Fiat G.55

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Fiat G.55 «Centauro»
FIAT G-55 Centauro (1).jpg

G.55 «Centauro»

Περιγραφή
Αποστολή Καταδιωκτικό
Πλήρωμα 1
Κατασκευαστής Fiat
Σχεδιαστής Giuseppe Gabrielli
Παρθενική πτήση 30 Απριλίου 1942
Είσοδος σε υπηρεσία 1943
Απόσυρση 1945
Πρωτεύων χρήστης Ιταλική Βασιλική Αεροπορία (Regia Aeronautica)
Περίοδος παραγωγής 1943-1945
Διαστάσεις
Μήκος 9,37 m
Εκπέτασμα 11,85 m
Ύψος 3,13 m
Επιφάνεια πτέρυγας 21,11 m²
Βάρος
Μέγιστο απογείωσης 3.720 kg
Σύστημα πρόωσης
Κινητήρες 1× Fiat R.A 1050 Tifone, 1.475 hp
Επιδόσεις
Μέγιστη ταχύτητα 620 km/h
Αυτονομία 1.160 km
Μέγιστο ύψος 12.700 m
Οπλικό φορτίο
Πολυβόλα 3×20 mm και 2×12,7 mm
Βόμβες 2×160 kg κάτω από τις ημιπτέρυγες

Το Fiat G.55 Centauro (Κένταυρος) ήταν ένα μονοθέσιο μονοκινητήριο μαχητικό αεροσκάφος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που χρησιμοποιήθηκε από τη Regia Aeronautica (Ιταλική Βασιλική Αεροπορία) κατά την περίοδο 1943-1945. Σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε στο Τορίνο από τη Fiat.

Σχεδίαση και ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα 1939, τα κύρια Ιταλικά αεροναυπηγία είχαν αρχίσει να σχεδιάζουν μια νέα σειρά μαχητικών, με ευθύγραμμο κινητήρα σε αντιδιαστολή με τους αστεροειδείς κινητήρες που διέθεταν τα Ιταλικά μαχητικά στις αρχές του Β΄ Π.Π. Αυτή η διαδικασία οδήγησε στην πρώτη γενιά Ιταλικών μαχητικών εφοδιασμένων με Ιταλικής κατασκευής αντίγραφα του κινητήρα Daimler-Benz DB 601, του επονομαζόμενου «Serie 1/2», των οποίων το πιο εξέχον μέλλος ήταν το Macchi C.202 Folgore. Όμως η διαδικασία δε σταμάτησε και ήδη στα 1941 οι σχεδιαστές έστρεψαν την προσοχή τους στο νέο Daimler-Benz DB 605. Ο σχεδιαστής της Fiat Giuseppe Gabrielli, ενώ πειραματίζονταν με μια μετατροπή του G.50 του, εξοπλισμένη με τον DB 601, ξεκίνησε ένα νέο σχέδιο που θα έφερε τον Daimler-Benz DB 605.

Το πρώτο πρωτότυπο G.55 πέταξε στις 30 Απριλίου 1942, δείχνοντας αμέσως τις πτητικές αρετές και υψηλές επιδόσεις του. Ήταν οπλισμένο με ένα πυροβόλο Mauser MG 151/20 των 20 mm, με 200 φυσίγγια, εγκατεστημένο πίσω από τον κινητήρα και τέσσερα πολυβόλα Breda-SAFAT των 12,7 mm, τα δύο στο πάνω κάλυμμα κινητήρα και τα άλλα δύο στο κάτω κάλυμμα, με αναχορηγία 300 φυσιγγίων ανά όπλο. Αυτή η διάταξη σύντομα αποδείχθηκε προβληματική, τόσο για τον επανεξοπλισμό όσο και για την τροφοδοσία των άνω όπλων. Γι’ αυτό το λόγο, στη σειρά προ-παραγωγής, τη «Serie 0», τα δύο κάτω πολυβόλα μετατοπίστηκαν στις ημιπτέρυγες

Το πρωτότυπο πέταξε ως την Guidonia, όπου υπεβλήθη σε συγκριτικές δοκιμές μαζί με τα άλλα μαχητικά της επονομαζόμενης «Serie 5», το Macchi C.205N Orione και το Reggiane Re.2005 Sagittario. Οι δοκιμές έδειξαν ότι το Centauro είχε τις καλύτερες επιδόσεις. Το C.205N ήταν καλό σε μικρό και μεσαίο υψόμετρο, ταχύ και με καλά χαρακτηριστικά βύθισης, αλλά πάνω από τα 8.000 m η απόδοσή του έπεφτε δραματικά, κυρίως στο χειρισμό. Το Re.2005 ήταν το ταχύτερο σε μεγάλο υψόμετρο, αλλά υπέφερε από δομική αδυναμία. Το πρωτότυπο G.55 έφτασε τα 620 km/h με πλήρες φορτίο, κάτι λιγότερο από το αναμενόμενο, αλλά είχε γερό σκελετό και ήταν το καλύτερο όσον αφορά το χειρισμό και τη σταθερότητα σε κάθε υψόμετρο. Το μόνο αρνητικό σημείο που παρατηρήθηκε από τους πιλότους ήταν η έντονη αριστερή παρέκκλιση από την πορεία κατά την απογείωση.

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 1943 οι αυξανόμενοι Συμμαχικοί βομβαρδισμοί στην Ιταλία, είχαν δείξει πως δεν υπήρχε κάποιο κατάλληλο μαχητικό μεγάλου υψομέτρου για να τους αντιμετωπίσει. Η απόδοση του Macchi C.202 έπεφτε απότομα μετά τα 8.000 m, το τυπικό ύψος πτήσης των βομβαρδιστικών και ο οπλισμός του (αποτελούμενος από δύο πολυβόλα των 12,7 mm) καθόλου επαρκής δεν ήταν για να καταρρίψει τα ογκώδη Αμερικανικά βομβαρδιστικά. Όπως ειπώθηκε, από τα μαχητικά της Σειράς «5» το Centauro είχε τις καλύτερες επιδόσεις μεγάλου ύψους, λόγω της μεγάλης επιφάνειας πτερύγων του. Επίσης, ο πανίσχυρος οπλισμός του, που είχε τυποποιηθεί στη σειρά παραγωγής «Serie I» σε δύο πολυβόλα των 12,7 mm στο πάνω κάλυμμα κινητήρα και τρία πυροβόλα των 20 mm (ένα ομοαξονικό με τον έλικα και από ένα ακόμα σε κάθε ημιπτέρυγα), ήταν αρκετός για να καταρρίψει τα μεγάλα βομβαρδιστικά, με τη βοήθεια της γενναιόδωρης αναχορηγίας πυρομαχικών του (250 φυσίγγια των 20 mm στον ομοαξονικό πυροβόλο αντί των 120 του Re. 2005).

Έτσι, η Ιταλική Αεροπορία ανέθεσε την παραγωγή 1.800 G.55, επεκτείνοντάς την κατόπιν σε 3.600. Μια σειρά προ-παραγωγής 34 μονάδων παραγγέλθηκε αρχικά. Αυτά τα αεροσκάφη βασίζονταν κυρίως στο πρωτότυπο, με μικρές αλλαγές για να βελτιώσουν τα πτητικά του χαρακτηριστικά. Είχαν διαφορετική οπλική διάταξη όπως ειπώθηκε παραπάνω, με τα δύο κάτω πολυβόλα να μετακινούνται στα φτερά. Μόνο 19 από τα 34 κατασκευάστηκαν και 6 από αυτά τροποποιήθηκαν στο εργοστάσιο, σύμφωνα με το πρότυπο «Serie I».

Η γραμμή παραγωγής Serie I είχε τον τυπικό οπλισμό των τριών πυροβόλων και δύο πολυβόλων, συν δύο υποδοχές εγκατάστασης κάτω από τις ημιπτέρυγες, που μπορούσαν να δεχθούν δύο βόμβες μέχρι 160 kg ή δύο απορριπτόμενες δεξαμενές καυσίμου των 100 λίτρων. Κατά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, 35 G.55 όλων των σειρών είχαν παραχθεί, συμπεριλαμβανομένων των τριών πρωτοτύπων. Κανένα δε διέφυγε στη Νότιο Ιταλία όπου βρίσκονταν η νέα κυβέρνηση. Από εκείνη την ημέρα, ο «Κένταυρος» υπηρέτησε με την Aeronautica Nazionale Repubblicana (ANR), την αεροπορία του φασιστικού κράτους που ίδρυσε ο Mussolini στο Βορά με Γερμανική βοήθεια.

Το εργοστάσιο της FIAT στο Τορίνο συνέχισε την παραγωγή υπό Γερμανικό έλεγχο, ώσπου σταμάτησε το Σεπτέμβριο του ’44. 148 G.55 παραδόθηκαν συνολικά στην ANR, 15 ακόμα καταστράφηκαν από Αμερικανικούς βομβαρδισμούς και όταν το εργοστάσιο καταλήφθηκε, άλλες 37 μονάδες ήταν έτοιμες, ενώ 73 βρίσκονταν ακόμα σε γραμμή παραγωγής, σε διαφορετική φάση αποπεράτωσης.

Επιχειρησιακή ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις αρχικές δοκιμές την Άνοιξη του 1943, το πρωτότυπο G.55 αποσπάστηκε στην 353η Squadriglia (Σμήνος), του ΧΧ Gruppo (Μοίρα), του 51ου Stormo (Πτέρυγα), για τις αρχικές επιχειρησιακές δοκιμές. Το Μάιο, το Σμήνος μετατέθηκε στη Σαρδηνία, όπου άρχισε τις αναχαιτίσεις: το G.55 πήρε το βάπτισμα του πυρός στις 5 Ιουνίου 1943, μαζί με τα C.202 and C.205. Τον ίδιο μήνα, 12 G.55/0 παραδόθηκαν στην ΙV εφεδρική Μοίρα που είχε αποστολή να υποστηρίζει με αεροσκάφη και προσωπικό την 51η, 52η και 53η Πτέρυγα και τη CLXI αυτόνομη Μοίρα.

Σύντομα, αυτά τα αεροσκάφη παραδόθηκαν στο 353ο Σμήνος, που αποσπάστηκε στο αεροδρόμιο του Ciampino κοντά στη Ρώμη, για να συμβάλει στην άμυνα της πρωτεύουσας. Τον Ιούλιο και Αύγουστο το Σμήνος εκτέλεσε αρκετές αποστολές πάνω από τη Ρώμη, ενισχυμένο και από τα υπόλοιπα Σμήνη της Μοίρας ΧΧ που θα εξοπλίζονταν με Κενταύρους. Τον Αύγουστο, τα πρώτα υποδείγματα του G.55/I παραδόθηκαν από τη FIAT στο Σμήνος 372. Το Σεπτέμβριο, με την Ανακωχή, όλα τα G.55 αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς ή διέφυγαν στη Βόρειο Ιταλία με τα πληρώματά τους.

Το Centauro μπήκε στην υπηρεσία της ANR. Αποφασίστηκε να παραχθούν 500 G.55, εκ των οποίων 300 G.55/I και 200 G.55/II της Serie II, που προβλέπονταν να οπλιστεί με πέντε πυροβόλα MG 151/20 και καθόλου πολυβόλα. Όπως ειπώθηκε, μόνο 148 παραδόθηκαν στις μονάδες της ANR, που καθώς ο αριθμός των διαθέσιμων G.55 ελαττώνονταν, σταδιακά επανεξοπλίστηκαν με Bf 109G διαφόρων εκδόσεων, αν και οι Ιταλοί πιλότοι συνήθιζαν να αποφεύγουν την αντικατάσταση των G55 τους από ένα αεροσκάφος που οι ίδιοι θεωρούσαν υποδεέστερο.

Η ANR διέθετε δύο Μοίρες καταδιωκτικών. Η πρώτη ήταν αρχικά εξοπλισμένη με το C.205, από το Νοέμβριο του 1943 μέχρι το Μάιο του 1944 και τον Ιούνιο επανεξοπλίστηκε με το G.55/I, μέχρι το Νοέμβριο που άρχισε να το αντικαθιστά με το Bf 109G. Η δεύτερη Μοίρα ήταν η κύρια μονάδα των G.55, εκ των οποίων παρέλαβε 70 αεροσκάφη μεταξύ Δεκεμβρίου 1943 και Αυγούστου 1944, οπότε και αυτή άρχισε σταδιακά να τα αλλάζει με Bf 109G.

Η πρώτη μονάδα της ANR που εξοπλίστηκε με G.55 ήταν το Σμήνος Montefusco, το Νοέμβριο του 1943, που έδρασε με βάση το Piemonte μέχρι τις 29 Μαρτίου 1944, όταν απορροφήθηκε από την 1η Μοίρα και μεταφέρθηκε στο Βένετο. Η 2η Μοίρα, τα τρία Σμήνη της (το 4ο, Gigi Tre Osei, το5ο, Diavoli Rossi και το 6ο Gamba di Ferro), επιχειρούσε κοντά στο Μιλάνο μέχρι τον Απρίλιο του ’44, κατόπιν μεταφέρθηκε κοντά στην Parma και στη συνέχεια κοντά στη Βερόνα.

Γερμανικό ενδιαφέρον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δεκέμβριο του 1942, μια τεχνική επιτροπή της Regia Aeronautica προσκλήθηκε από τη Luftwaffe να δοκιμάσει μερικά Γερμανικά αεροσκάφη στο Rechlin. Η επίσκεψη ήταν μέρος ενός κοινού σχεδίου ομογενοποίησης της παραγωγής αεροσκαφών των δυνάμεων του Άξονα. Την ίδια στιγμή, κάποιοι αξιωματούχοι της Λούφτ-βάφε επισκέφτηκαν τη Guidonia, όπου έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ελπιδοφόρες επιδόσεις των αεροσκαφών της Σειράς Πέντε.

Στις 9 Δεκεμβρίου οι εντυπώσεις τους συζητήθηκαν σε μια επιτελική διάσκεψη της Luftwaffe και προκάλεσαν το ενδιαφέρον του ίδιου του Goering. Το Φεβρουάριο του ’43 μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων εστάλη στην Ιταλία για να αξιολογήσει τα νέα Ιταλικά μαχητικά. Η επιτροπή αποτελούνταν από αξιωματικούς και πιλότους της Luftwaffe καθώς και από τεχνικό προσωπικό. Οι Γερμανοί έφεραν μαζί τους και κάποια αεροσκάφη, μεταξύ των οποίων ένα Fw 190A και ένα Bf 109G για άμεσες συγκριτικές δοκιμές σε εικονικές αερομαχίες.

Οι δοκιμές άρχισαν στις 20 Φεβρουαρίου. Η Γερμανική επιτροπή εντυποσιάστικε πολύ από τα Ιταλικά αεροσκάφη και ιδιαίτερα από το G.55. Γενικά, όλα τα μαχητικά της Σειράς Πέντε ήταν πολύ καλά σε χαμηλό ύψος αλλά το G.55 ανταγωνίζονταν τους Γερμανούς αντιπάλους του ακόμα και σε ζητήματα ταχύτητας και ρυθμού ανόδου σε μεγάλο υψόμετρο, διατηρώντας και τότε ανώτερα χαρακτηριστικά χειρισμού. Η οριστική αξιολόγηση της Γερμανικής επιτροπής ήταν «εξαιρετικό» για το G.55, «καλό» για το Re.2005 και «μέτριο» για το C.205. Ο επικεφαλής της επιτροπής χαρακτήρισε το G.55 ως «το καλύτερο μαχητικό του Άξονος» και τηλεγράφησε αμέσως τις εντυπώσεις του στο Γκέρινγκ. Με βάση τη σχετική αξιολόγηση ο Γκέρινγκ κάλεσε συνέλευση στις 22 Φεβρουαρίου που ψήφισε την παραγωγή του G.55 στη Γερμανία.

Το Γερμανικό ενδιαφέρον, εκτός από τα θετικά αποτελέσματα των δοκιμών, προέρχονταν επίσης και από τις δυνατότητες ανάπτυξης που διέβλεπαν στα G.55 και Re.2005. Ειδικότερα, το G.55 ήταν μεγάλο και βαρύ και θεωρούνταν πολύ καλός υποψήφιος για το νέο κινητήρα DB 603. Μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 1943, το αεροσκάφος ήλθε στη Γερμανία για περαιτέρω δοκιμές. Ο Γκαμπριέλλι και άλλα στελέχη της ΦΙΑΤ προσεκλήθησαν να επισκεφθούν Γερμανικά εργοστάσια και να συζητήσουν την εξέλιξη του αεροσκάφους.

Οι προδιαγραφές του Γερμανικού G55/II περιελάμβαναν τον κινητήρα DB 603, πέντε πυροβόλα των 20 mm και πιλοτήριο σταθερής ατμοσφαιρικής πίεσης. Η πρόταση οπλισμού στα φτερά, περιορισμένη σε ένα μόνο πυροβόλο σε κάθε ημιπτέρυγα, τυποποίησε την τελική εκδοχή της γνωστής μας Serie I, ενώ ο κινητήρας DB 603 εγκαταστάθηκε επιτυχώς στο πρωτότυπο G.56. Η Luftwaffe απέκτησε στη συνέχεια τρεις πλήρεις σκελετούς από G.55/0, για αξιολόγηση και πειράματα, σε αντάλλαγμα για τρεις κινητήρες DB 603 και αρχικά μηχανήματα για τη δημιουργία μιας γραμμής παραγωγής Ιταλικών αντιγράφων του DB 605. Δύο από τα G.55 της Luftwaffe παρέμειναν στο Τορίνο, όπου Γερμανοί και Ιταλοί μηχανικοί τα χρησιμοποίησαν για να μελετήσουν τις σχεδιαζόμενες μετατροπές και τις πιθανές βελτιώσεις στη διαδικασία παραγωγής. Αργότερα, αυτά τα δύο μετατράπηκαν σε Serie I και παραδόθηκαν στην ANR. Το τρίτο μεταφέρθηκε στο Rechlin για δοκιμές και πειράματα στη Γερμανία. Οι κινητήρες DB 603 χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των πρωτοτύπων G.56.

Το ενδιαφέρον για το πρόγραμμα G.55 παρέμεινε υψηλό και μετά την Ανακωχή. Τον Οκτώβριο του ’43, ο Kurt Tank, που νωρίτερα είχε δοκιμάσει προσωπικά ένα G.55 στο Rechlin και δεν είχε παρά μόνον επαίνους γι’ αυτό, έφτασε στο Τορίνο για να συζητήσει σχετικά με την παραγωγή του αεροσκάφους. Ωστόσο, η εξέλιξη του πολέμου και η μη βελτίωση της διαδικασίας παραγωγής οδήγησαν τη Luftwaffe στο να εγκαταλείψει τελικά το πρόγραμμα του G.55. Σε πρώτη φάση, η παραγωγή του αεροσκάφους θα απαιτούσε περίπου 15.000 εργατοώρες. Εκτιμόνταν πως ο αριθμός αυτός ήταν δυνατό να μειωθεί στις 9.000, όμως τα Γερμανικά εργοστάσια μπορούσαν ήδη να παράγουν ένα Bf 109 με μόνο 5.000 εργατοώρες.

Fiat G.56[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Fiat G.56 ήταν βασικά ένα Fiat G.55 με Γερμανικό κινητήρα Daimler-Benz DB 603. Δύο πρωτότυπα κατασκευάστηκαν και οι δοκιμές άρχισαν την Άνοιξη του 1944.

Η μέγιστη ταχύτητα έφτανε τα 685 km/h και το αεροσκάφος ήταν οπλισμένο με τρία Γερμανικά πυροβόλα των 20 mm, το ένα ομοαξονικό να βάλει μέσα από τον έλικα και τα άλλα εγκατεστημένα στις ημιπτέρυγες.

Μετά τον πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το τέλος του πολέμου, η Fiat έβαλε σε παραγωγή το G.55A, ένα μαχητικό/προηγμένο εκπαιδευτικό, του οποίου το πρώτο πρωτότυπο πέταξε στις 5 Σεπτεμβρίου 1946. Η νέα Ιταλική Πολεμική Αεροπορία απέκτησε 19 και η Αργεντινή Αεροπορία άλλα 30, εκ των οποίων τα 19 αργότερα τα πούλησε στην Αίγυπτο. Το G.55B ήταν ένα διθέσιο προηγμένο εκπαιδευτικό, που η Ιταλική Αεροπορία απέκτησε σε 10 μονάδες και η Αργεντινή σε άλλες 15.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγγενείς τύποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογα αεροσκάφη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα