Σάντα Κωνστάντσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°55′21.3650″N 12°31′2.6342″E / 41.922601389°N 12.517398389°E / 41.922601389; 12.517398389

Σάντα Κωστάντσα
Facade - Santa Costanza - Rome 2016 (2).jpg
Είδοςεκκλησία[1] και ρωμαϊκό μαυσωλείο
Διεύθυνσηvia Nomentana, 349 - Roma[2]
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°55′21″N 12°31′3″E
ΘρήσκευμαΚαθολικισμός[3]
Θρησκευτική υπαγωγήρωμαιοκαθολική επισκοπή της Ρώμης
Διοικητική υπαγωγήΡώμη
ΤοποθεσίαΤομέας 2 της Ρώμης
ΧώραΙταλία[4]
Προστασίαιταλικό πολιτισμικό αγαθό[2]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα
Άποψη του μαυσωλείου της Σάντα Κωνστάντσα και του εναπομείναντος τείχους της Κωνσταντίνειας βασιλικής (φωτογραφία από την αψίδα της βασιλικής).
Χαρακτικό του Τζ. Μπ. Πιρανέζι που δείχνει τις υψομετρικές διαφορές της τοποθεσίας.

Η Αγία Κωνσταντία (ιταλικά: Santa Costanza, προφέρεται: Σάντα Κοστάντσα) είναι εκκλησία του 4ου αι. στη Ρώμη, στην Οδό προς το Νομέντουμ (Via Nomentana), η οποία εκτείνεται βορειοανατολικά έξω από την πόλη. Είναι ένα κυκλικό κτήριο με καλά διατηρημένη την αρχική μορφή και τα ψηφιδωτά του. Έχει κτιστεί δίπλα σε μία εκκλησία σε σχήμα πετάλου, τώρα ερειπωμένη, η οποία έχει αναγνωριστεί ως η αρχική ταφική βασιλική της Αγίας Αγνής του 4ου αι. (Σημειώστε ότι η πολύ μεταγενέστερη εκκλησία της Αγίας Αγνής εκτός των Τειχών, που εξακολουθεί να βρίσκεται κοντά, είναι διαφορετική από την παλαιότερη ερειπωμένη).[5][6] Το μαυσωλείο της Σάντα Κωνστάντσας και η βασιλική της παλαιάς Αγίας Αγνής κτίστηκαν επάνω από προηγούμενες κατακόμβες, στις οποίες πιστεύεται ότι ήταν θαμμένη η Αγία Αγνή.

Σύμφωνα με την παραδοσιακή άποψη, η Σάντα Κωνστάντσα κτίστηκε κατά τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Α΄ ως το μαυσωλείο για την κόρη του Κωνσταντίνα, αργότερα γνωστή και ως Κωνσταντία ή Κωστάντσα, η οποία απεβίωσε το 354.[7] Ωστόσο πιο πρόσφατες ανασκαφές έχουν θέσει αυτή την ημερομηνία (και ως εκ τούτου τον αρχικό σκοπό του κτηρίου) σε αμφισβήτηση. Τελικά η σαρκοφάγος της Κωνσταντίνας στεγάστηκε εδώ, αλλά μπορεί να μεταφέρθηκε από παλαιότερη τοποθεσία.[8]

Το μαυσωλείο είναι κυκλικής μορφής με κυκλικό διάδρομο (ambulatory) να περιβάλλει έναν κεντρικό τρούλο. Το ύφασμα της Αγίας Κωνσταντίας διασώθηκε στην αρχική του μορφή. Παρά την απώλεια των πολύχρωμων λίθινων επικαλύψεων των τοίχων, τις κάποιες ζημιές στα ψηφιδωτά και τη λανθασμένη αποκατάσταση, το κτήριο βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση ως ένα εξαιρετικό παράδειγμα παλαιοχριστιανικής τέχνης και αρχιτεκτονικής. Τα τόξα των αψίδων και ο κυκλικός διάδρομος έχουν ένα καλό παράδειγμα υστερορωμαϊκών ψηφιδωτών. Σημαντικό στοιχείο που λείπει από το διακοσμητικό σχήμα, είναι το ψηφιδωτό του κεντρικού τρούλου. Ωστόσο τον 16ο αι. φτιάχτηκαν υδατογραφίες αυτού του κεντρικού τρούλου, έτσι ώστε το εικονογραφικό σχέδιο να μπορεί να ανακατασκευαστεί υποθετικά.[9] Η μεγάλη σαρκοφάγος από πορφυρίτη, θεωρούμενη της Κωνσταντίνας (είτε της αδελφής της Ελένης) σώθηκε άθικτη και βρίσκεται τώρα στα Μουσεία Βατικανού: είναι ένα αντικείμενο μεγάλης σημασίας για τη μελέτη της τέχνης της ύστερης Αρχαιότητας.[9][5]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανακατασκευή σε σχέδιο του Τζ. Μπ. Πιρανέζι του 18ου αι. της αρχικής κάτοψης της ταφικής αίθουσας (βασιλικής) και των δύο προσαρτημένων σε αυτή κυκλικών μαυσωλείων, με της Σάντα Κωνστάντσας να είναι το βόρειο (οι σύγχρονες απόψεις δεν υποστηρίζουν το νότιο). Το έδαφος αποκλίνει απότομα προς τα δεξιά και υπάρχουν μεγάλα υππστηρίγματα, που σώζονται. Η Αγία Αγνή εκτός των Τειχών θα ήταν έξω από την εικόνα, κάτω από την κάτω αριστερή γωνία. [10]

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σάντα Κωνστάντσα βρίσκεται ένα λεπτό με τα πόδια από την πλευρά της Via Nomentana, σε μικρή απόσταση έξω από τα αρχαία τείχη της Ρώμης. Ο δρόμος ακολουθεί την αρχαία ρωμαϊκή διαδρομή, που περνά βορειοανατολικά από τη Ρώμη προς τις πόλεις Nomentum και Mentana. Η περιοχή ήταν ένα αυτοκρατορικό οικογενειακό κτήμα και τα σώματα των αδελφών μεταφέρθηκαν σε μεγάλη απόσταση για να ταφούν εκεί: ο Αμμιανός καταγράφει ότι το σώμα της Κωνσταντίας μεταφέρθηκε εκεί από τη Βιθυνία και της Ελένης από τη Γαλατία (Ιστορία XIV: 11, 6).[11]

Το μαυσωλείο κτίστηκε επάνω από τις κατακόμβες, που περιείχαν τα λείψανα της Αγίας Αγνής, η οποία μαρτύρησε 13 ετών. Αυτό ήταν προσαρτημένο στην αρχαία βασιλική της Αγίας Αγνής στη μέση κατά μήκος της βόρειας πλευράς. [6] Η βασιλική ήταν αρχικά μία «ταφική αίθουσα», παρά μία εκκλησία με τη σύγχρονη έννοια. Ο μεταγενέστερος μύθος επεξεργάστηκε σημαντικά την αφοσίωση της Κωνσταντίνας στην Αγία Αγνή, αλλά τώρα δεν μπορεί να προσδιοριστεί, εάν αυτό ήταν ένας παράγοντας στην επιλογή του τόπου. Επειδή σε γενικές γραμμές οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν, ότι οι ψυχές τους ωφελούντο από το να ταφούν κοντά στους μάρτυρες, έτσι είναι σχεδόν βέβαιο, ότι αυτή είναι η αιτία οικοδομής της ταφικής αίθουσας σε όσους πλήρωσαν για να ταφούν σε αυτήν. Η προσάρτηση ενός σημαντικού μαυσωλείου ως παράρτημα σε μία εκκλησία ήταν μία συνηθισμένη πρακτική στη Ρώμη και μπορεί να δει κάποιος αυτό στις περιπτώσεις άλλων Ρωμαϊκών εκκλησιών, όπως το μαυσωλείο της Ελένης (της μητέρα του Κωνσταντίνου), το οποίο ήταν προσαρτημένο στη βασιλική των Αγίων Μαρκελίνου και Πέτρου στις Δύο Δάφνες (Santi Marcellino e Pietro ad Duas Lauros), τώρα ερείπιο.[12]

Θέα στην αψίδα της ερειπωμένης βασιλικής, μπροστά από τη Σάντα Κωνστάντσα.

Από την αρχική Βασιλική της Αγίας Αγνής σώζεται μόνο το ένα τρίτο του κύριου εξωτερικού τοίχου, από τη βόρεια πλευρά και η αψίδα στο ανατολικό άκρο, αλλά σε λιγότερο από το αρχικό ύψος. Μέχρι τον 7ο αι. η βασιλική είχε καταρρεύσει και ήταν πολύ μεγάλη για να ανακαινιστεί, και η σημερινή πολύ μικρότερη Βασιλική της Αγίας Αγνής εκτός των Τειχών κτίστηκε για να την αντικαταστήσει, λίγα μέτρα μακριά.

Σκοπός χρήσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδοσιακά θεωρείται ότι το μαυσωλείο ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄ ή λίγο μετά. Ως πρώιμη ιστορία το Ποντιφικό Βιβλίο (Liber Pontificalis) καταγράφει, ότι ο πάπας Σίλβεστρος Α΄ (απεβ. 335) βάπτισε την Κωνσταντίνα και τον εκ πατρός θείο της σε βαπτιστήριο, που έκτισε εκεί ο Κωνσταντίνος Α΄ ταυτόχρονα με την ταφική αίθουσα. Αυτό το βαπτιστήριο εθεωρείτο ότι είναι το μαυσωλείο που σώζεται. Αλλά οι ανασκαφές το 1992 ανακάλυψαν ένα προηγούμενο κτήριο από κάτω, και το υπάρχον κτήριο χρονολογείται τώρα γύρω στο 350.

Το κτήριο της Σάντα Κωνστάντσα αντικατοπτρίζει την αρχική του λειτουργία ως μαυσωλείου μίας ή και των δύο κορών του Κωνσταντίνου, της Κωνσταντίας και της Ελένης, παρά ως εκκλησία που έγινε πολύ αργότερα. Ο κυκλικός σχεδιασμός έδωσε «άμεση φυσική έμφαση στο άτομο ή στον τόπο που έπρεπε να τιμηθεί»[13] και ήταν δημοφιλής για τα μαυσωλεία και τους χώρους των βαπτίσεων εκείνη την εποχή. Άλλα παλαιοχριστιανικά κτήρια με παρόμοια προέλευση και κυκλικό σχέδιο περιλαμβάνουν τον καθεδρικό ναό του Σπλιτ, που κτίστηκε στο παλάτι του Διοκλητιανού ως μαυσωλείο του και τη Ροτόντα του Γαλέριου (τώρα εκκλησία του Αγίου Γεωργίου) στη Θεσσαλονίκη, κτισμένη ως μαυσωλείο για τον Γαλέριο.[13]

Η τεράστια ταφική αίθουσα (η Κωνσταντίνεια βασιλική) σταδιακά εξέπεσε από τη χρήση και έγινε ερείπια, με τη βάση του τοίχου της να επιβιώνει τώρα για το ένα τρίτο περίπου των αρχικών εξωτερικών τοίχων, αλλά η Σάντα Κωνστάντσα έχει επιβιώσει άθικτη. Είναι τεκμηριωμένο ότι ο πάπας Νικόλαος Α΄ τέλεσε λειτουργία εκεί το 865, την πρώτη φορά που η Σάντα Κωνστάντσα καταγράφεται με το όνομά της, αλλά ο καθαγιασμός της ως εκκλησίας δεν έγινε μέχρι το 1254, από τον πάπα Αλέξανδρο Δ΄, ο οποίος, αυτά που πίστευαν ότι ήταν τα λείψανα της Κωνσταντίας, τα μετέφερε από τη μεγαλύτερη σαρκοφάγο και τα τοποθέτησε κάτω από έναν κεντρικό βωμό.[14]

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρόσοψη σήμερα.

Η Σάντα Κωνστάντσα είναι ένα κυκλικό, συμμετρικό κτήριο, με έναν κυκλικό διάδρομο (ambulatory) γύρω από έναν υψηλό, κεντρικό χώρο με έναν ρηχό τρούλο, ο οποίος υψώνεται σε ένα κυλινδρικό τύμπανο, όπως φαίνεται από το εξωτερικό. Το κτήριο είναι κτισμένο από σκυρόδεμα με τούβλα και η δομή του είναι βασικά δύο δακτύλιοι, που στηρίζονται σε κίονες τοποθετημένους γύρω από έναν κατακόρυφο κεντρικό άξονα. Ο άνω δακτύλιος στηρίζεται στους κίονες, ενώ ο «κάτω δακτύλιος περικλείει έναν κυκλικό διάδρομο, του οποίου ο χώρος ρέει μεταξύ των κιόνων προς στον κεντρικό κύλινδρο».[15] Αυτός ο σχεδιασμός ουσιαστικά δημιουργεί δύο χώρους ή δύο κόσμους, αυτόν του κυκλικού διαδρόμου και του άνω τρούλου. Οι σκοτεινοί χώροι του κυκλικού διαδρόμου και του εσωτερικού δακτυλίου δημιουργούν μία αντίθεση με τον φωτεινό άνω χώρο του θόλου. Αυτή η αντίθεση φωτός μπορεί να φανεί στην εικόνα του κύριου εσωτερικού. Η μονή θύρα, πλαισιωμένη από δύο τοξωτές κόγχες, θα ήταν αρχικά μία εσωτερική αψίδα ή μία θύρα, που οδηγούσε κατευθείαν στην Κωνσταντίνεια βασιλική (την ταφική αίθουσα), στα μισά του μήκους της. Υπάρχει ένας σύντομος προθάλαμος (vestibule) μέσα στη θύρα, που ανοίγει προς τον διάδρομο.

Εσωτερική άποψη.

Μία τοξωτή στοά με δώδεκα ζεύγη γρανιτένιων κιόνων διακοσμημένων με σύνθετα κιονόκρανα στηρίζει το τύμπανο κάτω από τον τρούλο και χωρίζει τον κυκλικό διάδρομο με την κεντρική περιοχή. Ο διάδρομος είναι πολύ πιο σκοτεινός, καθώς το φως από δώδεκα παράθυρα της επάνω σειράς (clerestory) δεν είναι αρκετό. Αντίθετα, η κεντρική περιοχή είναι καλά φωτισμένη, δημιουργώντας αλληλεπίδραση ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως στο εσωτερικό.

Ο αριθμός των 12 τόξων, ζευγών κιόνων και παραθύρων θα μπορούσε να είναι μία αναφορά στους Δώδεκα Αποστόλους. Απέναντι από την είσοδο σε αυτόν τον κεντρικό χώρο υπάρχει «ένα είδος ουρανού (baldacchino), ... που υψώνεται επάνω από μία πλάκα από πορφυρίτη, η οποία, κάτω από μία αψίδα του κεντρικού δωματίου, κάποτε φαίνεται ότι έφερε τη σαρκοφάγο της πριγκίπισσας».[16] Εδώ θα βρισκόταν η σαρκοφάγος της Κωνσταντίνας, ή ίσως της αδελφής της Ελένης. Ο κυκλικός διάδρομος είναι θολωτός και έχει διάμετρο 22,5 μέτρα (74 πόδια).[9] Αυτός έχει τα περισσότερα από τα σωζόμενα ψηφιδωτά στην εκκλησία. Μεγαλύτερα τόξα σηματοδοτούν τα βασικά σημεία στο μαυσωλείο. Οι τοίχοι πιθανότατα ήταν καλυμμένοι με πλάκες από πολύχρωμο μάρμαρο, όπως συνηθιζόταν στα αυτοκρατορικά κτήρια. Το μαυσωλείο ήταν επίσης -σε κάποιο βαθμό- ένας νέος τύπος κτηρίου. Ήταν διαφορετικό από τα παλαιότερης τεχνοτροπίας ως προς την οροφή, η οποία στο παρελθόν θα ήταν τυπικά επίπεδη και κατασκευασμένη από ξύλο, καθώς εδώ σχεδιάστηκε ως θόλος με τόξα.[17]

Διακόσμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ψηφιδωτά του θόλου στον κυκλικό διάδρομο και οι διπλοί κίονες.

Ψηφιδωτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ψηφιδωτά της Σάντα Κωνστάντσα είναι σημαντικά παραδείγματα της παλαιοχριστιανικής τέχνης και -ακόμη σπανιότερα- παραδείγματα κοσμικών ψηφιδωτών οροφής παλατιών. Οι αψίδες, ο κεντρικός τρούλος και ο κυκλικός διάδρομος είχαν ψηφιδωτό διάκοσμο, αν και δεν σώζεται πλέον στον τρούλο.

Ψηφιδωτά στις αψίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιδωτό με την Παράδοση του Νόμου (Traditio Legis).

Στον τοίχο του ημικυκλικού διαδρόμου υπάρχουν δύο ρηχές αψίδες, καθεμία με ένα ψηφιδωτό, που δείχνει τον Χριστό ως Παντοκράτορα, τα πρώτα δείγματα αυτής της απεικόνισης που σώζονται. Πιθανότατα χρονολογούνται στον 5ο ή τον 7ο αι., αν και έχει γίνει μεγάλη συζήτηση γι' αυτό.[14] Όπως πολλά ψηφιδωτά της περιόδου, και τα δύο έχουν υποστεί αποκατάσταση και αμφότερα δείχνουν στοιχεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εικονογραφίας, αντιπροσωπεύοντας πρώιμα παραδείγματα της συγχώνευσης αυτής με τη χριστιανική τέχνη. Ένα ψηφιδωτό με δύο γυναίκες που φορούσαν λευκά, που αναφέρθηκε ότι ήταν πίσω από τη σαρκοφάγο στην εποχή της Αναγέννησης, τώρα δεν υπάρχει και δεν φτιάχτηκε ποτέ κάποιο σχέδιό του.[14]

Μία από τις αψίδες δείχνει μία παράδοση (traditio): ο Χριστός εμφανίζεται με τους Αγίους Πέτρο και Παύλο να δίνει στον Πέτρο τον κύλινδρο, που αντιπροσωπεύει τον νόμο, με την επιγραφή "DOMINUS PACEM DAT" (Κύριος ειρήνη δίδει). Μερικά πρόβατα αντιπροσωπεύουν τον ρόλο του ως ποιμένος, που κυβερνά και οδηγεί το ποίμνιό του. Ο Χριστός είναι ενδεδυμένος με χρυσά ενδύματα, υποδηλώνοντας τη δύναμη και την υπεροχή του. Δείχνεται να υψώνεται επάνω από τον Παράδεισο, πράγμα που δείχνει περαιτέρω την κυριαρχία του, τόσο στον ουρανό, όσο και στη γη.[18]

Στη δεύτερη αψίδα ο Χριστός εμφανίζεται κάπως πιο απλά, αλλά και πάλι εξαιρετικά ισχυρός. Τα ενδύματά του δεν είναι τόσο πλούσια όσο στην άλλη αψίδα, ωστόσο εξακολουθούν να υποδηλώνουν δύναμη. Φορά έναν απλό χιτώνα, αλλά είναι πορφυρός με χρυσό. Αυτό υποδηλώνει όχι μόνο τη θεϊκή ισχύ, αλλά και τη βασιλική, δεδομένου ότι το πορφυρό είναι το χρώμα της βασιλικής οικογένειας και οι χρυσές ρίγες υποδηλώνουν μία σύνδεση με τους Ρωμαίους Αυτοκράτορες. Ο Πέτρος προσεγγίζει επίσης τον Χριστό με ικεσία, όπως κάποιος θα πλησίαζε τον Αυτοκράτορα. Αυτό είναι ένα από τα πρώτα παραδείγματα στη χριστιανική τέχνη του Χριστού, που απεικονίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως ο αυτοκράτορας ή οι βασιλείς. Είναι μία έννοια, που θα επικρατούσε αργότερα στη χριστιανική τέχνη και αρχιτεκτονική. Σε αυτή την αψίδα ο Χριστός δεν απεικονίζεται απλώς ως βασιλιάς, αλλά ως κυβερνήτης του κόσμου, όλης της οικουμένης. Κάθεται επάνω σε μία μπλε σφαίρα, ένα σαφές σύμβολο για τον κόσμο ή το σύμπαν. Από αυτή, παραδίδει τα κλειδιά στον Πέτρο. Αυτό είναι ένα σαφές σημάδι του Χριστού και της δύναμης του ουρανού, που δίνει εξουσία και ιερή δύναμη στον άνθρωπο. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι ο Πέτρος ήταν ο πρώτος επίσκοπος της Ρώμης, οπότε αυτό σήμαινε ότι η ρωμαϊκή εξουσία εγκρίθηκε από τον Θεό. Αυτή η αντίληψη και η εικόνα του Χριστού ως παντοδύναμου κυβερνήτη και δημιουργού του κόσμου θα ήταν ο κανόνας στα έργα τέχνης των μεταγενέστερων εκκλησιών, όμως εμφανίζεται για πρώτη φορά εδώ στη Σάντα Κωνστάντσα.[19]

Ψηφιδωτά στον κυκλικό διάδρομο (ambulatory)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιδωτό στον κυκλικό διάδρομο.

Τα ψηφιδωτά του 4ου αι. στον θόλο του κυκλικού διαδρόμου είναι σύγχρονα με το κτήριο και δείχνουν μία έντονη αντίθεση με αυτά των αψίδων, που είναι ουσιαστικά κοσμικά· έχουν πλαίσια που περιέχουν γεωμετρικά σχέδια, μικρά κεφάλια ή μορφές σε διαμερισμένα πλαίσια, πουλιά με κλαδιά με φύλλωμα, αγγεία και άλλα αντικείμενα, και σχέδια αμπέλου με ερωτιδείς σε συγκομιδή και οινοποίηση. Αυτός ο τελευταίος τύπος σκηνής εμφανίζεται επίσης στη σαρκοφάγο της Κωνσταντίνας, όπως συμβαίνει στα άκρα της σαρκοφάγου του Ιουνίου Βάσσου. Ενώ τα ψηφιδωτά των αψίδων έχουν πολύ σαφή χριστιανική εικόνα, εκείνα που βρίσκονται στον κυκλικό διάδρομο είναι πολύ πιο κοσμικά και θα μπορούσαν να θεωρηθούν Διονυσιακά με τις εικόνες τους σταφυλιών, φρούτων, πτηνών και μυθολογικών μορφών.[20] Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα ψηφιδωτά δαπέδου, που είναι παρόμοια στην τεχνοτροπία με αυτά του κυκλικού διαδρόμου, γεμάτα με κούπες, πτηνά, Βάκχους και αμπέλια. Αυτό μπορεί να αντικατοπτρίζει τη συγχώνευση ειδωλολατρικών και χριστιανικών αξιών στη Ρώμη,[21] ή εναλλακτικά την κατασκευή των ψηφιδωτών από τον μη χριστιανό Ιουλιανό.[5] Αυτά πιθανότατα αντιπροσωπεύουν το είδος της διακόσμησης, που βρέθηκε στα Αυτοκρατορικά παλάτια της περιόδου και γενικά χρειάστηκαν λίγη αποκατάσταση.

Κεντρικός τρούλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ψηφιδωτά του κεντρικού τρούλου δεν υπάρχουν πια, αλλά μία εικόνα τους μπορεί να ανακατασκευαστεί, καθώς μεταξύ 1538 και 1540 ο Φρανσίσκο ντε Ολλάντα έφτιαξε αντίγραφα σε ακουαρέλα αυτών που σωζόταν τότε. Σε αυτές τις πολυάριθμες σκηνές εμφανίζονται -σε ομοιότητα με ζωγραφικές κατακομβών του 3ου αι.- βιβλικά θέματα, όπως η Σωσσάνη και οι πρεσβύτεροι, ο Τωβίτ, οι θυσίες του Κάιν και του Άβελ, η θυσία του Ηλία στο όρος Κάρμηλο, πιθανώς ο Λωτ που δέχεται τους αγγέλους, ο Μωυσής να χτυπά τον βράχο για νερό, και ενδεχομένως ακόμη και ο Νώε που κτίζει την κιβωτό. Η επάνω σειρά ψηφιδωτών, που χάλασε σε μεγάλο βαθμό μέχρι τον 16ο αι., θεωρείται ότι είχε σκηνές από την Καινή Διαθήκη, αφού έχει το θαύμα του Εκατόνταρχου. Αυτά τα ψηφιδωτά έχουν καρυάτιδες και έλικες ακανθών και μία παράθεση αγίων στην πάνω σειρά.[20] Στον τρούλο και στις δύο αψίδες, είναι όπου εμφανίζεται η πλειοψηφία των χριστιανικών εικόνων.

Οι σαρκοφάγοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σαρκοφάγος της Κωνσταντίνας, τώρα στα Μουσεία του Βατικανού, βρισκόταν αρχικά στο μαυσωλείο.

Δύο μεγάλες σαρκοφάγοι από πορφυρίτη από την εκκλησία της Σάντα Κωνστάντσα βρίσκονται τώρα στο Βατικανό. Η μεγαλύτερη και πιο διάσημη (φαίνεται στην εικόνα) μεταφέρθηκε στα Μουσεία Βατικανού στα τέλη του 18ου αι. και εκτίθεται εκεί.[9] Η μικρότερη μεταφέρθηκε στον ίδιο τον Άγιο Πέτρο (στο αριστερό κλίτος) το 1606. Πιστεύεται τώρα ότι η μεγαλύτερη σαρκοφάγος, που σχετίζεται παραδοσιακά με την Κωνσταντίνα μπορεί στην πραγματικότητα να περιείχε την αδελφή της Ελένη και η λιγότερο θεαματική, επίσης μεταφερμένη στο Βατικανό, ήταν στην πραγματικότητα της Κωνσταντίνας.[22]

Η σαρκοφάγος της Κωνσταντίνας έχει περίπλοκα, συμβολικά σχέδια σε ανάγλυφα: «στην επιφάνεια κυριαρχεί ένα περίτεχνο σχέδιο από ελισσόμενους μίσχους αμπέλου, στους οποίους τοποθετούνται putti ... σε αυτή τη σκηνή της διονυσιακής πληθωρικότητας και την ελπίδα για μελλοντική ευλογία που συνεπάγεται, δύο παγώνια, πουλιά της αθανασίας, συμφωνούν απόλυτα».[23] Η σκηνή παρουσιάζει μία εικόνα της φύσης με αμπέλια, πρόβατα και πτηνά. Τα putti κυκλώνονται σε βλαστούς άκανθας, επάνω από τους οποίους υπάρχουν αρκετές εικόνες με μάσκες. Εκτός από τη φυσική σκηνή υπάρχουν επίσης τέσσερα κεφάλια, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της Κωνσταντίας: «στο σκέπασμα, τέσσερα χαριτωμένα κεφάλια, ένα προφανώς αυτό της Κωνσταντίνας, φαίνονται ήρεμα, σαν με τη διαβεβαίωση ότι το καλύτερο πρόκειται να έλθει».[23] Οι εικόνες που παρουσιάζονται για το κρασί και τη φύση δεν είναι εγγενώς χριστιανικές, αλλά θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως τέτοιες, λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση του οίνου στη Θεία Ευχαριστία. Ή θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως σύνδεση με τον Βάκχο, τον θεό του κρασιού.[9] Αυτός ο τύπος σαρκοφάγου θα έπαυε να χρησιμοποιείται στη Ρώμη στα τέλη του 4ου αι. και αυτή η σαρκοφάγος της Κωνσταντίας είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του τύπου αυτού.[23]

Η σαρκοφάγος είναι τεράστια, με μέγεθος 128 εκ. ή 4 ft 238 σε ύψος, 233 εκ. ή 7 ft 712 σε μήκος και 157 εκ. ή 5 ft 134 σε πλάτος.[9] Είναι κατασκευασμένο από πορφυρίτη, μία σκληρή βαθυκόκκινη πέτρα, που προορίζετο από τους Ρωμαίους για χρήση από την αυτοκρατορική οικογένεια μόνο, στην οποία επιτρεπόταν το πορφυρό χρώμα. Η πέτρα λατομήθηκε μόνο από ένα μέρος, το Πορφυριτικό Όρος (Mons Porphyriticus) στον Κοπτό Αιγύπτου, καθιστώντας την ακόμη πιο αποκλειστική.[20] Φαίνεται, αλλά δεν μπορεί να είναι βέβαιο, ότι η σαρκοφάγος της Κωνσταντίνας είναι αντίγραφο αυτής του Κωνσταντίνου Α΄, του πατέρα της, η οποία έχει πλέον χαθεί. Ένα κομμάτι από αυτό που πιστεύεται ότι ήταν η σαρκοφάγος του, είναι παρόμοιο σε τεχνοτροπία και από το ίδιο υλικό.[24] Ένα εκμαγείο της έχει τοποθετηθεί στην εκκλησία, στον κυκλικό διάδρομο. Προφανώς η αρχική της θέση ήταν στο κέντρο της εκκλησίας, που τώρα καταλαμβάνεται από τον βωμό. Υπάρχει ένα άλλο εκμαγείο στο Μουσείο Ρωμαϊκού Πολιτισμού στην πόλη.

Εναλλακτικές απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποιοι θεωρούν ότι το κτήριο έγινε αργότερα εκκλησία αφιερωμένη στη Σάντα Κωστάντσα.[25] Η λατρεία της Κωνσταντίνας ως Αγίας Κωνσταντίας είναι γνωστή μόνο από τον 16ο αι. και μετά, και το όνομά της δεν περιλαμβάνεται στο Ρωμαϊκό Μαρτυρολόγιο.[26] Ένα αρχικό κτήριο μπορεί να βρίσκεται κάτω από την τωρινή εκκλησία, καθώς ένα πιθανώς τρίκογχο κτήριο ανασκάφηκε εν μέρει το 1987 και το 1992 και ανακατασκευάστηκε από τον Ντέιβιντ Τζ. Στάνλεϋ μέσω υπολογιστή.[5]

Αυτό θα μπορούσε να υποδηλώσει ότι η σημερινή εκκλησία είναι το δεύτερο χριστιανικό κτήριο στον χώρο, και μπορεί να είναι μερικές δεκαετίες αργότερα από ό,τι πιστεύεται παραδοσιακά, κτισμένο αρχικά ως μαυσωλείο για την αδελφή της Κωνσταντίνας, την Ελένη, κατά τη βασιλεία του συζύγου της Ιουλιανού του Αποστάτη. (Αυτό θα ήταν παράξενο, ωστόσο, επειδή ο Ιουλιανός ήταν ένας προσηλωμένος ειδωλολάτρης). Αν ήταν αλήθεια, η μεγαλύτερη από τις δύο σαρκοφάγους πορφυρίτη εκεί θα ανήκε στην Ελένη και η μικρότερη στην Κωνσταντίνα, το αντίθετο από αυτό που παραδοσιακά πιστεύεται. Το προγενέστερο, τρίκογχο κτήριο της δεκαετίας του 330 πιθανότατα να κτίστηκε για την Κωνσταντίνα, αλλά αργότερα έπρεπε να πάρει τη δεύτερη θέση ως προς την αδελφή της την Αυτοκράτειρα. Στη συνέχεια, καθώς η φήμη της Κωνσταντίνας ως αγίας μορφής αναπτύχθηκε τον Μεσαίωνα, οι ρόλοι τους αντιστράφηκαν στο λαϊκό μυαλό.[5]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αρχιτεκτονική της αρχαίας Ρώμης
  • Παλαιοχριστιανικές σαρκοφάγοι
  • Παλαιοχριστιανική τέχνη και αρχιτεκτονική
  • Ιστορία των ρωμαϊκών και βυζαντινών τρούλων

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά) archINFORM. 10026. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  2. 2,0 2,1 dati.beniculturali.it.
  3. Ανακτήθηκε στις 6  Ιανουαρίου 2021.
  4. (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά) archINFORM. Ανακτήθηκε στις 30  Ιουλίου 2018.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Åsa Ringbom (2003). Dolphins and mortar dating – Santa Costanza reconsidered (PDF). Taidehistoriallisia Tutkimuksia – Konsthistoriska Studier (Art Historical Studies) 27. Helsinki. σελίδες 22–42. Ανακτήθηκε στις 1 Δεκεμβρίου 2015. In all this confusion we are certain of one thing: it is premature to claim that Santa Costanza was erected between 337 and 350 as a mausoleum for and by Constantina, daughter of Constantine the Great. 
  6. 6,0 6,1 Roth, Leland M. (1993). Understanding Architecture: Its Elements, History and Meaning (First έκδοση). Boulder, CO: Westview Press. σελ. 249. ISBN 0-06-430158-3. 
  7. Lowden 1997, σελ. 41.
  8. Kleiner, Fred (2015). Gardner's Art Through the Ages: A Global History. Wadsworth Publishing. 
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 Lowden 1997.
  10. For an updated plan see: McClendon, Charles B. (2005). The Origins of Medieval Architecture: Building in Europe, A.D. 600-900. Yale University Press. σελ. 32. ISBN 978-030010688-6. 
  11. Webb 2001.
  12. Krautheimer 1979, σελ. 66.
  13. 13,0 13,1 Michael Gough, The Origins of Christian Art (New York: Praeger Publishers, Inc., 1973), 58.
  14. 14,0 14,1 14,2 Webb 2001, σελ. 251.
  15. William L. MacDonald, Early Christian & Byzantine Architecture (New York: George Braziller, Inc., 1962), 22.
  16. Krautheimer 1979, σελ. 68.
  17. Walter Lowrie, Monuments of the Early Church (New York: The MacMillan Company, 1923), 139.
  18. Deckers 2007, σελ. 95.
  19. Deckers 2007, σελ. 96.
  20. 20,0 20,1 20,2 Beckwith 1970.
  21. Marilyn Stokstad, Medieval Art (New York: Harper & Row Publishers, 1986), 29.
  22. Webb 2001, σελ. 252.
  23. 23,0 23,1 23,2 Milburn 1988
  24. Beckwith 1970, σελ. 13.
  25. Deckers 2007.
  26. Schäfer, Joachim (2003). Ökumenisches Heiligenlexikon - Konstantia (στα Γερμανικά). ISBN 3-00-012997-9. 

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beckwith, John (1970). Early Christian and Byzantine Art. Baltimore: Penguin Books. 
  • Deckers, Johannes G. (2007). Constantine the Great and Early Christian Art. New Haven: Yale University Press. 
  • Krautheimer, Richard (1979). Early Christian and Byzantine Architecture. Penguin Books. 
  • Lowden, John (1997). Early Christian and Byzantine Art. Phaidon Press. 
  • Milburn, Robert (1988). Early Christian Art and Architecture. Scolar Press. 
  • Webb, Matilda (2001). The churches and catacombs of early Christian Rome: a comprehensive guide. Sussex Academic Press. ISBN 978-190221058-2. 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]