Επίρρημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Επίρρημα είναι ένα άκλιτο μέρος του λόγου το οποίο προσδιορίζει ρήματα ή προτάσεις. Κάθε επίρρημα είναι ή ανήκει σε επιρρηματικό σύνολο, το οποίο αποτελείται από περισσότερα επιρρήματα. Σε κάθε γλώσσα συνήθως το επίρρημα δημιουργείται προσθέτοντας στο θέμα και μια κατάληξη, χαρακτηριστική της γλώσσας.

Στα ελληνικά υπάρχει και άλλη μία κατηγορία επιρρημάτων, η οποία προήλθε από το σύστοιχο αντικείμενο. Η χαρακτηριστική κατάληξη των επιρρημάτων στα ελληνικά είναι η κατάληξη -ως, η χρήση της οποία έχει πλέον περιοριστεί έναντι της κατάληξης σε -α. Η άλλη κατηγορία επιρρημάτων λήγει σε -α. Αρχικά, σε κάποιες προτάσεις υπήρχε το σύστοιχο αντικείμενο, το οποίο βρισκόταν στην αιτιατική πληθυντικού του ουδέτερου γένους. Αργότερα, το αντικείμενο χρησιμοποιήθηκε στο λόγο σαν επίρρημα και σταδιακά έγινε επίρρημα, καθώς αυτού του είδους τα επιρρήματα άρχισαν να χρησιμοποιούνται και σε μη σύστοιχα ρήματα.

Τα επιρρήματα είναι: α) Τοπικά: (που): εδώ, εκεί, μέσα, έξω, βόρεια, νότια. β) Χρονικά: (πότε): σήμερα, τώρα, πέρυσι, έπειτα, κάποτε,. γ) Τροπικά: (πως): έτσι, μαζί, όπως, αλλιώς, ξαφνικά δ) Ποσοτικά: (πόσο): λίγο, πολύ, τόσο, κάμποσο, περισσότερο. ε) Βεβαιωτικά: ναι, μάλιστα, βέβαια, αλήθεια, σωστά. στ) Διστακτικά: ίσως, τάχα, δήθεν, πιθανόν, άραγε. ζ) Αρνητικά: όχι, δεν, μην.