Σαιν-Λο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 49°06′57″N 01°05′24″W / 49.11583°N 1.09000°W / 49.11583; -1.09000

Άποψη του Σαιν Λο

Το Σαιν Λο (Saint-Lô) είναι πόλη της βορειοδυτικής Γαλλίας στην περιοχή της Νορμανδίας και πρωτεύουσα του νομού Μανς (Manche). Καταλαμβάνει έκταση 23,18 τετ. χλμ. Οι κάτοικοί της (20.009, απογραφή 1999) αποκαλούνται "Σαινλουά" (Saint-lois).

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο όνομα της πόλης ήταν "Briovère", ερμηνευόμενο στη γαλατική γλώσσα ως "γέφυρα πάνω στον ποταμό Βιρ" (Vire) και αποτελούσε ένα απλό γαλατικό οχυρό. Τον 8ο αιώνα αναφέρεται για πρώτη φορά με το σημερινό της όνομα, προερχόμενο από τον Επίσκοπο της Κουτάνς (Coutances), τον άγιο Λο (Saint Laud, 525 - 565), ο οποίος κατασκεύασε σε αυτήν μια εξοχική κατοικία. Στις αρχές του 9ου αιώνα στις ήδη υπάρχουσες οχυρώσεις ο Καρλομάγνος προσέθεσε νέες, οι οποίες όμως δεν απέτρεψαν τη λεηλασία της από τους Βίκινγκς το 890. Λίγα χρόνια αργότερα, ο επίσκοπος της Κουτάνς Ζεφρουά ντε Μονμπρέ (Geffroy de Montbray, 1048-1093) κατασκεύασε μια γέφυρα και μερικούς νερόμυλους, δίνοντας νέα ανάπτυξη στην πόλη: Οι κάτοικοί της σχεδόν δεκατετραπλασιάζονται, ενώ ο Φίλιππος ο 3ος δίνει άδεια στην πόλη, που πλέον είναι η τρίτη της Νορμανδίας μετά τη Ρουέν και την Καν, να κόβει δικό της νόμισμα (1275 - 1693).[1]

Οι θρησκευτικοί πόλεμοι επιφέρουν την παρακμή της, καθώς οι Ουγενότοι τη λεηλατούν το 1562, ενώ η πολιορκία της το 1574 οδηγεί σε μερική καταστροφή της. Πολυάριθμοι τεχνίτες εγκαταλείπουν την πόλη ύστερα από την ανάκληση του Έδικτου της Ναντ το 1685. Ωστόσο, το 1795 γίνεται η πρωτεύουσα του νομού Μανς και το 1858 περνά από αυτήν η σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει το Παρίσι με το Σερμπούρ.

Σαιν Λο, καλοκαίρι 1944

Στις 17 Ιουνίου 1940 τα στρατεύματα της Ναζιστικής Γερμανίας καταλαμβάνουν την πόλη. Κατά την Απόβαση της Νορμανδίας το 1944 η πόλη στεγάζει το Αρχηγείο του γερμανικού 84ου Σώματος. Όπως είναι φυσικό, δέχεται έντονη επίθεση από τους Συμμάχους, που τη βομβαρδίζουν άγρια. Συνέπεια αυτής της επίθεσης, που επονομάστηκε "la grande brûlerie" (η μεγάλη πυρά) από τον ποιητή και συγγραφέα Λουί Μπεβ (Louis Beuve) είναι η κατά 95% καταστροφή της, που, σύμφωνα με τον Σάμουελ Μπέκετ, της αποδίδει τον τίτλο της "πρωτεύουσας των ερειπίων", ενώ στοιχίζει τη ζωή σε περίπου 500 από τους 12.000 κατοίκους της. Αρχικά τέθηκε το δίλημμα μήπως η πόλη δεν έπρεπε να ανοικοδομηθεί, αλλά να παραμείνει εν είδει μουσείου θηριωδών βομβαρδισμών και να οικοδομηθεί νέα λίγο πιο μακριά. Η επιμονή των κατοίκων της απέτρεψε αυτό το ενδεχόμενο.

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη αποτελεί σήμερα σημαντικό εμπορικό και οικονομικό πόλο της περιοχής της Μανς αλλά και της χερσονήσου Κοταντέν, καθώς βρίσκεται στο κέντρο της "βάσης" της. Πληθυσμιακά είναι η δεύτερη πόλη της Μανς με περίπου 20.000 κατοίκους, ενώ οι αγροτικές εργασίες κυριαρχούν στη γύρω της περιοχή. Λόγω του ότι ανοικοδομήθηκε μετά τον Πόλεμο, η ανοικοδόμηση πραγματοποιήθηκε με σύγχρονο πολεοδομικό σχέδιο, με διασπορά τόσο των κατοικιών όσο και των δραστηριοτήτων. Το σχέδιο ανέδειξε και το παλαιότατο Κάστρο (Castrum) της πόλης και τις οχυρώσεις του από καφέ σχιστόλιθο. Επίσης, οι μεγάλοι ελεύθεροι χώροι τη μετασχημάτισαν σε μια ήσυχη "πόλη - κήπο".

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]