Διγλωσσία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στη γλωσσολογία, διγλωσσία είναι μια κατάσταση όπου, σε μια δεδομένη κοινωνία, υπάρχουν δύο (συχνά) στενά συνδεδεμένες γλώσσες, μια υψηλού γοήτρου, που χρησιμοποιείται γενικά από την κυβέρνηση, τους επίσημους εκπροσώπους καθώς και διάφορα μέσα, και μια χαμηλού γοήτρου, η οποία είναι -μερικές φορές προφορική- ιδιωματική γλώσσα. Η γλώσσα υψηλού γοήτρου τείνει να είναι τυποποιημένη, ενώ η χαμηλού γοήτρου απλή και πιο ασαφής όσον αφορά τη δομή και το συντακτικό καθώς και πιο ανοικτή στο λεξιλόγιο.

Στην Ελλάδα για μεγάλο χρονικό διάστημα επικρατούσε διγλωσσία που είναι γνωστή ως γλωσσικό ζήτημα.

Με τη στενή έννοια του όρου, η διγλωσσία έχει τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά:

  1. Υπάρχουν δύο ποικιλίες της δεδομένης γλώσσας όπως προαναφέρθηκε, μια που θεωρείται υψηλού γοήτρου (high variety) και μια που θεωρείται χαμηλού γοήτρου (low variety)
  2. Καθένα από τα παραπάνω είδη, χρησιμοποιείται για διαφορετικές λειτουργίες, όμως τα δύο αυτά είδη αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους.
  3. Η γλώσσα υψηλού γοήτρου δεν χρησιμοποιείται συνήθως στην καθημερινότητά μας.


Η διγλωσσία ως χαρακτηριστικό, αναφέρεται περισσότερο σε κοινωνίες και κοινότητες, παρά στους ίδιους τους ανθρώπους. Ένας άνθρωπος μπορεί βεβαίως να χαρακτηριστεί ως δίγλωσσος, όμως διγλωσσικές είναι κατά κύριο λόγο οι κοινωνίες και οι κοινότητες.

Η λέξη διγλωσσία έχει και ένα ακόμα νόημα: την πρακτική του να παρουσιάζει κάποιος μία θέση την μία φορά και διαφορετική την άλλη. Μιλάμε, για παράδειγμα, για "Διγλωσσία στην Κυβέρνηση" υπονοώντας είτε την έλλειψη συντονισμού (ακούσια διγλωσσία) είτε την σκόπιμη προσπάθεια παραπλάνησης.