Νάβις

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νάβις
Νάβις
Νόμισμα που φέρει τη μορφή του Νάβιδος
Τύραννος των Λακεδαιμονίων
Περίοδος εξουσίας
207 π.Χ. - 192 π.Χ.
Προκάτοχος Μαχανίδας
Διάδοχος Κανένας
Η Σπάρτη ενσωματώνεται στην Αχαϊκή Συμπολιτεία
Εθνικότητα Έλληνας, Σπαρτιάτης
Οίκος/Γενεά Αγιάδες
Πατέρας Δημάρατος
Μητέρα άγνωστη
Θάνατος 192 π.Χ.
Σύζυγος Αγαπήνα
Μάχες Λακωνικός πόλεμος
Ο Νάβις σε νόμισμα της Σπάρτης

Ο Νάβις (Νάβιδος ή Νάβιος) ήταν τύραννος της Σπάρτης, από το 207 π.χ. έως το 192 π.χ.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγόταν από την βασιλική οικογένεια των Αγιαδών και ήταν γιος του Δημάρατου. Σύζυγος του ήταν η Αγαπήνα (ή Απήγα ή Απία ) ανιψιά του παλαιού τυράννου του Άργους Αριστομάχου συμμάχου και φίλου του Κλεομένη Γ΄.

Ο Νάβις αρχικά ήταν επίτροπος του ανήλικου Πέλοπος γιου του Μαχανίδα που είχε σκοτωθεί σε μάχη από τον Φιλοποίμενα κατά την εισβολή του στην Λακωνία. Το 207 π.χ. παραγκώνισε τον Πέλοπα και κατέλαβε την εξουσία ανακηρύσσοντας τον εαυτό του Βασιλιά, με την βοήθεια μισθοφορικών στρατευμάτων και αφού πρώτα είχε αντιμετωπισθεί η επίθεση του Φιλοποίμενα [1]. Ο Νάβις αναλαμβάνοντας την εξουσία απελευθέρωσε πολλούς Είλωτες και περοίκους, έκανε αναδιανομή της γης και εξόρισε τους πλούσιους ολιγαρχικούς δημεύοντας τις περιουσίες τους.

Σύναψε συμμαχία με τον Φίλιππο Ε΄ ο οποίος του έδωσε σαν δώρο το Άργος. Ο Νάβις παίρνοντας το Άργος επέβαλε και εκεί τα ίδια μέτρα, διώχνοντας τους ολιγαρχικούς και μοιράζοντας την περιουσία τους. Το 196 π.χ. η Ρώμη μετά την νίκη της επί του Φιλίππου, κήρυξε τον πόλεμο στην Σπάρτη η οποία ήταν χωρίς συμμάχους, και επικήρυξε τον Νάβιδα. Ο Ρωμαϊκός στρατός με την βοήθεια πολλών Ελληνικών πόλεων, πολιόρκησε αρχικά το Γύθειο το οποίο παραδόθηκε, και έπειτα πολιόρκησε την ίδια την Σπάρτη, Το 195 π.χ. τα τείχη της Σπάρτης (που είχαν χτιστεί στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα) δεν άντεξαν και ο Ρωμαϊκός στρατός εισέβαλε σε αυτή. Τότε ο Νάβις ζήτησε σύναψη συμφωνίας με τους Ρωμαίους οι οποίοι δέχτηκαν αλλά οι όροι τους ήταν δυσμενείς για τον Νάβιδα. Τα όρια του κράτους του περιορίστηκαν σε ένα μικρό κομμάτι γύρω από την πόλη αφού αποσπάσθηκαν 24 παραλιακές πόλεις συγκροτώντας το Κοινό των Ελευθερολακώνων.

Το 192 π.χ. ο Νάβις προσπάθησε να ανακαταλάβει κάποια από τα εδάφη που είχε χάσει, καταλαμβάνοντας το Γύθειο. Εναντίον του Νάβιδα κινήθηκε ο Φιλοποίμην ο οποίος είχε νικήσει άλλες δυο φορές τον Νάβιδα σε μάχη, το 201 π.χ. στην Μεσσηνία και το 200 π.χ. στην Αρκαδία[2]. Σε αποφασιστική μάχη που έγινε στη Βαρβοθένη ο Νάβις συνετρίβη. Ο ίδιος ο Νάβις εφονεύθη από τους Αιτωλούς που είχαν συμμετάσχει στην μάχη με τον Φιλοποίμενα, δια πολλών σπαθισμών και λογχισμών.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "ἐν δὲ Λακεδαίμονι αὖθις ἐπανέστη τύραννος Νάβις, ὃς Πελοποννησίων πρώτοις ἐπέθετο Μεσσηνίοις: ἐπελθὼν δέ σφισιν ἐν νυκτὶ καὶ οὐδαμῶς τὴν ἔφοδον ἐλπίζουσιν εἷλε μὲν πλὴν τῆς ἀκροπόλεως τὸ ἄστυ, ἀφικομένου δὲ ἐς τὴν ὑστεραίαν στρατιᾷ Φιλοποίμενος ἐξέπεσεν ὑπόσπονδος ἐκ Μεσσήνης" Παυσανίας ,Αρκαδικά
  2. " ἡμέραις δὲ ὕστερον τῆς ναυμαχίας οὐ πολλαῖς Φιλοποίμην καὶ ὁ σὺν αὐτῷ λόχος φυλάξαντες νύκτα ἀσέληνον τὸ στρατόπεδον τῶν Λακεδαιμονίων κατεμπιπρᾶσιν ἐν Γυθίῳ. ἐνταῦθα ἀπέλαβεν ἐν δυσχωρίαις Νάβις Φιλοποίμενά τε αὐτὸν καὶ ὅσοι περὶ αὐτὸν τῶν Ἀρκάδων ἦσαν: ἦσαν δὲ ἄλλως μὲν ἀγαθοὶ τὰ ἐς πόλεμον, ἀριθμὸν δὲ οὐ πολλοί. " Παυσανίας ,Αρκαδικά
  3. "Νάβις ἀνέφυ σφίσιν αὖθις τύραννος: ἅτε δὲ οὐ τὰ ἀνθρώπων ἀναρπάζοντι αὐτῷ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἱερὰ συλῶντι, ἐν οὐ πολλῷ χρόνῳ χρήματά τε ἄφθονα καὶ ἀπ' αὐτῶν στρατιὰ συνείλεκτο. τούτου τοῦ Νάβιδος Μεσσήνην καταλαβόντος Φιλοποίμην καὶ οἱ Μεγαλοπολῖται νυκτὸς ἀφίκοντο τῆς αὐτῆς: [11] καὶ ὁ μὲν Σπαρτιάτης τύραννος ἀπῆλθεν ὑπόσπονδος, Ἀχαιοὶ δὲ ὕστερον τούτων μεμφόμενοί τι Μεσσηνίοις στρατεύουσιν ἐπ' αὐτοὺς παρασκευῇ τῇ πάσῃ καὶ τὰ πολλὰ ἔτεμον τῆς χώρας. καὶ οἳ μὲν αὖθις περὶ ἀκμὴν σίτου συνελέγοντο ὡς ἐς τὴν Μεσσηνίαν ἐσβαλοῦντες" Παυσανία, Μεσσηνιακά

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αρχαία Σπάρτη 1000 π.χ. - 396 π.χ., Διαμαντής Κουτούλας, εκδόσεις Δίον, Θεσσαλονίκη 1999.
  • Έθνος της Κυριακής, ένθετο Πατριδογνωσία, τεύχος 91, 9 Νοεμβρίου 2003.