Ρομπέρ Μπραζιγιάκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Μπραζιγιάκ (δεύτερος από αριστερά με μαύρα γυαλιά)

Ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ (Robert Brasillach, Περπινιάν 31 Μαρτίου 1909 - Παρίσι 6 Φεβρουαρίου 1945) υπήρξε Γάλλος συγγραφέας του Μεσοπολέμου. Δοκιμάστηκε στα περισσότερα είδη του γραπτού λόγου και στην εποχή του θεωρείτο ως ανερχόμενο αστέρι των γαλλικών γραμμάτων.

Στις μέρες μας είναι γνωστός κυρίως για το ρόλο του κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν υπήρξε ένθερμος προπαγανδιστής της Κυβέρνησης του Βισύ και εν γένει της κατάκτησης της πατρίδας του από το Τρίτο Ράιχ. Για τη δράση του αυτή συνελήφθη ως δωσίλογος μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας, οδηγήθηκε σε δίκη και τυφεκίσθηκε. Έκτοτε αποτελεί πρόσωπο-σύμβολο της γαλλικής Άκρας Δεξιάς.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπραζιγιάκ γεννήθηκε το 1909 στην πόλη Περπινιάν των Πυρηναίων και σπούδασε στη φημισμένη Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Στις αρχές της δεκαετίας του '30, ξεκίνησε να εκδίδει τα πρώτα του διηγήματα. Παράλληλα εργαζόταν ως κριτικός στο πολιτικό περιοδικό Action Francaise (Γαλλική Δράση), επίσημο όργανο της ομώνυμης φιλομοναρχικής - εθνικιστικής οργάνωσης του Σαρλ Μωρά.

Μετά τη νύχτα της 6ης Φεβρουαρίου 1934, όταν το Παρίσι συγκλονίστηκε από τις συγκρούσεις μεταξύ ακροδεξιών και αριστερών ομάδων, ο Μπραζιγιάκ τάχθηκε ανοικτά υπέρ του φασισμού και του αντισημιτισμού. Εκείνη την περίοδο δεν αποτελούσε απολύτως «στρατευμένο» συγγραφέα: μπορεί οι πολιτικές του αντιλήψεις να επηρέαζαν έντονα τα διηγήματά του, αλλά ως κριτικός εκδήλωνε ανυπόκριτο θαυμασμό για δημιουργούς όπως ο Σοβιετικός (και Εβραίος) Σεργκέι Αϊζενστάιν ή ο κομμουνιστής Τσάρλι Τσάπλιν. Η δε δίτομη Ιστορία του Κινηματογράφου (Histoire du cinema), την οποία συνέγραψε με τον κουνιάδο του Μωρίς Μπαρντές σε ηλικία μόλις 26 ετών, αποτέλεσε επί πολλά χρόνια μία από τις πλέον επιδραστικές μελέτες για την έβδομη τέχνη.

Ταύτιση με το ναζισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1936 ξεκίνησε να γράφει στη Je Suis Partout («Είμαι Παντού» - σύνθημα της Άκρας Δεξιάς), μια λαϊκίστικη εφημερίδα που δεν έκρυβε τη συμπάθειά της για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γερμανίας, και την επόμενη χρονιά αναβαθμίστηκε σε αρχισυντάκτη.

Υπό τον Μπραζιγιάκ η εφημερίδα ταυτίστηκε με τον εθνικοσοσιαλισμό, ιδίως τις ρατσιστικές πτυχές του, κυκλοφορώντας το 1938 δύο μονοθεματικά φύλλα - μνημεία αντισημιτισμού: Les Juifs (Οι Εβραίοι) και Les Juifs et la France (Οι Εβραίοι κι η Γαλλία). Η ρητορική της ήταν τόσο ακραία ακόμα και για τις ιδιαίτερες συνθήκες του Μεσοπολέμου, που ο εκδότης της έσπευσε να την ξεφορτωθεί πουλώντας την όσο-όσο, ενώ λίγο πριν το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου απαγορεύθηκε η κυκλοφορία της.

Κατά τη γερμανική εισβολή (Μάιος 1940) ο Μπραζιγιάκ κλήθηκε στο μέτωπο, όπου αιχμαλωτίστηκε από τη Βέρμαχτ, αλλά στις αρχές του 1941 αφέθηκε ελεύθερος. Επιστρέφοντας στο Παρίσι ξανάνοιξε την Je Suis Partout ως εκδότης και καθιερώθηκε σε πνευματικό ηγέτη της φιλογερμανικής διανόησης, υπερασπιζόμενος θεωρητικά την Κυβέρνηση του Βισύ και καλώντας διαρκώς τις κατοχικές αρχές να εκτελέσουν τους Εβραίους και τους πολιτικούς της χώρας.

Παρόλα αυτά το 1943 ο Μπραζιγιάκ θεωρήθηκε πως επέβαλλε μετριοπαθή και «διανοουμενίστικη» γραμμή στο έντυπο και αντικαταστάθηκε από τον ακόμα πιο ακραίο Πιερ-Αντουάν Κουστώ (αδελφό του διάσημου ωκεανογράφου Ζακ-Υβ). Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μπραζιγιάκ άλλαξε στάση, τουναντίον το 1944 υπέγραψε μια έκκληση να εκτελεστούν με συνοπτικές διαδικασίας όλα τα φυλακισμένα μέλη της Γαλλικής Αντίστασης.

Δίκη και εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την απελευθέρωση του Παρισιού (Αύγουστος 1944) και την ανάληψη της διακυβέρνησης από το στρατηγό Ντε Γκωλ, ο Μπραζιγιάκ αναζήτησε καταφύγιο στη σοφίτα ενός φιλικού σπιτιού, αστειευόμενος μάλιστα κυνικά στο ημερολόγιό του πως μιμείται τους Εβραίους που έζησαν έτσι επί τέσσερα χρόνια. Τελικά παραδόθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου, όταν έμαθε πως είχε συλληφθεί η μητέρα του. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του ασχολήθηκε απερίσπαστος με τη συγγραφή και μεγάλο μέρος του συνολικού έργου γράφτηκε στο κελί μέχρι την έναρξη της δίκης του.

Η δίκη ξεκίνησε στο Παρίσι στις 19 Ιανουαρίου 1945, με την κατηγορία της συνεργασίας με τον εχθρό. Σε μια αγόρευση που σήμερα μοιάζει χυδαία αλλά αντανακλά το φορτισμένο κλίμα των ημερών, ο εισαγγελέας ξεκίνησε περιγράφοντας τον προφανή αντισημιτισμό και τη φιλοναζιστική στάση του κατηγορουμένου, για να κορυφώσει με την διαπίστωση ότι ο Μπραζιγιάκ κοιμήθηκε με τον εχθρό και ενέκρινε τη διείσδυσή του. Παρέπεμπε έτσι στην ομοφυλοφιλία του, καθώς και σε ένα σχόλιο που φέρεται να είχε κάνει ο Μπραζιγιάκ λίγο πριν την απελευθέρωση, ότι η Γαλλία κοιμήθηκε με τη Γερμανία και θα το θυμάται με τρυφερότητα. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν καταδίκη σε θάνατο.

Η καταδίκη δίχασε τους γαλλικούς λογοτεχνικούς κύκλους. Σπουδαίες προσωπικότητες των γραμμάτων όπως οι Φρανσουά Μωριάκ, Πωλ Βαλερύ, Αλμπέρ Καμύ, Ζαν Κοκτώ και Ζαν Ανούιγ, απέστειλαν μια έκκληση προς τον Ντε Γκωλ να μετριάσει την ποινή σε ισόβια δεσμά, με το σκεπτικό ότι οι ιδέες και η ρητορική του ήταν μεν καταδικαστέες, αλλά δεν μπορεί να εκτελεστεί κάποιος βάσει αυτών (σημειωτέον ότι για πολλούς απ' τους υπογράφοντες ο Μπραζιγιάκ είχε ζητήσει να εκτελεστούν επί κατοχής). Άλλοι, όπως οι Ζαν-Πωλ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ, αρνήθηκαν να υπογράψουν.

Υποστηρίζεται από πολλούς ότι, εάν επρόκειτο για άλλο πρόσωπο, ο Ντε Γκωλ ίσως αποδεχόταν την έκκληση. Ο Μπραζιγιάκ όμως από τις στήλες της εφημερίδας του είχε καλέσει πολλές φορές τους Γερμανούς να εκτελέσουν το Ζωρζ Μαντέλ, έναν δεξιό πολιτικό που ο στρατηγός θαύμαζε - και που δολοφονήθηκε από παραστρατιωτικούς στο Φονταινεμπλώ λίγες εβδομάδες πριν την απελευθέρωση. Έτσι ο Ντε Γκωλ τελικά επικύρωσε τη θανατική καταδίκη και ο Μπραζιγιάκ εκτελέστηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1945.

Ιδιαίτερες απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ιδιότυπο θεωρητικό σύμπαν του Μπραζιγιάκ, τουλάχιστον προπολεμικά, ακουμπούσε περισσότερο στο φασισμό και τον αντικομμουνισμό παρά στο ναζισμό. Οραματιζόταν έναν «φασισμό αλα γαλλικά» που θα έδιωχνε τους Εβραίους και τους πολιτικούς και θα αποκαθιστούσε τη μοναρχία, σύμμαχο αλλά όχι αντίγραφο του ναζισμού. Υπ' αυτήν την έννοια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εθνικιστής διανοούμενος, ο οποίος στις συγκεκριμένες πολώσεις της εποχής του επέλεξε να συμμαχήσει με τους Γερμανούς και εν τέλει ταυτίστηκε με αυτούς - μια περίπτωση παρόμοια με το Λα Ροσέλ.

Πραγματικό ίνδαλμά του δεν ήταν ο Χίτλερ ή ο Μουσολίνι αλλά ο Βαλλόνος Λεόν Ντεγκρέλ, επικεφαλής του ρεξιστικού κινήματος στο Βέλγιο, τις ιδέες του οποίου έκανε γνωστές στο γαλλικό κοινό το 1936 με το βιβλίο Léon Degrelle et l'avenir de Rex (Ο Λεόν Ντεγκρέλ και το μέλλον του ρεξιστικού κόμματος). Θαύμαζε ακόμα τους Ισπανούς Φαλαγγίτες και μεταξύ 1936-1939 έγραψε δύο ιστορικά έργα για τον Ισπανικό Εμφύλιο, τα Les Cadets de l'Alcazar (Οι Δόκιμοι του Αλκαζάρ) και Histoire de la guerre d’Espagne (Ιστορία του πολέμου της Ισπανίας). Επίσης το θεωρούμενο ως κορυφαίο διήγημά του, το Les Sept Couleurs (Τα Επτά Χρώματα - υποψήφιο για Βραβείο Γκονκούρ το '39), τελειώνει με την όμορφη Κατρίν να επιλέγει τον εθελοντή φαλαγγίτη Φρανσουά παρά το ναζιστή Πατρίς.

Συστηματοποιημένες βρίσκουμε τις ιδέες του στο Lettre à un soldat de la classe 60 (Γράμμα σε έναν στρατιώτη της κλάσης του '60), τον απολογισμό της ζωής του που έγραψε ενόσω ήταν προφυλακισμένος. Το κείμενο βασίζεται στην πρόβλεψη είναι ότι ένας νέος της κλάσης του 1960, δηλ. γεννημένος με την έναρξη της γερμανικής κατοχής, θα νιώθει δέος για τη Ναζιστική Γερμανία. Παρουσιάζεται αμετανόητος για τη στάση του και παραδέχεται ότι έγιναν ακρότητες από τους κατακτητές, αλλά τις παρουσιάζει ως ιστορικά αναπόφευκτες, συμψηφίζοντάς τες με τις αντίστοιχες ακρότητες των συμπατριωτών του στην Ινδοκίνα. Επίσης δεν αποκηρύσσει τον αντισημιτισμό, έστω κι αν γράφει πως θα διαφωνούσε με το Ολοκαύτωμα, εάν το είχε μάθει έγκαιρα. Ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο είναι η πρόβλεψη πως μεταπολεμικά η Γαλλία και η Γερμανία θα έλθουν πολύ κοντά χάρη στους δεσμούς που αναπτύχθηκαν κατά την περίοδο της κατοχής - κάτι που δικαιώθηκε μεν ως εκτίμηση, αλλά προφανώς όχι για το λόγο που αναφέρει.

Η εκτέλεση μετέτρεψε τον Μπραζιγιάκ σε «μάρτυρα» της Άκρας Δεξιάς. Νέος, γοητευτικός και διανοούμενος, έγινε ο Τζέιμς Ντην της Ακροδεξιάς, σύμφωνα με τη βιογράφο του Άλις Κάπλαν.

Σχετικά άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενδεικτική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • William R. Tucker, Fascist Ego: A Political Biography of Robert Brasillach. Εκδότης University of California Press, 1975, ISBN 0520027108.
  • Peter D. Tame, The Ideological Hero in the Novels of Robert Brasillach, Roger Vailland & Andre Malraux . Εκδότης Peter Lang Inc, 1998, ISBN 0-8204-3126-5.
  • Άλις Κάπλαν, Ο άνθρωπος του εχθρού - η δίκη και η εκτέλεση του Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, 2000. Ελληνική έκδοση με πρόλογο Κωστή Παπαγιώργη, εκδότης Modern Times, 2006, ISBN 978-960-441-247-1.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Robert Brasillach της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Robert Brasillach της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Je suis partout της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).