχημες μεταπτώσεις στην τοπική ισοτιμία συναλλάγματος. Στον αντίποδα, πολλοί άλλοι κάτοικοι βλέπουν με καλό μάτι την παρουσία των πειρατών, καθώς η εισροή του πειρατικού χρήματος έχει ωφελήσει τις υποβαθμισμένες πόλεις, με τους κατοίκους να απολαμβάνουν αγαθά άγνωστα μέχρι τότε σε αυτούς, και πολλές φορές με την ανάγκη δημιουργίας νέων «θέσεων εργασίας».

Οπλισμός και πόροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πειρατές «προμηθεύονται» τα περισσότερα όπλα τους από την Υεμένη και τη Μογκαντίσου, πρωτεύουσα της Σομαλίας. Οι λαθρέμποροι όπλων μεταφέρουν τα όπλα από τη Μογκαντίσου στην Πουντλάνδη, όπου οι πειρατές πληρώνουν το αντίτιμο, μέσω μιας τοπικής διαδικασίας συναλλαγών (χαβάλα). Διάφορες φωτογραφίες των πειρατών «μαρτυρούν» ότι ο οπλισμός τους συνίσταται κυρίως σε τυφέκια εφόδου ΑΚ47, εκτοξευτές ρουκετών RPG-7, χειροβομβίδες, καθώς και ημιαυτόματα πιστόλια.

Τα λύτρα ρίπτονται από ελικόπτερα, ή αφήνονται σε μικρότερα σκάφη. Για την καταμέτρησή των χρημάτων και την πιστοποίηση της αυθεντικότητας τους, οι πειρατές χρησιμοποιούν μηχανήματα που προμηθεύονται από το Ντουμπάι, το Τζιμπουτί, και άλλες περιοχές.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές & Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Piracy in Somalia της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).