Αββαείο του Μον-Σαιν-Μισέλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άποψη του Μον-Σαιν-Μισέλ
Το έμβλημα του Αββαείου του Μον-Σαιν-Μισέλ

Το αββαείο του Μον-Σαιν-Μισέλ βρίσκεται στην γαλλική κοινότητα του Μον-Σαιν-Μισέλ, στην Νορμανδία, στον νομό της Μάγχης.

Το αββαείο αποτελεί αντικείμενο μιας κατάταξης ως ιστορικό μνημείο με την λίστα του 1862[1]. Ο χώρος βρίσκεται από το 1979 στην λίστα των μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO εντός του Μον-Σαιν-Μισέλ και του κόλπου του και το διαχειρίζεται το Κέντρο Εθνικών Μνημείων της Γαλλίας[2].

Πίνακας περιεχομένων

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλιές πηγές: in monte qui dicitur Tumba v.850, revelatio. Monte Sancti Michaelis 966, AG NLM. Η λέξη tumba, τάφος (από την ελληνική «τύμβος»), σπάνιος στην τοπωνυμία, εννοείται με την έννοια της ταφής ή του κοιμητηρίου. Το όνομα της γειτονικής νησίδας Τομπελαίν δεν προέρχεται από την γαλατική θεότητα Μπέλενος, αλλά από ένα πρωτόγονο *tumb-ell-ana προερχόμενο από το προηγούμενο, ομώνυμο παράγωγο του Tombelaine, οικισμό του Καλβαντός ή της Τομπλαίν, κοινότητας της Μερτ-ε-Μοζέλ [3].

Πρώιμη ιστορία του Μον-Σαιν-Μισέλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δρυΐδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ίδιο το νησί θα μπορούσε να είναι τόπος δρυιδικών λατρειών για τους Αμπρινκάτες που κατοικούσαν την περιοχή γύρω από το Μον-Σαιν-Μισέλ και το Αβρανσάν. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ζιλ Ντερίκ (1726-1800), ο βράχος ήταν αφιερωμένος στον Γαλάτη θεό του ήλιου υπό το όνομα Mons vel Tumba Beleni : όρος ή τάφος του Μπέλενος, υπόθεση που σήμερα έχει εγκαταλειφθεί, καθώς κανένα επίπεδο αρχαίας κατοίκησης ή χρησιμοποίησης του χώρου κατά την αρχαιότητα δεν έχει έρθει στο φως και γιατί το Tumba Beneni αποτελεί σίγουρα μια κακογραφία για το Tumbellana, Τομπελαίν.

Οι Ρωμαίοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδός που είχε κατασκευαστεί από τους Ρωμαίους και περνούσε στα δυτικά του Mont Tombe χρειάστηκε, με τις αλλαγές στην κίνηση της θάλασσας, να μετακινηθεί ανατολικά για να εξαφανιστεί τέλος μετά την συνένωσή της με την οδό που διέσχιζε την Αβράνς.

Αρχές της χριστιανικής εποχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την διάδοση του χριστιανισμού στην περιοχή, γύρω στον 4ο αιώνα, το Mont Tombe αποτελεί τμήμα της επισκοπής της Αβράνς, της οποίας τα όρια συμπίπτουν με αυτά των παλιών εδαφών των Αμπρινκάτων.

Στα μέσα του 6ου αιώνα, ο χριστιανισμός ριζώνει για τα καλά στον κόλπο. Εκείνη την εποχή, το Mont Tombe αποτελεί καταφύγιο για μοναχικούς πιστούς, ερημίτες που τροφοδοτούνται με προμήθειες από τον πρωτοπρεσβύτερο (curé) του Αστεριάκ, που προσέχουν το χώρο και ζουν μια ζωή παρατήρησης γύρω από δύο ορατόρια. Το πρώτο, αφιερωμένο στον πρώτο χριστιανό μάρτυρα, τον Άγιο Στέφανο βρίσκεται περίπου στα μισά του συνολικού ύψους του βράχου. Ακολουθείται από ένα δεύτερο προς τιμήν του πρώτου μάρτυρα της Γαλατίας, Αγίου Συμφωρίου, που βρίσκεται στους πρόποδες του βράχου.

Το όνειρο του Αγίου Ωβέρτου

Το Μον-Σαιν-Μισέλ εγκαταλείπει, το 710, την ονομασία Μον-Τομπ για να πάρει το Μον-Σαιν-Μισέλ-ω-περίλ-ντε-λα-Μερ (γαλ:Mont-Saint-Michel-au-péril-de-la-Mer) ως συνέχεια της ίδρυσης, από τον επίσκοπο Άγιο Ωβέρτο της Αβράνς, ενός παρεκκλησίου αφιερωμένου στον αρχάγγελο Μιχαήλ το 708. Ο Ωβέρτος έλαβε, όσο κοιμόταν, τρεις φορές την διαταγή από τον Άγιο Μιχαήλ να χτίσει στο Mont-Tombe ένα παρεκκλήσι. Ο αρχάγγελος άφησε το σημάδι του δαχτύλου του στο κρανίο του Αγίου Ωβέρτου. Το κρανίο αυτό βρίσκεται στον καθεδρικό της Αβράνς και φέρει τα σημάδια αυτού του στιγματισμού.

Το ιερό θα πρέπει, σύμφωνα με τις οδηγίες του αγγέλου, αντιγραφή του Μόντε Γκαργκάνο στην Ιταλία (5ος αιώνας). Ο Ωβέρτος αφαιρεί μία πέτρα σχετική με ειδωλολατρική θρησκεία που βρισκόταν στο Mont Tombe και χτίζει στη θέση της ένα κυκλικό ιερό αποτελούμενο από κομμάτια βράχων στοιβαγμένα πρόχειρα. Το 708 περίπου, ο Ωβέρτος έστειλε μοναχούς να πάρουν από το Μόντε Γκαργκάνο στην Ιταλία, αφιερωμένο στον Άγιο Μιχαήλ, κειμήλια και λείψανα από τον τόπο. Έπειτα, στις 16 Οκτωβρίου 709, ο επίσκοπος χάραξε την βάση της εκκλησίας και εγκατέστησε δώδεκα μοναχούς. Το Μον-Σαιν-Μισέλ είχε μόλις γεννηθεί.

Τα απομεινάρια του παρεκκλησίου βρέθηκαν στο παρεκκλήσι Νοτρ-Νταμ-Σου-Τερ[4]. Αυτό το ιερό είναι το παρεκκλήσι στο οποίο βρίσκεται ο τάφος του ιδρυτή του αββαείου, Ωβέρτου και σίγουρα τα λείψανα που είχαν μεταφερθεί από το Μόντε Γκαργκάνο. Το παρεκκλήσι Νοτρ-Νταμ-Σου-Τερ βρίσκεται σήμερα κάτω από το καθολικό του αββαείου.

Οι πρώτες κατασκευές αποδεικνύονται ανεπαρκείς και την εποχή του Καρλομάγνου, χτίζονται σημαντικά κτίρια, γύρω από τα οποία μοιράζονται τα ατομικά κελιά των μοναχών.

Ιστορία του αββαείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ τον 9ο και 10ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μοναχοί του Μον-Σαιν-Μισέλ αποδείχτηκαν, στη διάρκεια του πρώτου αιώνα της εγκατάστασής τους, πιστοί στην αποστολή που τους είχε συνδέσει με την λατρεία του Αρχάγγελου Μιχαήλ: το βουνό τους έγινε ταυτόχρονα ένας τόπος προσευχής και μελέτης, αλλά η περίοδος σταθερότητας που είχε γνωρίσει από την Νεαυστρία στη διάρκεια της βασιλείας του Καρλομάγνου άφησε τη θέση της, με το θάνατο του αυτοκράτορα, σε μια περίοδο χάους. Ενώ το υπόλοιπο κομμάτι της Γαλατίας υπέστη τις βαρβαρικές επιδρομές, η θρησκεία και η επιστήμη έβρισκαν καταφύγιο στην επισκοπή της Αβράνς, και κυρίως στο Μον-Σαιν-Μισέλ. Εκμεταλλευόμενοι τις διαμάχες μεταξύ των εγγονών του Καρλομάγνου, οι επιδρομές και οι εισβολές των Βίκινγκς, που είχαν παλαιότερα περιοριστεί, ξαναπήραν καινούργια διάσταση.

Τα γεγονότα αυτής της σκοτεινής εποχής αρχικά δεν ανέστειλαν τα προσκυνήματα των οποίων αυτός ο ιερός βράχος αποτελούσε αντικείμενο. Οι Βίκινγκς έφτασαν στο Μον-Σαιν-Μισέλ το 847. Η αύξηση των καταστροφών, που προκάλεσαν σε ολόκληρη την Νεαυστρία αυτές οι επιδρομές, οδήγησε τους καλογήρους να εγκαταλείψουν το Μον, που όμως δεν παρέμεινε έρημο. Η θέση του, στη μέση της θάλασσας και των αμμουδερών εκτάσεων, το μετέτρεψαν σε άσυλο για τους πληθυσμούς που έψαχναν καταφύγιο απέναντι στους Βίκινγκς.

Με την υπογραφή της συμφωνίας του Σαιν-Κλαιρ-συρ-Επτ, πρώτο μέλημα του Ρόλλο υπήρξε να επισκευάσει, με εντυπωσιακά έργα, την καταστροφή που είχε προκαλέσει στους ιερούς χώρους του αββαείου. Το Μον-Σαιν-Μισέλ υπήρξε ένα από τα μοναστήρια που επισκεύασε και του χορήγησε χρήματα, την περίοδο των έξι ημερών που πέρασε φορώντας τα άσπρα ρούχα του κατηχούμενου. Το μοναστήρι οφείλει σε αυτόν τις εκτάσεις του Αρντεβόν, μία από τις πλουσιότερες ιδιοκτησίες του. Δεν σταμάτησε όμως εδώ η γενναιοδωρία του για το Μον: ανακάλεσε υπό τον μοναστικό κανόνα τους μοναχούς που είχαν εγκαταλείψει το νησί λόγω των πολέμων, και τους επέστρεψε τις παλιές τους εξουσίες. Αυτό το θυελλώδες καταφύγιο ξανάγινε τόπος προσευχής, αλλά αυτή η επισκευή και τα προνόμια δεν έφεραν τα αποτελέσματα που φανταζόταν ο πρίγκηπας.

Η χαλάρωση των κανόνων, το χρονικό χάος με τα ωράρια είχε οδηγήσει τους μοναχούς σε μια αστική ζωή, και είχε τόσο επηρεάσει την ζωή τους που τους ήταν αδύνατο να επιστρέψουν στις παλιές τους ασχολίες και στους μοναστικούς κανόνες. Ο Γουλιέλμος ο Μακρύσπαθος, που διαδέχτηκε το 927 τον πρώτο δούκα της Νορμανδίας, Ρόλλο, συνέχισε την πολιτική αποκατάστασης των μοναστηριών που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του, μέχρι τη δολοφονία του το 942, αλλά οι εκτάσεις που παραχώρησε στους μοναχούς, το μόνο που κατάφεραν ήταν να χειροτερέψουν την κατάσταση και να αποστασιοποιηθούν ακόμη περισσότερο από το μοναστικό κόσμο. Τα χωριά Μαντραί ή Μουαντραί, Καρσαί, Μαραναί, Κυραί, Λε Φορζ, Σολινναί, Μασαί, Ντομμαναί, Σκαλαί, το μισό Κρομραί, Πελτόν, Βεργκονσαί, Μανναί, Σαιν-Ζαν-συρ-λε-Ριβάζ, με την εκκλησία, τον μύλο, τα χωράφια και τα αμπέλια και τέλος το το χωριό Μενίλ-Ρουζ, προστέθηκαν με την γενναιοδωρία αυτού του πρίγκηπα, στα αγαθά και τα προνόμια που τους είχε παραχωρήσει ο Ρόλλο, τα οποία τους ήταν ήδη αρκετά για τις ανάγκες τους. Οι ελευθερίες που είχαν παραχωρήσει στους μοναχούς οι δούκες της Βρετάνης Κόναν, ο οποίος απεβίωσε το 992, και Γοδεφρείδος Α', ο οποίος απεβίωσε το 1008, τους έδωσαν τη δυνατότητα να ταφούν, με τον τίτλο των ευεργετών, στο Μον-Σαιν-Μισέλ.

Ίδρυση του αββαείου των Βενεδικτίνων (966)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταχύρρυθμη οικονομική ανάπτυξη του αββαείου Σαιν-Μισέλ έφτασε να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία του, μέχρι και στον θρησκευτικό ρόλο του αββαείου. Καθώς κατείχαν τα απαραίτητα για να ικανοποιήσουν τα πάθη τους, οι μοναχοί ξόδευαν στη διασκέδαση τα πλούτη που προέρχονταν από την πίστη των πριγκήπων ενώ η εκκλησία παρέμενε έρημη ή ελάχιστοι κληρικοί περνούσαν εκεί τον χρόνο τους. Οι ευγενείς της χώρας άρχισαν να προσπαθούν να πάρουν τα χρήματα του πλούσιου αββαείου για να τα ξοδέψουν στην διασκέδαση του τραπεζιού, του κόσμου και του κυνηγιού, όπου πλέον περνούσαν το μεγαλύτερο τμήμα της ζωής τους.

Όταν ο Ριχάρδος Α’ ο « Ατρόμητος », ο γιος του Γουλιέλμου του Μακρύσπαθου, τον διαδέχτηκε ως δούκας της Νορμανδίας, επιχείρησε να λύσει το πρόβλημα, καλώντας ενώπιόν του τους μοναχούς για να τους κατηγορήσει για τις υπερβολές στην ζωή τους και να τους υπενθυμίσει τον ιερό χαρακτήρα του αββαείου. Μετά από την προσπάθειά του, αν και μάταιη, να τους κάνει να επιστρέψουν στην καθημερινότητα της μοναστικής ζωής, με τα λόγια, τα παρακάλια και τις απειλές, ο Ριχάρδος πήρε την απόφαση, μετά την έγκριση του πάπα Ιωάννη ΙΓ’ και του βασιλιά Λοθάριου, να αντικατασταθούν από βενεδικτίνους μοναχούς.

Έχοντας πάει στην Αβράνς, συνοδευόμενος από μεγάλη πομπή αποτελούμενη από ιεράρχες, άρχοντες και τους τριάντα μοναχούς που είχαν βγει από τα νορμανδικά αββαεία κοντά στην περιοχή του μοναστηριού του Σαιν-Ουαντρίγ, του Σαιν-Τωράν-ντ'Εβρέ και του Ζυμιέζ, ο Ριχάρδος απέστειλε έναν από τους διοικητές της αυλής του με αρκετούς στρατιώτες στο Μον-Σαιν-Μισέλ, για να μεταφέρει τις εντολές του στους μοναχούς: να υποταχθούν στους κανόνες της μοναστικής ζωής φορώντας τα ράσα του Αγίου Βενεδίκτου, ή να εγκαταλείψουν το Μον. Μόνο ένας δέχτηκε, ενώ όλοι οι υπόλοιποι εγκατέλειψαν το μέρος, αφήνοντας τον αββά Μαϊνάρδο Α’, που προερχόταν από το αββαείο του Σαιν-Ουαντρίγ, να επιβάλει τον κανόνα των βενεδικτίνων.

12ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 12ο αιώνα, οι βενεδικτίνοι του Μον-Σαιν-Μισέλ είχαν, σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς, μεγάλη επιρροή στην πνευματική ανάπτυξη της Ευρώπης μεταφράζοντας τον Αριστοτέλη απευθείας από τα ελληνικά στα λατινικά, την εποχή που άλλες μεταφράσεις λαμβάνουν χώρα στο Τολέδο από τα αραβικά[5].

"(...) η βιβλιοθήκη του Μον-Σαιν-Μισέλ τον 12ο αιώνα περιελάμβανε κείμενα του Κάτωνα του Πρεσβύτερου, τον Τίμαιο του Πλάτωνα (σε λατινική μετάφραση), διάφορα έργα του Αριστοτέλη και του Κικέρωνα, αποσπάσματα του Βιργιλίου και του Ορατίου...(Ρεζίν Περνού, Pour en finir avec le Moyen Âge, éd. Seuil, coll. Points Histoire, 1979, p.18)".

13ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1204, μετά τη δέσμευση για κατάχρηση εξουσίας, ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος Αύγουστος κατάσχεσε τα ηπειρωτικά φέουδα του δούκα της Νορμανδίας Ιωάννη του Ακτήμονα. Έχοντας περάσει, με στρατό, τα σύνορα της Νορμανδίας για να εκτελέσει αυτή τη διαταγή, ο σύμμαχός του, Γκι του Τουάρ, δούκας της Βρετάνης, όρμησε ενάντια στο Αβρανσάν επικεφαλής στρατεύματος Βρετόνων. Το Μον-Σαιν-Μισέλ υπήρξε το πρώτο σημείο προς το οποίο στράφηκαν οι προσπάθειες του Γκι του Τουάρ. Αδύναμες για να προστατεύσουν την πόλη, τα τείχη, έχοντας πέσει από ένα βλήμα, η πόλη λεηλατήθηκε και οι κάτοικοί της σφάχτηκαν, χωρίς να υπολογιστεί η ηλικία ή το φύλο τους, αλλά η βρετονική επίθεση αποκρούστηκε από τα τείχη του μοναστηριού: μετά από μακρές και ανεπαρκείς προσπάθειες, ο Γκι του Τουάρ, ανυπομονώντας να καταλάβει τα τείχη των οποίων οι υπερασπιστές αντιστέκονταν με λύσσα, υποχώρησε παραδίδοντας την πόλη στις φλόγες. Το κακό μεγάλωσε με τέτοια βιαιότητα που οι φλόγες, ανεβαίνοντας προς την κορυφή του όρους, έφτασαν στο αββαείο, του οποίου μετέτρεψαν σχεδόν όλα τα κτίρια σε στάχτες. Μόνον οι τοίχοι και οι κολόνες αντιστάθηκαν και ξέφυγαν αυτής της μοίρας. Ο Φίλιππος Αύγουστος ένιωσε μεγάλο πόνο για αυτό το γεγονός, και, επιθυμώντας να σβήσει τα σημάδια αυτής της καταστροφής, έστειλε στον αββά Ιορδάνη ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που προοριζόταν να επισκευάσει αυτές τις καταστροφές. Ξαναχτισμένο σύμφωνα με τον νορμανδικό αρχιτεκτονικό ρυθμό, με άβακες των κυκλικών κιονοκράνων, τύμπανο τρούλο από πέτρα του Καέν, φυτικά μοτίβα, κτλ., το "περιστύλιο του Θαύματος" (γαλλ. cloître de Merveille) ολοκληρώθηκε το 1228.

Εκατονταετής πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις απαρχές του πολέμου, το αββαείο χάνει όλα τα έσοδα από τα αγγλικά του κοινόβια.

Το 1356, οι Άγγλοι καταλαμβάνουν την Τομπελαίν και ξεκινούν την πολιορκία του αββαείου. Λίγο καιρό αργότερα, ο Βερτράνδος του Γκεκλάν χρίζεται καπετάνιος της φρουράς του Μον και σημειώνει αρκετές νίκες που καταφέρνουν να διώξουν τον αγγλικό κίνδυνο για αρκετά χρόνια.

Το 1386, ο Πιέρ Λε Ρουά εκλέγεται αββάς και διατάζει την κατασκευή του πύργου Περίν (γαλ: tour Perrine), της tour des Corbins και του Σατελέ (γαλ:Châtelet) με στόχο την προάσπιση της εισόδου του μοναστηριού. Μετά την μάχη του Αζινκούρ, ο νέος αββάς, Ρομπέρ Ζολιβέ, χτίζει τείχη για την προστασία της πόλης, όπως και μια δεξαμενή για να τροφοδοτείται το Μον με γλυκό νερό. Το 1419, η Ρουέν πέφτει στα χέρια των Άγγλων. Το Μον αποτελεί τότε τη μοναδική πόλη της Νορμανδίας που να αντιστέκεται ακόμη στον εισβολέα. Φοβούμενος την αγγλική δύναμη, ο Ρομπέρ Ζολιβέ προσφέρει τις υπηρεσίες του στον βασιλιά της Αγγλίας.

Ο Κάρολος Η’ ονομάζει τον Ιωάννη Θ' του Αρκούρ καπετάνιο του Μον. Το Μον αποτελεί το μοναδικό έδαφος στην Νορμανδία που αντιστέκεται ακόμη στους Άγγλους που του επιτίθενται το 1423 και το αποκλείουν από στεριά και θάλασσα.

Ο δούκας της Βρετάνης είχε ενημερωθεί, παρά την συμμαχία του με την Αγγλία, για τους κινδύνους που παρουσίαζε η κατοχή αυτού του βράχου από αυτή τη χώρα για τις περιοχές του. Υπό τις διαταγές του, ο άρχοντας Βριάνδος Γ’ Σατωμπριάν-Μπωφόρ, ο πλοίαρχός του, ο Γουλιέλμος του Μονφόρ, καρδινάλιος, και επίσκοπος του Σαιν-Μαλό, εξόπλισαν με απόλυτη μυστικότητα σε αυτό το λιμάνι αρκετά πλοία στα οποία μετέβαιναν οι άρχοντες του Κόμπουργκ, του Μοντωμπάν, του Σατωμπριάν, κτλ., με έναν μεγάλο αριθμό ιπποτών και βοηθών (γαλ: écuyers) από την Βρετάνη, όλοι τους αποφασισμένοι να επιτεθούν στα αγγλικά πλοία. Αυτή η αποστολή, εξοπλισμένη σε σύντομο χρονικό διάστημα με άκρα μυστικότητα, ετοιμάστηκε να ανοίξει τα πανιά της χωρίς να έχει διαρρεύσει πουθενά η είδηση της ετοιμασίας της. Έπλευσε άμεσα προς τον εχθρό. Παρά την αρχική τους έκπληξη, οι Άγγλοι σύντομα συνήλθαν από το αρχικό σάστισμα καθώς έβλεπαν τους μέχρι πρότινος συμμάχους τους να τους επιτίθενται, και η μάχη ξεκίνησε και από τις δυο πλευρές. Η δυνατότητα που τους έδινε η ναυτική τους ανάπτυξη θα μπορούσε μάλιστα να δώσει το πλεονέκτημα στους Άγγλους, αν οι Βρετόνοι, προλαβαίνοντας αυτή την εξέλιξη, δεν είχαν προλάβει να ακινητοποιήσουν τα πλοία τους. Ως αποτέλεσμα της μάχης σώμα με σώμα που ξεκίνησε τότε σε κάθε πλοίο, προκλήθηκε τέτοιος πανικός στον αγγλικό στόλο, που όποιος Άγγλος γλίτωνε από τα σπαθιά των εχθρών αναζητούσε την σωτηρία του σε μια ταχεία φυγή, ή πνιγόταν στην θάλασσα (μάχη της 16ης Ιουνίου 1425).

Όταν ο νικηφόρος στόλος αγκυροβόλησε στο Μον-Σαιν-Μισέλ, οι δυνάμεις των πολιορκητών, φοβούμενες μια συνδυασμένη επίθεση των υπερασπιστών του νησιού και των Βρετόνων ιπποτών, εγκατέλειψαν στα γρήγορα τους προμαχώνες τους, αφήνοντας έτσι ελεύθερη την τροφοδοσία της πολιορκημένης πόλης. Με το που είδαν όμως οι Άγγλοι το βοηθητικό στράτευμα να φεύγει επέστρεψαν άμεσα στις θέσεις τους μπροστά από τα τείχη της πόλης.

Το Μον-Σαιν-Μισέλ περικυκλώθηκε από τους Άγγλους ακόμη πιο στενά. Κάθε δυνατή επικοινωνία του με την παραλία αποκόπηκε και, σε κάθε παλίρροια, η φρουρά του Μον δεν μπορούσε να τροφοδοτηθεί χωρίς η παραλία να γίνει θέατρο σφοδρών και αιματηρών συγκρούσεων.

Ο Ιωάννης οργανώνει μια επίθεση-έκπληξη με την συνεργασία του, Ιωάννη της Χάγης, και των πολιορκημένων ενάντια στις αγγλικές δυνάμεις που σφαγιάζονται (“παραπάνω από 200 πτώματα έμειναν εκεί”), και μετά από αυτό το γεγονός κλείνονται στα φρούριά τους.

Ο Ιωάννης του Αρκούρ σκοτώνεται στην μάχη του Βερνέιγ (Αύγουστος του 1424) και αντικαθίσταται από τον Ιωάννη του Ντυνουά, το 1424. Οι μοναχοί του Μον ενισχύουν της οχυρώσεις του με δικά τους χρήματα. Οι Άγγλοι τον ίδιο καιρό ενισχύουν την Τομπελαίν. Ο Λουδοβίκος της Εστουτβίλ αντικαθιστά τον Ιωάννη στις 2 Σεπτεμβρίου 1424, και διώχνει από την πόλη τις γυναίκες, τα παιδιά και τους φυλακισμένους (17 Νοεμβρίου 1424). Η Τομπελαίν ενισχύεται ακόμα περισσότερο. Σε κάθε παλίρροια, οι Άγγλοι κατεβαίνουν από εκεί μέχρι τα τείχη του Μον. Η συγκοινωνία είναι πλέον δυνατή μόνο με τίμημα αψιμαχίες και μάχες.

Κατά τον Ιούνιο ή Ιούλιο του 1425 οι Άγγλοι προσλαμβάνουν στρατιώτες, ανάμεσα τους ο Ρομπέρ Ζολιβέ, ακόμη και από την Γκρανβίλ, ανάμεσά τους ο Νταμούρ Λε Μπουφύ (του οποίου ο μισθός άγγιζε τις 122 λίρες για 30 μέρες), και πραγματοποιούν μια τρομερή επίθεση, που αποτυγχάνει, απέναντι στους υπερασπιστές του Μον-Σαιν-μισέλ και τους Βρετόνους ιππότες[6].

Τον Νοέμβριο του 1425 : ο Ντ'Εστουβίλ οργανώνει ένα “αιματηρό μάθημα επιφύλαξης”: μία έξοδο-έκπληξη με όλες τις διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις, που απωθεί τους Άγγλους, “η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε τρομακτική”. Οι μοναχοί πωλούν όλα τα πολύτιμα αντικείμενά τους και με τα χρήματα που συγκεντρώνουν ενισχύουν τα τείχη, χτίζουν την πύλη, τη σιδεριά και την κινητή γέφυρα. Ο Κάρολος Ζ' τους ενθαρρύνει να αμυνθούν, και αφού πλέον βρίσκονται αποκλεισμένοι, τους δίνει την άδεια να κόβουν δικό τους νόμισμα το 1426. Μετά από αυτό το επεισόδιο οι Άγγλοι ηρέμησαν μέχρι και το 1433.

Το 1433, καθώς μια πυρκαγιά έχει κάψει ένα τμήμα της πόλης, οι Άγγλοι το εκμεταλλεύονται για να επιτεθούν στο αββαείο. Γίνεται μεγάλη επίθεση υπό την ηγεσία του Θωμά του Σκέιλς στις 17 Ιουνίου, με την άμπωτη, με πυροβολικό και μηχανές πολέμου. Οι Νορμανδοί ιππότες που υπερασπίζονταν το Μον-Σαιν-Μισέλ πραγματοποίησαν τέτοια σφαγή που οι Άγγλοι απωθήθηκαν, και καταδιώχτηκαν κατά μήκος της ακτής. Ήταν τότε η τελευταία επίθεση των Άγγλων, μετά από την οποία αρκούνται να παρατηρούν το Μον από την Τομπελαίν και τις οχυρώσεις τους. Από τότε, το Μον δεν θα ξαναϋποστεί πολιορκία μέχρι την απελευθέρωση της Νορμανδίας το 1450.

Οι φυλακές του αββαείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αββαείο χρησίμευσε, κατά το Παλαιό Καθεστώς, ένας χώρος κράτησης για διάφορους ανθρώπους που έχουν φυλακιστεί με διάφορες κατηγορίες, καθώς όμως οι τελευταίοι Βενεδικτίνοι εγκατέλειψαν το Μον 1791, στη διάκρεια της Επανάστασης, αυτό γίνεται φυλακή στην οποία στέλνονται, από το 1793, παραπάνω από 300 ιερείς που αντιτίθενται στις αρχές της Επανάστασης. Μετά την κράτηση στο Μον των Σοσιαλιστών Μαρτέν Μπερνάρ, Αρμάν Μπαρμπές και Ωγκύστ Μπλανκί, διάφοροι διανοούμενοι, ανάμεσά τους και ο Βικτόρ Ουγκό, καταγγέλουν το αββαείο-φυλακή που θα κλείσει με αυτοκρατορικό διάταγμα το 1863.

Το 1794, ένας μηχανισμός οπτικού τηλέγραφου, το σύστημα του Σαπ, εγκαθίσταται στην κορυφή του καμπαναριού κάνοντας με αυτό τον τρόπο το Μον-Σαιν-Μισέλ τμήμα της τηλεγραφικής γραμμής Παρίσι - Βρέστη. Το 1817, οι πολλές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από τη διεύθυνση των φυλακών είχαν σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση του ξενώνα που είχε χτίσει ο Ροβέρτος του Τορινί.

Το ιστορικό μνημείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τμήμα του καθολικού του αββαείου σε γοτθικό αρχιτεκτονικό ρυθμό.

Ο Βιολέ-λε-Ντυκ επισκέφτηκε το όρος το 1835, αλλά ήταν οι μαθητές του, Πολ Γκου και Εντουάρ Κορουαϊέ (1835-1904), που ανέλαβαν να αναστηλώσουν αυτό το έργο της γαλλικής γοτθικής τέχνης.

Επείγοντα έργα αναστύλωσης και αναπαλαίωσης του αββαείου, που είχε κατηγοριοποιηθεί ως Ιστορικό Μνημείο το 1874, πραγματοποιούνται από τον Εντουάρ Κορουαϊέ. Το 1896, χτίζεται ένα τόξο ύψους μεγαλύτερου των 170 μέτρων πάνω από το ύψος της θάλασσας.

Το άγαλμα του Αγίου Μιχαήλ που κοσμεί το τόξο (οριστική ολοκλήρωση του γλυπτού το 1898) κατασκευάστηκε το 1895 από τον γλύπτη Εμανυέλ Φρεμιέ στα Εργαστήρια Μοντουί που είχαν ήδη εργαστεί για λογαριασμό του Βιολέ-λε-Ντυκ.

Το 1898, ο Πολ Γκου ανακάλυψε, στη διάρκεια ανασκαφών κάτω από το πάτωμα της εκκλησίας, την Νοτρ-Νταμ-Σου-Τερ, η ολοκληρωτική ανασκαφή της οποίας θα ολοκληρωθεί το 1959, καθώς ο αρχιτέκτονας Υβ-Μαρί Φρουαντεβώ μια κολόνα από σιδηροπαγές σκυρόδεμα.

Θρησκευτική αναγέννηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1922, η χριστιανική λατρεία επέστρεψε στον ιερό χώρο. Το 1966, με την ευκαιρία του εορτασμού, υπό την αιγίδα του Αντρέ Μαλρώ των χιλίων ετών ύπαρξης του αββαείου, αρκετά μοναστήρια Βενεδικτινών απέστειλαν ορισμένους μοναχούς να περάσουν το έτος 1966 στο Μον, ώστε να γιορτάσουν, με τον τρόπο τους, τα χίλια χρόνια θρησκευτικής ύπαρξης του μέρους, χωρίς την οποία είναι σχεδόν σίγουρο ότι αυτό θα είχε παραμείνει σε πρωτόγονη κατάσταση. Με το πέρας του έτους, με μεγάλο αριθμό επισκεπτών και πολλές συνεδριάσεις, μερικοί μοναχοί παρέμειναν, σε συμφωνία με το Κράτος, υπό την ιδιοκτησία του οποίου βρίσκεται ο χώρος. Ο πρώτος τους ηγούμενος ήταν ο πατέρας Μπρυνό ντε Σενβίλ, ο οποίος προερχόταν από το Αββαείο του Μπεκ-Ελουέν.

Αυτή η μικρή κοινότητα πραγματοποίησε επί περίπου τριάντα πέντε έτη, μέσω της παρουσίας της και των εκδηλώσεων λατρείας, ένα είδος μόνιμου προσκυνήματος στον χώρο, υποδεχόμενη τους προσκυνητές από κάθε πιθανή και απίθανη άκρη της γης. Οι πρωτοστάτες αυτοί έδωσαν την δυνατότητα στελέχωσης μιας σημαντικότερης κοινότητας.

Οι Μοναστικές αδελφότητες της Ιερουσαλήμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 2001, μοναχοί και μοναχές των Μοναστικών αδελφοτήτων της Ιερουσαλήμ, προερχόμενοι από την Εκκλησία Σαιν-Ζερβαί του Παρισιού, διασφαλίζουν την θρησκευτική παρουσία στη διάρκεια όλου του έτους. Αντικατέστησαν τους Βενεδικτίνους μοναχούς, οι οποίοι, σταδιακά, άρχισαν να εγκαταλείπουν το Μον μετά το 1979.

Έτσι, κάθε μέρα, τα μέλη της μοναστική κοινότητας συναντώνται για τις λειτουργίες στην κύρια εκκλησία του Αββαείου (ή στην κρύπτη της Νοτρ-Νταμ ντε Τραντ Σιέρζ στη διάρκεια ου Χειμώνα), επαναφέροντας με αυτό τον τρόπο το μνημείο στον αρχικό του ρόλο, την προσευχή και την ύμνηση της δόξας του Κυρίου. Αυτό έδωσε την δυνατότητα προσέλκυσης τουριστών και προσκυνητών οι οποίοι, πολυάριθμοι, έρχονται να παρακολουθήσουν τις διάφορες δοξολογίες και λειτουργίες που λαμβάνουν χώρα.

Με την ευκαιρία του εορτασμού του 13ου αιώνα ζωής του Μον, η μοναστική αδελφότητα είχε ενεργότατη συμμετοχή, ανοιγόμενη, πλέον, ακόμη περισσότερο στον κόσμο.

Υπάρχει η δυνατότητα στέγασης για διάρκεια μίας εβδομάδας, τόσο κατά το καλοκαίρι όσο και κατά την διάρκεια του χειμώνα, για προσευχή, ήρεμη συμβίωση με την μοναστική κοινότητα και ανακάλυψη της καθημερινότητας και των δραστηριοτήτων της…

Προσφάτως, η ανακαίνιση μιας κατοικίας του Μον, του « Logis Saint-Abraham », ξεκίνησε από την κοινότητα. Θα παρέχει, έτσι, την δυνατότητα, στο μέλλον, σε αρκετούς προσκυνητές να διαμείνουν ,μερικές ημέρες ώστε να προσευχηθούν.

Το Φεστιβάλ 13 αιώνες μεταξύ ουρανού και θάλασσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη διάρκεια του σχεδιασμού για τους εορτασμούς των 13 αιώνων από την ίδρυση του μοναστηριού, η διακονία της Κουτάνς και της Αβράνς και η οργάνωση Ρομπέρ ντε Τορινί αποφάσισαν από κοινού, μεταξύ άλλων, την δημιουργία ενός φεστιβάλ Χριστιανικών Τεχνών με στόχο την "ευαισθητοποίηση του επισκέπτη στην πνευματική πλευρά του Μον-Σαιν-Μισέλ". Αυτό θα λάμβανε χώρα τον Ιούλιο του 2008 και θα συνέπιπτε με τις Παγκόσμιες Ημερίδες Νεολαίας του 2008 στο Σίδνεϊ.

Έτσι, στη διάρκεια του μήνα Ιουλίου, με την βοήθεια των Μοναστικών Αδελφοτήτων της Ιερουσαλήμ του Μον-Σαιν-Μισέλ, έλαβαν χώρα δύο εβδομάδες φεστιβάλ, που αποτελούνταν από μια εβδομάδα ποικίλων συναυλιών και εκδηλώσεων (Κλασική, Γκόσπελ,…) και μια άλλη με εκθέσεις (Καλλιγράφοι, Βιβλιοδέτες, Σχεδιαστές,…) Επιπλέον, εορτασμοί, ολονυχτίες και άλλες εκδηλώσεις λατρείας έλαβαν χώρα, σε σχέση με τις Παγκόσμιες Ημερίδες Νεολαίας του Σίδνεϊ.

Μετά από αυτό το φεστιβάλ, όταν έφτασε η ώρα του απολογισμού και με την επιτυχία της πρώτης του αυτής έκδοσης, αποφασίστηκε να διοργανώνεται το φεστιβάλ σε μόνιμη βάση, κάθε καλοκαίρι, για διάρκεια μιας εβδομάδας.

Έκτοτε, μέχρι σήμερα, πολλοί καλλιτέχνες, τραγουδιστές και επισκέπτες έχουν περάσει από αυτό το φεστιβάλ. Αξίζει ,επίσης, να προστεθεί ότι είναι χάρη στους πολλούς εθελοντές, που έρχονται από όλες τις περιοχές της Γαλλίας, που είναι παρόντες για την διαχείριση, την υποδοχή των επισκεπτών,… που το φεστιβάλ διεξάγεται υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες, που είναι, άλλωστε, και η στόχευση των διοργανωτών.

Η διευθύντρια του Φεστιβάλ είναι, πλέον, η Φλοράνς ντε Μπωλανκούρ.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χτισμένο κατά τον 10ο αιώνα, το αββαείο των Βενεδικτίνων παρουσιάζει πληθώρα αρχιτεκτονικών στοιχείων σε αρχιτεκτονικούς ρυθμού όπως ο Καρολιγιανός, ο Ρομανικός και ο φλογόμορφος γοτθικός. Το Μον-Σαιν-Μισέλ θα μπορούσε, με αυτή την έννοια, να θεωρηθεί ως μια υπερκατασκευή, με το σκεπτικό ότι το όλο επισκιάζει τα διάφορα κτίρια που έχουν, κατά καιρούς, κατασκευαστεί για τις ανάγκες του μοναστηριού των Βενεδικτίνων, κι όλα αυτά σε έναν πολύ περιορισμένο χώρο.

Το αββαείο αποτελείται από πολλά τμήματα :

Κύριος ναός και παρεκκλήσια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του επιπέδου της Αίθουσας του Ακιλόν
Χάρτης του επιπέδου της Αίθουσας των Ιπποτών

Νοτρ-Νταμ Σου-Τερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συνεχιζόμενες επεκτάσεις του αββαείου είχαν ως αποτέλεσμα την απορρόφηση του συνόλου του πρώτου κύριου ναού της μονής, ο οποίος είχε χτιστεί το 966, σε βαθμό τέτοιο ώστε να ξεχαστεί για αιώνες, προτού επανακαλυφθεί στη διάρκεια των ανασκαφών που πραγματοποιήθηκαν στις αρχές των 19ου και 20ού αιώνα. Ανακαινισμένη, προσφέρει ένα εξαιρετικό δείγμα της προρομανικής αρχιτεκτονικής.

Τα υπόλοιπα κτίρια του αββαείου χτίστηκαν, στην συνέχεια, στα ανατολικά της αρχικής του εκκλησίας, στην κορυφή του βράχου και ακριβώς από επάνω της.

Κύριος Ναός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του επιπέδου του Κυρίου Ναού

Καθώς τα προσκυνήματα εντατικοποιήθηκαν, αποφασίστηκε τότε η επέκταση του αββαείου χτίζοντας έναν νέο Κύριο Ναό στην θέση των μοναστικών κτιρίων που είχαν μεταφερθεί στα βόρεια της Νοτρ-Νταμ-Σου-Τερ.

Ο νέος Κύριος Ναός περιελάμβανε επίσης τρεις κρύπτες, οι οποίες είναι το Παρεκκλήσι των Τραντ-Σιέρζ (κάτω από τον βραχίονα του βόρειου εγκάρσιου κλίτους του ναού), την κρύπτη του χοροστασίου (στα ανατολικά) και το Παρεκκλήσι του Αγίου-Μαρτίνου (κάτω από τον βραχίονα του νότιου εγκάρσιου κλίτους του ναού) (1031-1047). Ο Αββάς Ρανούλφος ξεκίνησε, στην συνέχεια, την ανέγερση του καθολικού το 1060. Το 1080, τρεις όροφοι μοναστικών κτηρίων ανεγέρθηκαν στα βόρεια της Νοτρ-Νταμ-Σου-Τερ, στα οποία περιλαμβανόταν η Αίθουσα του Ακιλόν, η οποία χρησίμευε ως προσευχητάριο και τόπος φιλοξενίας για τους προσκυνητές, ο χώρος προαυλισμού των μοναχών και το υπνωτήριο. Την ίδια περίοδο, ξεκίνησε και η κατασκευή του κελαριού και του προσευχηταρίου της μελλοντικής Merveille.

Οι νέες κατασκευές κάλυψαν, τότε, εξ ολοκλήρου την Νοτρ-Νταμ-Σου-Τερ, η οποία, ωστόσο, παρέμεινε σε λειτουργία για την τέλεση δοξολογιών.

Ανακατασκευές

Κακώς στηριζόμενα, τρία διαστήλια στο δυτικό τμήμα του καθολικού κατέρρευσαν στα μοναστικά κτίρια, το 1103. Ο Αββάς Ρογήρος Β΄ ήταν αυτός που ξεκίνησε την ανακατασκευή τους (1115-1125). Το 1421, ήταν η σειρά του ρομανικού χοροστασίου να καταρρεύσει. Ανακατασκευάστηκε σε γοτθικό φλογόμορφο ρυθμό μεταξύ του 1446 και του 1523 (με μια διακοπή μεταξύ 1450 και 1499).

Η κλασικού ρυθμού πρόσοψη του Κύριου Ναού

Ύστερα από μια πυρκαγιά το 1776, αποφασίστηκε η κατεδάφιση των τριών διαστηλίων στο δυτικό τμήμα του καθολικού και, το 1780, θεμελιώθηκε η, κλασικού ρυθμού, σημερινή πρόσοψη. Δυστυχώς, τα απαραίτητα για την τελευταία αντιστηρίγματα υποχρέωσαν στον διαμελισμό σε δύο κομμάτια της Νοτρ-Νταμ-Σου-Τερ.

Η Merveille και τα μοναστικά κτίρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αββαείο του Μον-Σαιν-Μισέλ είναι χωρισμένο σε δύο τμήματα : τον Κύριο Ναό και την Merveille. Η Merveille ήταν το μέρος στο οποίο ζούσαν οι μοναχοί. Από εξωτερικής άποψης, αντιστοιχεί στο γοτθικό τμήμα, δηλαδή στη βόρεια πλευρά, και κατασκευάστηκε σε διάρκεια 25 ετών σε ύψος τριών ορόφων.

Η Merveille από μόνη της είναι χωρισμένη σε δύο τμήματα : το ανατολικό και το δυτικό τμήμα. Το τμήμα της ανατολικής πλευράς υπήρξε και το πρώτο που ανεγέρθηκε (από το 1211 ως το 1218) και περιλαμβάνει τρεις αίθουσες : το Προσευχητάριο, την Αίθουσα των Φιλοξενούμενων και το Αριστητήριο (από κάτω προς τα επάνω). Το δυτικό τμήμα, όσο γι'αυτό, ανεγέρθηκε επτά έτη αργότερα και περιλαμβάνει επίσης τρεις αίθουσες : το κελάρι, την Αίθουσα των Ιπποτών και το περιστύλιο.

Τα κτίρια του Ροβέρτου του Τορινί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αββάς Ροβέρτος του Τορινί ξεκίνησε έργα ανέγερσης, στα δυτικά και τα νοτιοδυτικά, ενός κτιριακού συμπλέγματος στο οποίο περιλαμβάνονταν νέα κελιά για μοναχούς, ένα χοροστάσιο, έναν νέο ξενώνα, ένα νοσοκομείο και το Παρεκκλήσι του Σαιντ-Ετιέν (1154-1164). Επίσης, επανασχεδίασε τις οδούς επικοινωνίας με την Νοτρ-Νταμ-Σου-Τερ, ώστε να αποφεύγεται η συχνή επαφή των προσκυνητών με τους μοναχούς.

Υπάρχει, εκεί, επίσης, μια cage à écureuil που χρησίμευε ως βαρούλκο, εγκαταστάθηκε κατά την μετατροπή του χώρου σε φυλακή, με σκοπό την τροφοδοσία των κρατουμένων. Υπότροποι κατάδικοι, όρθιοι στο εσωτερικό του τροχού, αναλάμβαναν την κίνησή του μέσω του βηματισμού τους.

Στα ερείπια του νοσοκομείου, το οποίο κατέρρευσε το 1811, παραμένει πάνω από την είσοδο η αναπαράσταση των τριών πεθαμένων του διηγήματος των τριών πεθαμένων και των τριών ζωντανών, τοιχογραφική αναπαράσταση η οποία δείχνει, σε πρώτο στάδιο, τρεις νεαρούς ευγενείς να εγκαλούνται σε ένα κοιμητήριο από τρεις πεθαμένους, οι οποίοι τους υπενθυμίζουν την συντομία της ζωής και την σημασία της σωτηρίας της ψυχής τους.

Η Merveille[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τομή του αββαείου, η Merveille βρίσκεται στην αριστερή πλευρά
Το περιστύλιο

Το κτίριο της Merveille, το οποίο βρίσκεται στα βόρεια του Κύριου Ναού, περιλαμβάνει το περιστύλιο, το αριστητήριο, η αίθουσα εργασιών και το προσευχητάριο σε ένα εξαιρετικό παράδειγμα αφομοίωσης. Το σύνολο, στηριζόμενο στην άκρη του βράχου, αποτελείται από δύο κτιριακά συγκροτήματα των τριών ορόφων.

Στο ισόγειο, το κελάρι χρησιμεύει ως υποστήριγμα. Έπειτα, ο κάθε όροφος διαθέτει μια ιδιαίτερη αίθουσα, όλο και ελαφρύτερη στην διακόσμηση καθώς το ύψος αυξάνεται, με ισχυρά υποστυλώματα να βρίσκονται στην εξωτερική πλευρά, παρέχοντας την δυνατότητα στήριξης του συνόλου του κτιριακού συγκροτήματος. Οι τοπογραφικές δυσχέρειες έπαιξαν, συνεπώς, μεγάλο ρόλο στην κατασκευή της Merveille.

Ο Ραδούλφος των Νήσων έχτισε, πάνω από το προσευχητάριο που είχε κατασκευαστεί από τον Ρογήρο Β΄, την Αίθουσα των Φιλοξενούμενων (1215-1217), το αριστητήριο (1217-1220) και, πάνω από το κελάρι, την Αίθουσα των Ιπποτών (1220-1225) και τέλος το περιστύλιο (1225-1228).

Το περιστύλιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το περιστύλιο

Δεν βρίσκεται, όπως το θέλουν οι τύποι, στο κέντρο του μοναστηριού και, συνεπώς, δεν επικοινωνεί με όλες τις συνιστώσες του όπως ισχύει για άλλα μοναστήρια, τις περισσότερες φορές. Συνεπώς, η χρήση του ήταν καθαρά πνευματική : αυτή του να οδηγήσει τον μοναχό στην προσευχή και την περισυλλογή.

Τρεις κάμαρες του περιστυλίου είναι, παραξένως, ανοιχτές προς την θάλασσα και το κενό. Τα τρία αυτά ανοίγματα θα αποτελούσαν κανονικά την είσοδο του διασκεπτηρίου το οποίο δεν χτίστηκε ποτέ. Οι κιονίσκοι που βρίσκονται σε σταυροειδή διάταξη είχαν αρχικώς κατασκευαστεί από ασβεστώδες coquina, το οποίο εισαγόταν από την Αγγλία, αλλά αναπαλαιώθηκαν με την χρήση puddingstone από την Λουκέρνη.

Το περιστύλιο φιλοξενεί έναν μεσαιωνικό κήπο, ο οποίος επαναδημιουργήθηκε το 1966 από τον αδελφό Μπρυνό ντε Σενεβίλ, Βενεδικτίνο μοναχό με αγάπη για την βοτανολογία. Στο κέντρο του βρίσκεται ένα μοτίβο ορθογώνιων θάμνων το οποίο πλαισιώνουν δεκατρείς τριανταφυλλιές της Δαμασκού. Οι βραγιές ιατρικών φυτών, αρωματικών χόρτων και λουλουδιών συμβόλιζαν τις καθημερινές ανάγκες των μοναχών κατά τον Μεσαίωνα. Στις πλευρές παρατηρούνται θαλάσσια τεφροδοχεία. Στο κέντρο των θαμνοειδών μοτίβων, βρίσκονταν τέρατα, διάβολοι οι οποίοι συμβόλιζαν πως στο κέντρο κάθε θαύματος το κακό θα είναι πάντα παρόν[7].

Η Αίθουσα της Μπελ-Σαιζ και τα κτίρια της νοτιοανατολικής πλευράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρομοίως, τα κτίρια της μπελ-σαιζ και των μοναστικών κοινοβίων ενέταξαν τις διοικητικές αρμοδιότητες του αββαείου στις πολιτισμικές. Ο αββάς Ρισάρ Τυρστέν έχτισε, στα ανατολικά, την Αίθουσα των Φρουρών (που έκτοτε έγινε και η είσοδος του αββαείου) καθώς και ένα νέο Διοικητήριο, όπου απονεμόταν η δικαιοσύνη, η οποία πήγαζε από το αββαείο (1257).

Κατά το 1393, ανεγέρθησαν οι δύο πύργοι του Σατελέ, και στην συνέχεια οι πύργοι Περίν και Μπαϊγιβερί. Τα παραπάνω θα συμπληρωθούν, κατόπιν σχετικής πρωτοβουλίας του αββά Πιέρ Λε Ρουά, από έναν χώρο στέγασης εντός των οχυρώσεων του αββαείου.

Η πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα ενισχυμένο τείχος προστατεύει την πόλη η οποία βρίσκεται στο νότιο και το ανατολικό τμήμα του Μον. Είναι ορατές, σε κοντινή απόσταση μιας εκ των δύο πυλών, δύο βομβάρδες, 380 mm και 420 mm εκάστη, οι οποίες εγκαταλείφθηκαν από τους Άγγλους στη διάρκεια του Εκατονταετούς Πολέμου.

Η περιγραφή των τειχών και των μνημείων της πόλης βρίσκεται στο λήμμα για την κοινότητα του Μον-Σαιν-Μισέλ.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. a et b Notice no PA00110460 [archive], sur la base Mérimée, ministère de la Culture
  2. Abbaye du Mont-Saint-Michel - Centre des monuments nationaux
  3. François de Beaurepaire, Les noms des communes...de la Manche, éd. Picard 1986.
  4. Το σημερινό παρεκκλήσι του Αγίου Ωβέρτου, ευρισκόμενο στα βορειοανατολικά του αββαείου, δεν χτίστηκε παρά τον 15ο αιώνα.
  5. Δείτε εδώ, και Aristote au Mont-Saint-Michel. Les racines grecques de l’Europe chrétienne, από τον Sylvain Gouguenheim, Seuil "L’univers historique", 2008, έργο πάντως που αμφισβητείται για τις θέσεις του καθώς αρνείται την επιρροή από τις αραβικές μεταφράσεις.
  6. Robert Sinsoilliez, Tombelaine: L'îlot de la baie du Mont-Saint-Michel
  7. jardins médiévaux, Mic Chamblas-Ploton, La maison rustique, Flammarion, ISBN 978-2-7066-1749-2

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Lucien Bély, Le Mont-Saint-Michel. Monastère et citadelle, Préface de Jean Favier, Rennes, Éditions Ouest-France, 2004 (seconde édition). (ISBN 978-2-7373-1419-3)
  • Germain Bazin, Mont-Saint-Michel, Préface de Marcel Aubert, Paris, Picard, 1933. (ISBN 978-0-87817-190-3)
  • Louis Blondel, Notice historique du Mont-Saint-Michel et de Tombelaine, Avranches, Le Court, 1816. Seconde édition en 1823.
  • Édouard Corroyer, Description de l’abbaye du Mont-Saint-Michel et de ses abords. Précédée d’une notice historique, Paris, Dumoulin, 1877. (ASIN B0000DN8C4)
  • Véronique Gazeau, Normannia monastica, princes normands et abbés bénédictins. Prosopograpie des abbés bénédictins, 2 vol., Publications du CRAHM, 2007, (ISBN 978-2-902685-38-7).
  • Paul Gout, Le Mont-Saint-Michel. Histoire de l’abbaye et de la ville. Étude archéologique et architecturale des monuments, Paris, Armand Colin, 1910. (ASIN B0000DRCFP)
  • Édouard Le Hericher, Histoire et description du Mont-Saint-Michel, Avranches Anfray, (vers 1850). L’ouvrage est divisé en trois parties : Légendes et histoire, descriptions des fortifications, de la ville et de l’abbaye, le rocher de Tombelaine. (ASIN B0000DL6D8)
  • Maximilien Raoul (pseudonyme de Charles-Marie Letellier), Histoire pittoresque du Mont-Saint-Michel et de Tombelaine, Suivi d’un fragment inédit sur Tombelène, extrait du Roman de Brut de Wace transcrit et annoté par Antoine Le Roux de Lincy, Paris, Librairie A. Ledoux, 1834.
  • Jean-Luc Legros, Le Mont-Saint-Michel : Architecture et civilisation, Caen, CRDP Basse-Normandie et Éditions Charles Corlet, coll. « Patrimoine ressources », 2005, 231 p. (ISBN 2-86618-504-8 et 2-84706-188-6)

Σχετικά Λήμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα