Πρόσφυμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πρόσφυμα στη γλωσσολογία είναι μόρφημα (συλλαβή ή φθόγγος) που προστίθεται στη θεματική ρίζα για την κλίση ή την παραγωγή λέξης. Ανάλογα με τη θέση του σε σχέση με τη ρίζα της λέξης, αποκαλείται ειδικότερα:

  • πρόθημα (ξε-πλένω)
  • επίθημα (μαν-ούλα)
  • ένθημα (αναλα-μ-βάνω)

Η λέξη παράγεται από το αρχαιοελληνικό προσφύω/προσφύομαι «φυτρώνω πάνω σε κάτι, προσκολλώμαι», και ως γλωσσολογικός όρος αποτελεί μεταφραστικό δάνειο από το γαλλικό affixe.