Καρλ Νταίνιτς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καρλ Νταίνιτς

Ο Μέγας Ναύαρχος (Grossadmiral) Καρλ Νταίνιτς (Karl Dönitz, 16 Σεπτεμβρίου 1891 - 24 Δεκεμβρίου 1980) ήταν από το 1936 ο διοικητής του στόλου των υποβρυχίων (Befehlshaber der Unterseeboote) της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και από τον Ιανουάριο του 1943, μετά την παραίτηση του Αρχιναυάρχου Έριχ Ραίντερ (Erich Raeder), Αρχηγός του Πολεμικού Ναυτικού (Kriegsmarine).

Υποδειχθείς από τον Χίτλερ διάδοχός του, μετά την αυτοκτονία του, στις 30 Απριλίου 1945, ανέλαβε αρχηγός του κράτους σχηματίζοντας κυβέρνηση κατ΄ εντολή της οποίας το Αρχηγείο των γερμανικών δυνάμεων συνθηκολόγησε με τους συμμάχους. Τέλος συνελήφθη από τους Άγγλους υπό των οποίων και εισήχθη στο Διεθνές Στρατοδικείο της Νυρεμβέργης όπου και καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη.

Σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νταίνιτς γεννήθηκε στο Γκρύναου (Grünau) του Βερολίνου, μικρότερος γιος του μηχανικού Έμιλ Νταίνιτς και της Άννα Μπάγερ (Anna Beyer). Μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο Φρίντριχ. Στις 4 Απριλίου 1910 κατατάχθηκε στη Ναυτική Ακαδημία του Αυτοκρατορικού Ναυτικού (Kaiserliche Marine) ως ναυτικός δόκιμος (Seekadett) και ένα χρόνο αργότερα έλαβε το βαθμό του σημαιοφόρου (Fähnrich zur See). Το 1913 προάχθηκε σε ανθυποπλοίαρχο (Leutnant zur See) και, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τοποθετήθηκε στο ελαφρύ καταδρομικό "Μπρεσλάου" (SMS Breslau), το οποίο βρισκόταν τότε στη Μεσόγειο. Το 1914 το πλοίο του, μαζί με το "Γκαίμπεν" (SMS Goeben) παραχωρήθηκαν μαζί με τα πληρώματά τους και ακολούθως πωλήθηκαν στο Ναυτικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου και ενεπλάκη σε ναυμαχίες στην Μαύρη Θάλασσα με το Ναυτικό του Τσάρου.

Τον Μάρτιο του 1916, συνεχίζοντας υπηρεσία επί του Μπρεσλάου προήχθη στον βαθμό του υποπλοιάρχου (Oberleutnant zur See)[1]. Λίγο καιρό αργότερα το πλοίο (που μετονομάσθηκε σε "Μίντιλλι", Μυτιλήνη) επανήλθε στη Κωνσταντινούπολη για επισκευές και ο Νταίνιτς τοποθετείται προσωρινά ως Διοικητής στο μικρό αεροδρόμιο των Δαρδανελλίων. Από εκεί κάνει αίτηση για να μετατεθεί στις γερμανικές υποβρύχιες ναυτικές δυνάμεις και η αίτησή του ικανοποιείται τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.
Αρχικά τοποθετήθηκε αξιωματικός ναυτιλίας - κατεύθυνσης στο υποβρύχιο U-39 και τον Φεβρουάριο του 1918 αναλαμβάνει κυβερνήτης στο υποβρύχιο UC-25. Σε αυτό παραμένει ως τις αρχές Σεπτεμβρίου, οπότε και μετατίθεται στο UB-68. Το σκάφος του βυθίζεται στις 4 Οκτωβρίου από βρετανικές δυνάμεις, παρασύροντας 6 μέλη του πληρώματος στο θάνατο, ενώ ο Νταίνιτς γλιτώνει και συλλαμβάνεται αιχμάλωτος των Βρετανών. Μετά τη λήξη του Α' Π.Π., το 1918, ο Νταίνιτς απελευθερώνεται και επιστρέφει στην ηττημένη Γερμανία, το 1919[2].

Κατά το Μεσοπόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νταίνιτς συνεχίζει να παραμένει στο Ναυτικό και το 1921, ονομάζεται υποπλοίαρχος του αναδιοργανωμένου Ναυτικού (Vorläufige Reichsmarine), που όμως υπόκειται και αυτό στους όρους που υπαγορεύει η βαρύτατη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Τα υποβρύχια, ουσιαστικά απαγορεύονται και ο Νταίνιτς τοποθετείται Κυβερνήτης σε τορπιλοβόλα μέχρι το 1928, οπότε και προάγεται σε Πλωτάρχη (Korvettenkapitän). Το 1933 προάγεται σε Αντιπλοίαρχο (Fregattenkapitän) και του ανατίθεται η διοίκηση του εκπαιδευτικού καταδρομικού "Έμντεν" (Emden), το οποίο είχε ως αποστολή την εκπαίδευση χαμηλόβαθμων αξιωματικών του Ναυτικού. Στις 1 Σεπτεμβρίου ονομάζεται Πλοίαρχος (Kapitän zur See) και τοποθετείται επικεφαλής του 1ου υποβρυχιακού στολίσκου (ο οποίος, τότε, διέθετε μόνο τρία πολύ μικρά σκάφη, τα U-7, U-8 και U-9). Το 1935 το Ναυτικό μετονομάζεται από Reichsmarine σε Kriegsmarine και το νεοπαγές Ναζιστικό καθεστώς αγνοεί όλες τις απαγορεύσεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αρχίζοντας το ναυτικό εξοπλιστικό πρόγραμμα από τα υποβρύχια. Το 1936 ο Νταίνιτς τοποθετείται επικεφαλής όλου πλέον του Στόλου των Υποβρυχίων (Führer der Unterseeboote, FdU).

Σύντομα όμως έρχεται σε αντίθεση με τον Αρχιναύαρχο Έριχ Ραίντερ, ο οποίος δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός υποστηρικτής του υποβρυχιακού πολέμου. Ακολούθως έρχεται, από κοινού με τον Ραίντερ, σε σύγκρουση και με τον Χέρμαν Γκέρινγκ, ο οποίος, ως υπεύθυνος του τετραετούς σχεδίου ανάπτυξης του Ράιχ, αρνείται να διαθέσει πόρους για την ανάπτυξη ισχυρού Ναυτικού και, φυσικά, και του στόλου των υποβρυχίων. Ο ίδιος ο Νταίνιτς υποστήριξε ότι, αν επρόκειτο να αντιπαρατεθεί με τον Βρετανικό Στόλο, θα χρειαζόταν περίπου 1.000 υποβρύχια. Ο σχεδιασμός του Γερμανικού Ναυτικού, ωστόσο, δεν επέτρεψε στην Γερμανία να διαθέτει, το 1939, περισσότερα από 57, τα οποία ήσαν ολοσχερώς ακατάλληλα για υπερπόντια δράση στον Ατλαντικό Ωκεανό (ήταν εκτοπίσματος μόνον 250 τόνων)[1] και, αρχικά, λόγω έλλειψης επαρκούς οργάνωσης, δεν ήταν δυνατή η ταυτόχρονη παρουσία 5 - 6 σκαφών στη θάλασσα.

Παράλληλα, ωστόσο, πρότεινε, ήδη από το 1936, μια νέα ναυτική στρατηγική για την εξουδετέρωση της Βρετανίας σε περίπτωση πολέμου: Να υπάρξει ένας υποβρυχιακός στόλος αρκετά ισχυρός, ώστε να κτυπήσει τα εμπορικά πλοία της Βρετανίας και κυρίως, τα μεταφοράς καυσίμων. Έτσι, με σχετικά μικρότερο κίνδυνο, θα μπορούσε να στερήσει από την Βρετανία τους απαραίτητους πόρους για να κινήσει τα πολεμικά σκάφη της. Ζήτησε, λοιπόν, τη ναυπήγηση 300 υποβρυχίων, νεότερου (και μεγαλύτερου) τύπου "Type VIIB". Η ναυπήγηση αυτών πράγματι ξεκίνησε, αλλά ελάχιστα σκάφη ήταν έτοιμα όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος με την Βρετανία, ενώ ποτέ δεν έφθασε τον προβλεπόμενο αριθμό μηνιαίας παραγωγής (25 σκάφη ανά μήνα).[3]

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύρραξη βρίσκει τον Νταίνιτς επικεφαλής του υποβρυχιακού στόλου. Βλέποντας ότι δεν διαθέτει μεγάλο αριθμό των απαραίτητων σκαφών (πράγματι, δεν μπορούσε να διαθέσει ταυτόχρονα πάνω από 7-8 σκάφη στον Ατλαντικό), αποφασίζει την υιοθέτηση μιας νέας τακτικής, της "τακτικής της αγέλης" (Rudeltaktik): Ειδοποιημένα από ένα σκάφος, τρία ή τέσσερα άλλα υποβρύχια επιτηρούν μια νηοπομπή, στην οποία επιτίθενται, όλα μαζί, όποτε βρουν την κατάλληλη ευκαιρία, συνήθως την νύκτα και πλέοντας στην επιφάνεια. Παρά τις ελλείψεις σε σκάφη, η τακτική αυτή αποδίδει και επιφέρει στον Βρετανικό (και στη συνέχεια στον Συμμαχικό) εμπορικό Στόλο τρομακτικές ζημιές. Ο Νταίνιτς στηρίζεται σε δύο παράγοντες: Στην αρχική - σχεδόν ολοσχερή - έλλειψη οργάνωσης ανθυποβρυχιακού πολέμου από πλευράς Βρετανών και στην τόλμη των Κυβερνητών των σκαφών του.

Το πρώτο Βρετανικό σκάφος που βύθισαν τα υποβρύχια του Νταίνιτς ήταν, στις 3 Σεπτεμβρίου 1939, το υπερωκεάνειο "Αθίνια" (Athenia), 13.500 τόνων. Θύματα συνολικά 112 επιβάτες, από τους οποίους 28 Αμερικανοί. Το ναζιστικό καθεστώς προβάλλει με περίεργο τρόπο το γεγονός: Αρνείται την καταβύθιση του σκάφους από γερμανικό υποβρύχιο και, μέσω της εφημερίδας "Völkischer Beobachter" (Λαϊκός Παρατηρητής), οργάνου του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, υποστηρίζει ότι ο Ουίνστων Τσώρτσιλ, τότε επικεφαλής του Βρετανικού Ναυαρχείου, έβαλε μια "καταχθόνια συσκευή" στο σκάφος, χωρίς να λάβει υπόψη του τους 1500 επιβάτες του, για να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Γερμανίας - ΗΠΑ[4]. Η εφημερίδα, ως όργανο προπαγάνδας, ψεύδεται: Το "Αθίνια" βυθίστηκε από το γερμανικό U-30 , με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Φριτς-Γιούλιους Λεμπ (Fritz-Julius Lemp)[5] . Το "Αθίνια" είναι το πρώτο από συνολικά 2.603 πλοία κάθε εθνικότητας που θα βυθίσουν τα υποβρύχια του Νταίνιτς κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Ακολούθησε, δύο μέρες αργότερα, το ατμόπλοιο "Ρόγιαλ Σεπτρ" (Royal Sceptre)[6] από το υποβρύχιο U-48 με κυβερνήτη τον Χέρμπερτ Σούλτσε (Herbert Schultze), ο οποίος, μάλιστα, έστειλε τηλεγράφημα στο Βρετανικό Ναυαρχείο (υπόψιν κ. Τσώρτσιλ προσωπικώς), ανακοινώνοντας την θέση βύθισης του σκάφους (300 μίλια νότια του ακρωτ. Φινιστέρου) και ζητώντας να ληφθεί μέριμνα για την περισυλλογή των επιζώντων (εννέα μέλη του πληρώματος και ο Πλοίαρχος είχαν φονευθεί από τα πυρά του υποβρυχίου)[4].

Ο υποβρυχιακός πόλεμος προκάλεσε σημαντικά προβλήματα στους Άγγλους, ακόμη και όταν αυτοί οργάνωσαν ανθυποβρυχιακό πόλεμο. Η τόλμη των Γερμανών κυβερνητών ήταν τέτοια, που έφθασαν να τορπιλίσουν σκάφη μέχρι και στο εσωτερικό αγγλικών ναυτικών βάσεων [7] και στον Κόλπο της Νέας Υόρκης. Η πλήρης χρεωκοπία, ωστόσο, του πολέμου των υποβρυχίων επήλθε όταν Αμερικανοί και Βρετανοί εφοδίασαν σκάφη συνοδείας με ραντάρ μεγάλης ακτίνας: Τα γερμανικά υποβρύχια, ως τότε, αναδύονταν μόλις νύχτωνε, για να ανανεώσουν τον αέρα στο εσωτερικό τους, να φορτίσουν τους συσσωρευτές τους και να αντισταθμίσουν την βραδύτητα της εν καταδύσει πορείας (η οποία έφθανε μόλις τους 7 έως 8 κόμβους). Με τη βοήθεια του ραντάρ οι Σύμμαχοι τα εντόπιζαν και εξαπέλυαν συντονισμένες επιθέσεις εναντίον τους, συχνά με αεροσκάφη. Ο Νταίνιτς, ο οποίος είχε πρόσφατα θέσει σε υπηρεσία υποβρύχια - ανεφοδιαστικά υποβρυχίων (μετέφεραν μέχρι 600 τόνους μαζούτ), όταν πληροφορήθηκε τις συνθήκες καταβύθισης των σκαφών του πρότεινε στον Χίτλερ τον περιορισμό των εξόδων και την κατασκευή άλλου τύπου υποβρυχίων. Ο Φύρερ εξεμάνη, λέγοντάς του ότι αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας του και οι Αγγλοαμερικανοί δεν μπορούν να εποπτεύουν ολόκληρο ωκεανό. Ο Νταίνιτς υποχρεώνεται να εντείνει ξανά τις περιπολίες των σκαφών του, αλλά η απώλεια 25 σκαφών μέσα σε λιγότερο από μήνα τον δικαιώνει. Υιοθετεί το "σνόρχελ", ένα σωλήνα με βαλβίδα που επιτρέπει στα υποβρύχια να πλέουν με τους πετρελαιοκινητήρες σε κατάδυση, αλλά η κατάσταση δεν βελτιώνεται ούτε ύστερα από αυτό. Παρά τις κραυγές του Χίτλερ "αν εγκαταλείψω τον υποβρυχιακό πόλεμο, η τάφρος ασφαλείας μας, που είναι ο Ατλαντικός, δεν θα υπάρχει πλέον", ο Νταίνιτς περιορίζει τις υποβρύχιες περιπολίες, για έναν ακόμη λόγο: Αν και τα γερμανικά ναυπηγεία καταφέρνουν να παραδίδουν ικανοποιητικό αριθμό υποβρυχίων, αυτά που δεν είναι με κανένα τρόπο δυνατό να αντικατασταθούν, είναι τα έμπειρα πληρώματα που χάνονται με την απώλεια κάθε υποβρυχίου.

Ο Νταίνιτς έχει έναν ακόμη λόγο να χαλαρώνει τον υποβρυχιακό πόλεμο: Από τις 30 Ιανουαρίου 1943, οπότε και ο Αρχιναύαρχος Ραίντερ παραιτείται, ακούγοντας τον Χίτλερ να προτίθεται να διαλύσει ολόκληρο τον Στόλο επιφανείας, ο Νταίνιτς αναλαμβάνει Αρχηγός του Ναυτικού (Oberbefehlshaber der Kriegsmarine). Αυτός καταφέρνει να μεταπείσει τον Χίτλερ να διατηρήσει τα σκάφη επιφανείας, τα οποία, ωστόσο, είναι ολοσχερώς ανεπαρκή για σοβαρές ναυτικές αποστολές. Η ανεπάρκεια του Γερμανικού Ναυτικού θα καταδειχθεί με τον πλέον σαφή τρόπο, κατά την Απόβαση της Νορμανδίας, στις αρχές του Ιουνίου του 1944: απέναντι στον επιβλητικό Συμμαχικό στόλο εμφανίζεται ένα και μοναδικό αντιτορπιλικό, το οποίο ρίχνει συνολικά μία οβίδα, πριν εξαφανιστεί από καταιγισμό οβίδων μεγάλου διαμετρήματος. Τα υποβρύχια, παρεμποδιζόμενα από υποβρύχια δίκτυα και αποτελεσματικά ναρκοπέδια, δεν βυθίζουν παρά μόνο ένα αντιτορπιλικό και ένα εμπορικό βοηθητικό σκάφος. Το Kriegsmarine είναι ολοσχερώς ανίσχυρο να προβάλει έστω και την παραμικρή αντίσταση κατά του Στόλου απόβασης[4].

Στις 30 Απριλίου 1945 ο Χίτλερ αυτοκτονεί. Στην διαθήκη του ονομάζει Αρχηγό του Κράτους (Staatsoberhaupt) - και όχι Φύρερ - τον Καρλ Νταίνιτς. Η ενέργεια αυτή αρχικά προκάλεσε κατάπληξη, ωστόσο είναι σχετικά εύκολα εξηγήσιμη: Πιστεύοντας ότι οι Γκαίρινγκ και Χίμλερ τον είχαν προδώσει, όπως και οι αρχηγοί της Βέρμαχτ, ο Αρχηγός του Ναυτικού, επειδή διέθετε απελπιστικά μικρή ισχύ, θα ήταν αυτός που, εξ ορισμού, θα μπορούσε να τον διαδεχτεί.[8]

Την 1η Μαΐου 1945 ο Νταίνιτς προσπάθησε να σχηματίσει Κυβέρνηση. Ο Γιόζεφ Γκέμπελς, τον οποίο ο Χίτλερ είχε ορίσει Καγκελάριο, είχε αυτοκτονήσει και την θέση ζήτησε ο Χίμλερ. Ο Νταίνιτς αρνήθηκε, διόρισε τον Λουτς Γκραφ Σβερίν φον Κρόσιγκ (Lutz Graf Schwerin von Krosigk) ως Καγκελάριο, διόρισε τον Χίμλερ Υπουργό Εσωτερικών και τον απέπεμψε στις 6 του μηνός. Ωστόσο, η περιοχή που παρέμενε ακόμη στον έλεγχο των Γερμανών ήταν μια μικρή έκταση γύρω από την πόλη Φλένσμπουργκ (Flensburg) κοντά στα σύνορα με την Δανία. Έτσι, ο Ναύαρχος βλέποντας ότι κάθε αντίσταση ήταν μάταιη, έδωσε εντολή, στις 4 Μαΐου, στις Γερμανικές δυνάμεις της Δύσης (Ολλανδία) να παραδοθούν στον Στρατάρχη Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ. Κύριο μέλημα του Νταίνιτς ήταν να εξασφαλίσει την παράδοση των γερμανικών δυνάμεων στους Συμμάχους και όχι στους Σοβετικούς. Στις 7 του ίδιου μήνα εξουσιοδότησε τον Άλφρεντ Γιοντλ να υπογράψει το σύμφωνο της άνευ όρων παράδοσης στη Ρενς της Γαλλίας, ενώ στις 8 ο Βίλχελμ Κάιτελ εξουσιοδοτήθηκε και υπέγραψε ανάλογο σύμφωνο με τις σοβιετικές δυνάμεις του Στρατάρχη Γκεόργκι Ζούκοφ. Η υπογραφή αυτή σήμανε την λήξη του Πολέμου στην Ευρώπη. Η Κυβέρνηση του Φλένσμπουργκ εξακολούθησε να υπάρχει μέχρι τις 23 Μαΐου, οπότε διαλύθηκε και τα μέλη της συνελήφθησαν από τους Βρετανούς.

Μετά τον Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νταίνιτς παραπέμφθηκε ως κατηγορούμενος στην Δίκη της Νυρεμβέργης. Δεν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας και οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στο Ολοκαύτωμα, αν και, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, ήταν συμπαθών τόσο του Ναζιστικού Κόμματος όσο και της ιδεολογίας του. Κατηγορήθηκε, όμως, ότι είχε δώσει διαταγή "ολοκληρωτικού πολέμου" στα υποβρύχιά του, με αποτέλεσμα να μην ενδιαφέρονται για τους επιζώντες των καταβυθιζόμενων πλοίων. Ο Νταίνιτς, όμως, προσκόμισε διαταγή του Ναυάρχου του Ειρηνικού Τσέστερ Νίμιτς, στην οποία αυτός συνιστούσε στα πληρώματα των υποβρυχίων να μη προβαίνουν σε διασώσεις, αν διαπίστωναν τον παραμικρό κίνδυνο. Το Δικαστήριο, κατά πολλούς εξαντλώντας την αυστηρότητά του, καταδίκασε τον Νταίνιτς σε 10ετή κάθειρξη για "εγκλήματα κατά της ειρήνης", ποινή που εξέτισε στη φυλακή του Σπάνταου στο Βερολίνο. Αφέθηκε ελεύθερος την 1η Οκτωβρίου 1956 και αποσύρθηκε στο χωριό Αουμίλε (Aumühle) του Σλέσβιχ-Χολστάιν στη βορειοδυτική Γερμανία. Το 1958 παρουσίασε το βιβλίο του "Memoirs: Zehn Jahre, Zwanzig Tage" (Απομνημονεύματα: Δέκα χρόνια, είκοσι ημέρες), στο οποίο εκθέτει τις εμπειρίες του στα υποβρύχια (δέκα χρόνια) και στην Κυβέρνηση (είκοσι ημέρες). Αναφέρει σε αυτό ότι το Ναζιστικό καθεστώς ήταν προϊόν της εποχής του, ισχυρίζεται ότι δεν ήταν πολιτικός για να μπορεί να παρέμβει στα εγκλήματα του καθεστώτος ή να έχει ηθική ευθύνη γι' αυτά, ενώ κατηγορεί την δικτατορία, ως πολίτευμα, αποδίδοντας σε αυτήν πολλές από τις Ναζιστικές αποτυχίες.

Το 1968 εξέδωσε δεύτερο βιβλίο, με τίτλο "Mein wechselvolles Leben" (Η πολυτάραχη ζωή μου), το οποίο δεν έγινε ιδιαίτερα γνωστό, καθώς πραγματεύεται γεγονότα προ του 1934. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στο Αουμίλε στις 24 Δεκεμβρίου 1980.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές, Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 U-boat Net
  2. Spartacus School Net
  3. Πλήρη τεχνικά στοιχεία για όλα τα γερμανικά υποβρύχια δείτε στο Ιστοχώρο Uboat Net.
  4. 4,0 4,1 4,2 Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  5. Ο Λεμπ (γενν. στις 19 Φεβρουαρίου 1903 στο Τσινγκτάου, Κίνα) επισήμανε το "Αθίνια" να εκτελεί ελιγμούς στην ανοικτή θάλασσα και συμπέρανε ότι επρόκειτο για οπλισμένο επιβατικό. Κατόρθωσε να του καταφέρει δύο κτυπήματα με τορπίλες, βυθίζοντάς το. Για την πράξη του αυτή τιμήθηκε (27 Σεπτεμβρίου 1939) με τον Σιδηρό Σταυρό Β΄ τάξεως. Ο Λεμπ και το σκάφος του συνέχισαν τις περιπολίες τους, βυθίζοντας συνολικά 17 σκάφη και προξενώντας ζημιές σε ένα ακόμη. Στις 21 Νοεμβρίου 1940 του ανατέθηκε η διοίκηση του U-110, για το οποίο εξέφρασε απογοήτευση ύστερα από την πρώτη του περιπολία. Ξεκίνησε για δεύτερη αλλά στις 9 Μαΐου 1941 το U-110 παγιδεύτηκε ανάμεσα στα αντιτορπιλικά "Bulldog" και "Broadway" στη θέση 60ο Β, 33ο Δ και ο Λεμπ σκοτώθηκε
  6. Ο Καρτιέ το αναφέρει, εσφαλμένα, ως Ρόγιαλ Σπεκτρ
  7. Στις 14 Οκτωβρίου 1939 το βρετανικό θωρηκτό Ρόγιαλ Όακ (HMS Royal Oak) βυθίστηκε από το υποβρύχιο U - 47 με κυβερνήτη τον Γκύντερ Πρίεν (Günther Prien), ο οποίος διαπέρασε τα υποτυπώδη φράγματα της βάσης και εισήλθε σε αυτήν στον κόλπο του Σκάπα Φλόου (Scapa Flow) (Σκωτία). Το σκάφος είχε πλήρωμα 833 άνδρες.
  8. William Shirer, Η Άνοδος και η Πτώση του Γ΄ Ράιχ, Fawcett Crest, Νέα Υόρκη, 1983 ISBN 0-449-21977-1

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Peter Padfield, Dönitz: The Last Führer, Cassell & Co, UK, 2001
  • Kenneth Wynn, U-Boat Operations of the Second World War, United States Naval Inst. , 1998, ISBN 1557508607 (δύο τόμοι)
  • Axel Niestle, German U-Boat Losses During World War II, United States Naval Inst., 1998, ISBN 1557506418
  • Gunther Prien, Fortunes of War: U-boat Commander, 2000 ISBN 0752420259 (Ο Πρίεν ήταν πρώην Κυβερνήτης U-boot)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα